1. Εισαγωγή.
Όταν κανείς αποφασίζει να ασχοληθεί με την μελέτη των βασικών χαρακτηριστικών, δομών και λειτουργιών του Συστήματος Ποινικής Δικαιοσύνης των Ανηλίκων αναμφισβήτητα γνωρίζει εκ προοιμίου την ευαισθησία και την λεπτότητα, την οποία οφείλει να επιδείξει κατά την προσέγγιση και παρουσίαση του θέματος.
Η ιδιάζουσα αυτή ευαισθησία κατά την συνολική διαμόρφωση του πλέγματος των κανόνων δικαίου αναφορικά με την ανηλικότητα και την προστασία της από την πολιτεία αντικατοπτρίζεται με ευκρίνεια και απ’ τις νομοθετικές επιλογές, που ειδικά τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ιδιαιτέρως καινοτόμες και ανανεωτικές για τα Ελληνικά δεδομένα.
Ορθό είναι επομένως να παραθέσουμε συνοπτικά τις διατάξεις υπερκείμενης ισχύος, που αποτέλεσαν το έρεισμα για την πρόβλεψη στην Ελληνική έννομη τάξη μιας γκάμας ρυθμίσεων για τους ανήλικους παραβάτες. Έτσι στο άρθρο 21 του Συντάγματος του 1975/1986/2001 απαντάται η κατοχύρωση της υποχρέωσης του Κράτους να λαμβάνει κάθε αναγκαίο και απαραίτητο μέτρο για την προστασία και ανάπτυξη ορισμένων ευπαθών κοινωνικών ομάδων, ανάμεσα τους και οι ανήλικοι. Ο Συνταγματικός νομοθέτης επομένως με το εν λόγω άρθρο εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να προβεί στην θέσπιση των αναγκαίων μέτρων για την καλύτερη δυνατή ανάπτυξη και προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας.
Περαιτέρω το άρθρο 96 § 3 παρέχει το υπόβαθρο για την θεσμοθέτηση ενός αυτόνομου για τους ανήλικους πλέγματος δικονομικών διατάξεων. Συνεπώς ρητή Συνταγματική κατοχύρωση βρίσκει η θεσμοθέτηση των δικαστηρίων ανηλίκων, ως διακριτού δικαστηριακού κλάδου της Ελληνικής δικαιοσύνης, καθώς και η κάμψη της αρχής της δημοσιότητας των δικαστικών συνεδριάσεων προς το συμφέρον του ανηλίκου και της ευάλωτης προσωπικότητας του.
Επίσης, σε διεθνές επίπεδο η χώρα μας δεσμεύτηκε για την λήψη σχετικών μέτρων για τους ανήλικους στα πλαίσια της Διεθνούς Σύμβασης Δικαιωμάτων του παιδιού, που υιοθετήθηκε ομόφωνα από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Δεκεμβρίου 1989, και τρία χρόνια αργότερα κυρώθηκε με νόμο από την χώρα μας στις 21 Νοεμβρίου 1992 . Η συγκεκριμένη σύμβαση παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον για δύο κυρίως λόγους: κατ’ αρχήν, γιατί με την υπογραφή της η Ελλάδα δεσμεύεται διεθνώς για την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή της, και με την κύρωση της αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού δικαίου. Και κατά δεύτερο λόγο, γιατί με το γενικό και διακυρηκτικό περιεχόμενο, που την χαρακτηρίζει αποτελεί μία ουσιώδης βάση για μελλοντικές νομοθετικές επιλογές για τους ανήλικους.
Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο σημαντική υπήρξε η συνεισφορά του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο κατά καιρούς έχει εκπονήσει σειρά συστάσεων με κεντρικό άξονα τους νεαρούς παραβάτες και τα ανήλικα θύματα. Ως διακυβερνητικός οργανισμός αποσκοπεί μέσω της κατάρτισης των συστάσεων, κειμένων με υπερεθνικό χαρακτήρα, στην χάραξη των βασικών γραμμών πολιτικής των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με γνώμονα και βασικό στόχο την προάσπιση, προστασία και προώθηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Οι γενικές αυτές κατευθύνσεις, που ενσαρκώνονται μέσω των συστάσεων του Συμβουλίου, στην ουσία επιδιώκουν την εξομάλυνση των επιμέρους πολιτικών διαφοροποιήσεων ανάμεσα στα Κράτη-Μέλη, και την διαμόρφωση κοινής πολιτικής, ως απαύγασμα της -εδώ αναφερόμενης κατόπιν διαπραγματεύσεων- εξομοίωσης θεσμών και λειτουργιών.
Ειδικά σε ό,τι αφορά την χάραξη κοινής αντεγκληματικής πολιτικής η Επιτροπή Υπουργών, όργανο με αρμοδιότητες αποφασιστικού χαρακτήρα εξετάζει το εγκληματικό φαινόμενο, αξιολογεί τις κοινωνικές αντιδράσεις σε αυτό, και προτείνει λύσεις για την λήψη σχετικών μέτρων κοινώς αποδεκτών από όλες τις Κυβερνήσεις. Η όλη διεργασία δε έχει ως απώτερο στόχο την επίτευξη δημιουργικής και ομαλής Πανευρωπαϊκής συνεργασίας.
Ως προς τους ανήλικους σημαντικές υπήρξαν οι Συστάσεις του Συμβουλίου για την εκμετάλλευση, πορνεία, πορνογραφία και εμπορία παιδιών και εφήβων, τις κοινωνικές αντιδράσεις στην εγκληματικότητα των ανηλίκων , η Σύσταση για την βία στην ο
