Είναι κινέζικο όνομα. Το όνομα της οικογένειας είναι Τσεν. (Στα κινέζικα : 陈光诚, στα Πινγίν Chén Guāngchéng.)
Γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1971. Είναι ένας τυφλός Κινέζος ακτιβιστής στις επάλξεις του διογκούμενου κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων που τράβηξε τη διεθνή προσοχή στο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις αγροτικές περιοχές της χώρας του. Ετέθη σε κατ΄ οίκον περιορισμό από το Σεπτέμβριο του 2005 έως το Μάρτιο του 2006 έπειτα από μια συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό Τάιμ σχετικά με τις περιπτώσεις υποχρεωτικής άμβλωσης τις οποίες ερεύνησε στην επαρχία Λίνγι της Σαντόνγκ. Οι αρχές τον συνέλαβαν και επίσημα τον Ιούνιο του 2006 για φθορά ξένης ιδιοκτησίας και επειδή συγκέντρωσε ένα πλήθος με σκοπό την παρακώλυση της κυκλοφορίας.
Η δίκη του ορίστηκε για τις 17 Ιουλίου του 2006, όμως οι αρχές ανέβαλαν τη δίκη επειδή οι υποστηρικτές του συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου. Λίγες ημέρες πριν την 18η Αυγούστου ανακοινώθηκε πως η δίκη του θα γινόταν την ημέρα αυτή. Την παραμονή της δίκης του και οι τρεις δικηγόροι του συνελήφθησαν. Δεν επετράπη σε κανέναν από αυτούς η είσοδος στην αίθουσα του δικαστηρίου. Οι αρχές όρισαν το δικό τους συνήγορο, ο οποίος δεν είχε λάβει γνώση του περιεχομένου της δικογραφίας προηγουμένως ούτε έκανε πολλά για να προστατεύσει τον πελάτη του. Η δίκη διήρκεσε μόλις δύο ώρες. Στις 24 Αυγούστου του 2006 ο Τσεν καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια και τρεις μήνες για «φθορά ξένης περιουσίας και παρακίνηση όχλου σε παρακώλυση των συγκοινωνιών» .
Νεαρή Ηλικία
Εχοντας χάσει την όρασή του σε νεαρή ηλικία, ο Τσεν δεν έχει πτυχίο Νομικής επειδή στην Κίνα δεν επιτρέπεται η εισαγωγή των τυφλών στα πανεπιστήμια. Ωστόσο, κατάφερε να είναι ελεύθερος ακροατής και έμαθε αρκετά ώστε να είναι σε θέση να συμβουλεύει τους συγχωριανούς του όταν αυτοί του ζητούσαν συμβουλές.
Ακτιβισμός
Το 2005 ο Τσεν αποκάλυψε τα βάναυσα και παράνομα μέτρα που παίρνουν οι τοπικές αρχές της επαρχίας Λίνγι της Σαντόνγκ, στα πλαίσια της εφαρμογής της πολιτικής του ενός παιδιού, όπου οι υπεύθυνοι οικογενειακού προγραμματισμού της εκεί δημοτικής αρχής αναγκάζουν εκατοντάδες ανθρώπους να υποστούν στείρωση ή να κάνουν άμβλωση. Οι υπεύθυνοι αυτοί κατηγορούνται επίσης ότι συλλαμβάνουν και βασανίζουν συγγενείς ανθρώπων που διέφυγαν από τα υποχρεωτικά αυτά μέτρα.
Ο Τσεν κατέθεσε μήνυση εκ μέρους των γυναικών εναντίον των αξιωματούχων της επαρχίας του και τράβηξε την προσοχή στα δεινά που υφίστανται οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών. Μόλο που η μήνυση απορρίφθηκε, το συμβάν δημοσιοποιήθηκε μέσω του Διαδικτύου και του περιοδικού Τάιμ το οποίο πήρε συνέντευξη από τον Τσεν. Αυτό ώθησε την Εθνική Επιτροπή Οικογενειακού Προγραμματισμού του Πληθυσμού να διατάξει τη διεξαγωγή έρευνας τον Αύγουστο του 2005. Ενα μήνα μετά, η Επιτροπή ανακοίνωνε τη σύλληψη αρκετών αξιωματούχων της επαρχίας Λίνγι.
Κράτηση και δίκη
Εντούτοις, οι αρχές έθεσαν τον Τσεν σε κατ΄ οίκον περιορισμό το Σεπτέμβριο του 2005. Ο ραδιοφωνικός σταθμός Radio Free Asia μετέδιδε ότι ο Τσεν ξυλοκοπήθηκε κατά τη διάρκεια συγκρούσεων ανάμεσα σε χωρικούς και αστυνομικούς. Τρεις δικηγόροι που επιχειρούσαν να έρθουν σε επαφή με τον Τσεν ξυλοκοπήθηκαν και αυτοί από αγνώστους.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Ουόσινγκτον Ποστ, οι τοπικές αρχές εξαπέλυσαν εκστρατεία με σκοπό να παρουσιαστεί ο Τσεν ως υποκινούμενος από αντικινεζικές δυνάμεις του εξωτερικού και ως αποδέκτης ξένης χρηματοδότησης. Οι κινεζικές αρχές καταφεύγουν συχνά σε αυτού του είδους τη ρητορική προκειμένου να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη σε παρόμοιες περιπτώσεις αν και συχνά δεν είναι έτσι.
Σύμφωνα με ένα άρθρο της Χάνα Μπίτς στο περιοδικό Τάιμ με τίτλο «Ενας τυφλός με νομικό όραμα» ο Τσεν συναντήθηκε με δημοσιογράφους του περιοδικού για να συζητήσει το θέμα των υποχρεωτικών αμβλώσεων όταν νόμιζε ότι οι αρχές θα αναλάμβαναν δράση. «Όμως τρεις ώρες αφότου συναντήθηκε με τους ανθρώπους του περιοδικού στο Πεκίνο, άνδρες της Ασφάλειας από τη γενέτειρά του τον έχωσαν σε ένα όχημα χωρίς πινακίδες. Τον έστειλαν πακέτο πίσω στο χωριό του, όπου τον έθεσαν σε κατ΄ οίκον περιορισμό επί μήνες. Παρά τις διαβεβαιώσεις της επιτροπής μονάχα ένας αξιωματούχος συνελήφθη. Στο μεταξύ, μπράβοι εμφανίζονταν τακτικά στο σπίτι του Τσεν για να τον τραμπουκίσουν.» Τον Απρίλιο το Τάιμ χαρακτήρισε τον Τσεν ως έναν από τους εκατό ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στη διαμόρφωση του κόσμου μας.
Τον απομάκρυναν από το σπίτι του το Μάρτιο του 2006 και συνελήφθη επισήμως από αξιωματούχο της επαρχίας Γινάν τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου. Η δίκη του ήταν προγραμματισμένη για τις 17 Ιουλίου του 2006 με τις κατηγορίες της φθοράς ξένης περιουσίας και της συγκέντρωσης πλήθους με σκοπό την παρακώλυση των συγκοινωνιών, αλλά αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέα. Σύμφωνα με το Radio Free Asia και τους Κινέζους Υπερασπιστές των Δικαιωμάτων, ένα δίκτυο κινέζων πολιτών ταγμένων στην προάσπιση των δικαιωμάτων και εθελοντών διεθνών υποστηρικτών τους, η εισαγγελία καθυστέρησε τη δίκη διότι ένα πλήθος υποστηρικτών του Τσεν συγκεντρώθηκε έξω από τα δικαστήρια. Οι αρχές μετέθεσαν την δίκη για τις 18 Αυγούστου του 2006 αλλά το ανακοίνωσαν λίγες μόλις νωρίτερα.
Την παραμονή της δίκης συνελήφθησαν και οι τρεις δικηγόροι του από την αστυνομία της Γινάν. Δυο από αυτούς αφέθηκαν ελεύθεροι αφού τους έγινε ανάκριση και τους κατασχέθηκαν τα κινητά τους τηλέφωνα. Ο Ξου Ζιγιόνγκ, ίσως ο δικηγόρος που ήξερε τα περισσότερα σχετικά με τις υποθέσεις υποχρεωτικής άμβλωσης τις οποίες ερευνούσε ο Τσεν, συνελήφθη όταν οι αρχές τον κατηγόρησαν για την κλοπή του πορτοφολιού ενός άντρα. Δεν αφέθηκε ελεύθερος παρά μόνο αφότου η δίκη της 18ης Αυγούστου είχε ολοκληρωθεί. Η είσοδος στην αίθουσα του δικαστηρίου δεν επετράπη σε κανέναν από τους δικηγόρους του Τσεν. Αφησαν μόνο τους αδερφούς του να μπουν. Δεν άφησαν ούτε τη σύζυγό του να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία. Αντ΄ αυτού, οι αρχές διόρισαν το δικό τους συνήγορο υπεράσπισης του Τσεν αμέσως πριν να αρχίσει η δίκη. Κατά συνέπεια, ο συνήγορός του δεν είχε καν διαβάσει τη δικογραφία προτού να πάει στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ο συνήγορος ελάχιστα έκανε για να συνδράμει τον πελάτη του και δεν έκανε καμμία ένσταση κατά τη διαδικασία ούτε αντέκρουσε κάποια από τις αποδείξεις που παρουσιάστηκαν, παρ΄ όλες τις διαμαρτυρίες του Τσεν προς το δικαστήριο. Η δίκη κράτησε μόλις δυο ώρες. Στις 24 Αυγούστου του 2006 ο Τσεν καταδικάστηκε σε 4 χρόνια και 3 μήνες για «φθορά ξένης περιουσίας και παρακίνηση όχλου σε παρακώλυση των συγκοινωνιών».
Στις 30 Νοεμβρίου του 2006, το δικαστήριο της επαρχίας Γινάν διατήρησε την αρχική του απόφαση να καταδικάσει σε πάνω από 4 χρόνια φυλακή τον τυφλό ακτιβιστή Τσεν Γκουάνγκ Τσενγκ, έπειτα από τις έγγραφες αποδείξεις υποχρεωτικών αμβλώσεων που μπόρεσε αυτός να φέρει στο φως, όπως είπε ο αδελφός του ακτιβιστή.
Η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά από μια διάρκειας τριάντα λεπτών συνεδρίαση στην οποία δεν παρουσιάστηκαν ούτε μάρτυρες ούτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως είπε ο Τσεν Γκουάνγκ Φου, το μόνο μέλος της οικογένειας στο οποίο επετράπη να παραστεί στη διαδικασία.
Στις 12 Ιανουαρίου του 2007, το Εφετείο της Σαντόνγκ απέρριψε την έφεση του Τσεν. Το ίδιο δικαστήριο είχε αναιρέσει την αρχική ποινή που είχε επιβληθεί στον Τσεν επικαλούμενο έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων το Δεκέμβριο του 2006. Μολοντούτο, σε δεύτερη πανομοιότυπη δίκη που του έγινε με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες ο Τσεν εισέπραξε την ίδια ποινή με εκείνη που του είχε επιβληθεί από το δικαστήριο της Γινάν.
Βραβείο Ramon Magsaysay
Βραβευμένος για την διακεκριμένη ηγεσία του, ο Τσεν Γκουάνγκ Τσεν έλαβε στις 31 Αυγούστου του 2007 το βραβείο Ραμόν Μαγκσεσέη (ένα πιστοποιητικό, ένα μετάλλιο και ένα χρηματικό ποσό το ύψος του οποίου δεν ανακοινώνεται) στη Μανίλα των Φιλιππίνων. 256 Ασιάτες το έχουν λάβει από το 1957. Κάθε βραβευθείς λαμβάνει ένα πιστοποιητικό, ένα μετάλλιο και ένα χρηματικό ποσό το ύψος του οποίου δεν ανακοινώνεται. Το Ασιατικό βραβείο Νόμπελ του απενεμήθη για «το ασίγαστο πάθος του για δικαιοσύνη επικεφαλής απλών κινέζων πολιτών στην προσπάθειά τους να διαφυλάξουν τα νόμιμα δικαιώματά τους». Η οικογένειά του και ομάδες προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα κάλεσαν τον Ο. Η. Ε., τη διεθνή κοινότητα, τα Μ.Μ.Ε., και τις άλλες κυβερνήσεις να μελετήσουν την υπόθεσή του και να μεσολαβήσουν για τον Τσεν. Η ιστορία του Τσεν Γκουάνγκ Τσενγκ τράβηξε την προσοχή όλου του πλανήτη. Στις 30 Απριλίου του 2006 συμπεριλαμβανόταν στη λίστα «Οι 100 άνθρωποι που διαμορφώνουν τον κόσμο μας το 2006» στην κατηγορία «Ηρωες και Πρωτοπόροι» του περιοδικού Τάιμ.
Στις 24 Αυγούστου του 2007, ο Χου Τζιά, ένας δικηγόρος ασθενών του ΕΗΤΖ, που είχε τεθεί σε κατ΄ οίκον περιορισμό επί μήνες, ανέφερε ότι το διαβατήριο και το τηλέφωνο της Γουάν Γουεητζίνγκ κατασχέθηκαν από τις κινεζικές αρχές κατά την προσπάθειά της να περάσει τον έλεγχο ασφαλείας του αεροδρομίου του Πεκίνου και να μεταβεί στις Φιλιππίνες όπου θα παρευρισκόταν στην τελετή των βραβείων Μαγκσεσέη, για να παραλάβει το βραβείο αντί του συζύγου της, Τσεν Γκουάνγκ Τσενγκ.
Πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Chen_Guangcheng
Μετάφραση : Άρης Βαβούλης
