Το τυφλό πολυανάπηρο παιδί (τρίτο κεφάλαιο): Σχέση μεταξύ οικογένειας και επιτελικών δομών, για μια ολόπλευρη σύγκλιση τόσο των εκπαιδευτικών επεμβάσεων όσο και εκείνων της αποκατάστασης του τυφλού πολυανάπηρου παιδιού

Αυγ 12, 2011 | ΘΕΜΑΤΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ, Τυφλοί με Πολλαπλές Αναπηρίες

Κεφάλαιο τρίτο

Σχέση μεταξύ οικογένειας και επιτελικών δομών, για μια ολόπλευρη σύγκλιση τόσο των εκπαιδευτικών επεμβάσεων όσο και εκείνων της αποκατάστασης του τυφλού πολυανάπηρου παιδιού

της Maria Emilia Ceppi


Eισαγωγή

Αυτά τα τελευταία χρόνια, τα δεδομένα και τα αποτελέσματα τα οποία είναι σχετικά με την ανάλυση των οικογενειών αναπήρων παιδιών και των σχέσεων τους με τις μητέρες, εμπλουτίστηκαν με νέες συνεισφορές, οι οποίες άνοιξαν νέες θεραπευτικές προοπτικές.

Ο βασικός λόγος, σύμφωνα με τον Winnicott και άλλους, για τον οποίο το παιδί φθάνει να έχει ένα έλεγχο του δικού του κόσμου των ενστίκτων, και για τον οποίο το Εγώ του είναι σε θέση, να οργανώσει προοδευτικά, κατά τρόπο ολοκληρωμένο ένστικτα και σχετικές αναπαραστάσεις, βρίσκεται στην βοηθητική λειτουργία του μητρικού Εγώ, το οποίο υποστηρίζει το υπό διαμόρφωση Εγώ του παιδιού, καθιστώντας το όλο και πιο ισχυρό, όλο και πιο σταθερό.

Tην περίοδο κατά την οποία το μητρικό Εγώ εκπληρώνει αυτή την λειτουργία υποστήριξης, γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς, οι συμπεριφορές αμοιβαίας προσκόλλησης, η εμφάνιση ψυχικών συμπεριφορών σε σχέση με το σώμα και η απαρχή των νοητικών διαδικασιών.

Είναι φανερό, ότι σε μια πρώιμη φάση της ανάπτυξης, οι συμπεριφορές του παιδιού και οι σχετικές εξελικτικές διαδικασίες δεν μπορούν να διαχωριστούν από τους τρόπους λειτουργίας της μητέρας, οι οποίοι καθορίζουν κατά τρόπο σημαντικό, μια πληρότητα ή μια καθυστέρηση των ρυθμών ανάπτυξης του παιδιού.

Μιλώντας ιδιαίτερα για το πολυανάπηρο παιδί, και για την αποκατάσταση του, θα πρέπει να φανερώσουμε, πως συχνά χρησιμοποιούνται ειδικές τεχνικές, που απευθύνονται στο παιδί, απομονώνοντας το από το συγγενικό πλαίσιο, ή στην καλύτερη των υποθέσεων, ξεκινούν από την θεωρητική προϋπόθεση της ενεργής συμμετοχής της οικογένειας, αλλά που στην εφαρμογή της την μετατρέπουν σε ένα επιτελείο λειτουργών αποκατάστασης, ξεχνώντας, ή ακυρώνοντας κατ΄ αυτό τον τρόπο, την συγκινησιακή και συναισθηματική σημασία που έχει για τους σκοπούς της αποκατάστασης, μια ικανοποιητική συγγενική σχέση, υπολογίζοντας στο αίσθημα ενοχής και της εξιλέωσης των γονέων του παιδιού με πολλαπλές αναπηρίες, αντί να ευνοηθεί η δημιουργία μιας συγκεκριμένης αντικειμενικής σχέσης, εννοούμενης ως το σύνολο των σχέσεων, που υπάρχουν μεταξύ του υποκειμένου (παιδιού) και αντικειμένου αγάπης (της μητέρας).

Και όταν γίνει συνειδητή πεποίθηση ότι οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση θα πρέπει αργά ή γρήγορα, να παραβληθεί με τους τρόπους και τα ποιοτικά στοιχεία αυτής της σχέσης, προκύπτει ότι είναι αναγκαίο, ιδίως κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του παιδιού, όχι τόσο και όχι μόνο να αποκαταστήσουμε το παιδί, όσο να βοηθήσουμε την δυάδα να είναι πραγματικά τέτοια, αυτό σημαίνει να βοηθήσουμε την μητέρα να είναι πρώτα απ΄ όλα μητέρα. Μια στάση λαθεμένα τεχνικήστικη θα οδηγούσε τη μητέρα να εντείνει την συναισθηματική απομάκρυνση από το παιδί, με τις συνεπαγόμενες αλλοιώσεις της επικοινωνιακής διαδικασίας, και στο να καταφύγει σ΄ ένα ρόλο υποκατάστασης εκείνου του ρόλου, που είναι πάρα πολύ οδυνηρός για να γίνει αποδεκτός.

Για να αποφύγουμε παρεξηγήσεις, είναι οπωσδήποτε χρήσιμο νά εξηγήσουμε, ότι τα προβλήματα προσαρμογής που μπαίνουν από την σχέση με ένα πολυανάπηρο παιδί, παίρνουν τέτοιες διαστάσεις, που ακόμα και οι πιο διαθέσιμοι γονείς, χωρίς όμως μια επαρκή και ειδική κατάρτιση, να έχουν ανάγκη από την καθοδήγηση ειδικών, για να μπορέσουν να τα αντιμετωπίσουν με θετικό τρόπο.

Πράγματι οι δυσκολίες για να μπορέσει να δημιουργήσει κανείς μια ουσιαστική σχέση με το τυφλό παιδί, είναι τέτοιες ώστε μόνο το συναίσθημα και η καλή διάθεση, να μην αποτελούν καθ΄ εαυτά μια εγγύηση για την θετική αντιμετώπιση των προβλημάτων ανάπτυξης τα οποία, σε κάθε φάση, καθορίζονται από την έλλειψη της όρασης.

Απ΄ αυτό συνεπάγεται ότι κάθε συμπεριφορά, όπως και κάθε μελέτη του πολυανάπηρου παιδιού, δεν μπορούν να αναλυθούν χωριστά από την μητέρα και από τις προσδοκίες και τις φαντασίες της που έχουν σχέση με το παιδί.

Κατά συνέπεια, η αναγκαιότητα, προσδιορισμού μιας συνολικής παρέμβασης αποκατάστασης του παιδιού, καθόρισε την συγκεκριμενοποίηση μιας μεθόδου προσέγγισης, σύμφωνα  με την οποία οι αντιληπτικές και οι γνωστικές πτυχές ενσωματώνονται με τις ψυχοδυναμικές. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα της απουσίας της όρασης και η ενδεχόμενη σύνδεσή τους με άλλες παθολογίες, αντί να αξιολογούνται κάθε τομέας και κάθε λειτουργία ξεχωριστά, ενοποιούνται και εξετάζονται συνολικά, σε σχέση με τις διαδικασίες ανάπτυξης του Εγώ και πάνω στη βάση της αξιολόγησης της σπουδαιότητας που έχει η λειτουργία της όρασης στην ενοποίηση των πρώτων εμπειριών του παιδιού.

Βάση της θεραπευτικής παρέμβασης, κατά συνέπεια είναι η συναισθηματική και συγκινησιακή κατάσταση του παιδιού, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι κάθε μορφή και κάθε επίπεδο μάθησης, και συνεπώς όλες οι εμπειρίες κινητικού, αισθητηριακού και γνωστικού τύπου, που αυτό πραγματοποιεί στο περιβάλλον του, τα πρώτα χρόνια της ζωής, είναι πάντα σε στενή σχέση με την συναισθηματική κατάσταση, αναλόγως προσδιοριζώμενη από το επίπεδο ασφάλειας και εμπιστοσύνης που η μητέρα εμπνέει στο παιδί.

Μία τέτοια βάση αποκατάστασης, τείνει να αλλάξει την οπτική που έβλεπε ως τελευταίο αντικείμενο των τεχνικών αποκατάστασης “ένα υποκείμενο”, επανατοποθετώντας στό σωστό πλαίσιο την πολύ μεγάλη σημασία της σχέσης μητέρας – παιδιού.

Από όσα έγιναν προηγουμένως προφανή, γεννηθηκε η αναγκαιότητα για μια περαιτέρω συμβολή στό ήδη ευρύ έργο ανάλυσης των προβλημάτων αποκατάστασης, σχετικών με την διαδικασία επαναφοράς στην κανονικότητα, του πολυανάπηρου παιδιού.

Σ΄ αυτά προστίθενται δύο βασικές παρατηρήσεις, οι οποίες συνιστούν το βασικό στοιχείο των επόμενων παραγράφων. Η πρώτη έχει σχέση με την αναγκαιότητα της αξιολόγησης πάντα, εκ μέρους του λειτουργού, του ποιος είναι στην πραγματικότητα ο ασθενής που χρειάζεται θεραπεία, σε σχέση με το γεγονός ότι η οικογένεια είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί, μέσα στο οποίο εκπαιδεύεται, μέσα στην οποία αναλαμβάνει ένα ρόλο, και μέσα στην οποία τέλος, πρέπει να μπουν τα θεραπευτικά στοιχεία. η δεύτερη είναι σχετική με το γεγονός ότι… “το δίλημμα μπαίνει όχι πλέον μεταξύ ορθοδοξίας και ετεροδοξίας μιας επιστημονικής διατύπωσης αλλά μεταξύ της παραίτησης από το να πραγματοποιηθεί μια εξέταση και της πρόθεσης να βγεί, οπωσδήποτε, κάποιο δεδομένο από εκείνη την εξέταση που εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φαίνεται μια Tabula rasa”. (κενός τόπος, χωρίς νόημα).


Οι συμπεριφορές μητρικής προσαρμογής στην αναπηρία του παιδιού και δυαδική σχέση

Κατά την διάρκεια της ανάπτυξης του, το παιδί αντιμετωπίζει ένα περιβάλλον, ήδη δημιουργημένο, όπου είναι απαραίτητο να κατέχει και να βιώνει ένα ρόλο τον οποίο μπορούμε να ορίσουμε ως κοινωνικό. Και είναι ακριβώς σε σχέση με αυτό το ρόλο, όταν το παιδί αποδεικνύεται ανίκανο να ανταποκριθεί σε ορισμένες προσδοκίες γύρω από το χαρακτήρα της σχέσης, που κάνει την εμφάνιση της η μητρική έλλειψη προσαρμογής, η οποία με την σειρά της είναι η πιο ευρεία έκφραση μιας παθολογικής διάστασης, όχι μόνο ατομικής, δηλαδή του ανάπηρου παιδιού, αλλά ολόκληρου του οικογενειακού πυρήνα.

Είναι θεμελιώδους σημασίας, το να αναλυθεί η πρωταρχική σχέση του παιδιού με το πρόσωπο της μητέρας, καθ΄ όσον το ανάπηρο παιδί, μπορεί να αποτελέσει το στοιχείο που αποδεσμεύει, που επαναφέρει στο φως παθολογικές δυναμικές της μητέρας, που έχουν μπει κατά μέρος, αλλά δεν έχουν ξεπεραστεί.

Είναι φανερό πως η μητέρα ενός πολυανάπηρου παιδιού πρέπει να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο ρόλο, ο οποίος συνίσταται όχι μόνο στο να πάρει στάσεις προσαρμογής στην αναπηρία του παιδιού, αλλά ακόμη και στην αναζήτηση μιας δικής της ισορροπίας.

Άν θεωρήσουμε εν συντομία τη σημασία που παίρνει για μια γυναίκα η γέννηση ενός υγιούς παιδιού, γι΄ αυτήν ευχάριστη,  μπορούμε να εκτιμήσουμε, πως ένα τέτοιο γεγονός αντιπροσωπεύει το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας της αυτονομίας, προς την απόκτηση της ασφάλειας εκείνης που η προηγούμενη ταύτιση με το πρόσωπο της δικής της μητέρας και στη συνέχεια η επιλογή ενός συντρόφου, είχαν μόνο εν μέρει προσδιορίσει. γίνεται κατανοητό, ως εκ τούτου, πως η γέννηση ενός πολυανάπηρου παιδιού μπορεί να προσδιορίσει, στη μητέρα κατά τον πιο φανερό τρόπο, έντονες αντιδράσεις, οι οποίες θα είναι πιο σοβαρές όταν το παιδί είναι πρωτότοκο, καθ΄ όσον η ανταμοιβή από τα υγιή παιδιά, επιτρέπει στη μητέρα να βιώνει ευχάριστες εμπειρίες, τέτοιες ώστε να της επιτρέπουν να βιώνει το μητρικό ρόλο απέναντι στο ανάπηρο παιδί, με μεγαλύτερη ηρεμία.

Κατά την ανάλυση των δυναμικών των σχέσεων, όταν διευρύνουμε αυτή την σχέση σ΄ ολόκληρο τον οικογενειακό πυρήνα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το δίχτυ των σχέσεων μέσα στις οποίες εντάσσεται, είναι πολύ πιο σύνθετο απ΄ όσο φαίνεται.

Άν ξεκινήσουμε, σ΄ αυτή την ανάλυση, με την προϋπόθεση ότι ολόκληρος ο οικογενειακός πυρήνας συμπεριφέρεται ως μία “ενότητα” και ότι οι συμπεριφορές του καθ΄ ενός τείνουν στην διατήρηση μιας ισορροπίας η οποία μπορεί να οριστεί ως “οικογενειακή ομοιόσταση”, μπορούμε να βεβαιώσουμε πως το ανάπηρο παιδί συχνά, στο εσωτερικό της ψυχολογικής οικογενειακής οικονομίας, αναλαμβάνει το ρόλο του εξισορροπιστή τάσεων, ή, το αντίθετο αυτό μπορεί να αντιπροσωπεύει εκείνο που η Satir ορίζει ως ο “δεδηλωμένος ασθενής”, δηλαδή ένα είδος αποδιοπομπαίου τράγου, η λειτουργία του οποίου είναι εκείνη του να συγκεντρώνει και να φανερώνει μέσα από τον εαυτό του, την αρνητική και παθολογική πλευρά ενός δυσλειτουργικού πυρήνα.

Αυτό μας οδηγεί στο να κατανοήσουμε το μέγεθος που έχει όλη η προβληματική που στρέφεται γύρω από το ανάπηρο παιδί, και ποιά είναι η σημασία της, εννοούμενης ως σειρά προβολών και περιεχομένων ταύτισης.

Θα ήταν κατά συνέπεια, ένα λάθος να βγάλουμε το “πρόβλημα του ανάπηρου παιδιού” που γίνεται “παιδί πρόβλημα”, από το πλαίσιο αυτών των δυναμικών, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε μια επικίνδυνη διαστροφή του ρόλου που το ίδιο το παιδί καλύπτει στο εσωτερικό του οικογενειακού πυρήνα, με την επίσπευση παθολογικών καταστάσεων οι οποίες ενισχύονται ακριβώς από την παρουσία του παιδιού με πολλαπλή αναπηρία.

Πηγάζει κατά συνέπεια, το ενδιαφέρον τόσο το διαγνωστικό όσο και το θεραπευτικό, για την δυνατότητα σχεδιαγράφησης, σε επίπεδο ιστορικού, των πρώτων εξελικτικών φάσεων της σχέσης μητέρας – παιδιού. Δυστυχώς, τέτοια δυνατότητα είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη, καθ΄ όσο η αναπηρία του παιδιού δεν γίνεται εμφανής πάντα στις πρώτες φάσεις αυτής της σχέσης, ή, όπου αυτό συμβαίνει, παρίσταται κανείς στην αρχική άρνηση, εκ μέρους της οικογένειας, της ύπαρξης της αναπηρίας, ως ακραίας συμπεριφοράς άμυνας, μιας αυτοεκτίμησης που έχει ήδη πληγεί.

Πάνω στη βάση των εμπειριών που έχουν πραγματοποιηθεί αυτά τα χρόνια με πολυανάπηρα παιδιά και τις οικογένειες τους, στο serafico ινστιτούτο για πολυανάπηρους τυφλούς της Ασίζης, εμφανείς στάσεις τύπου δυαδικής σχέσης, οι οποίες μπορούν οπωσδήποτε να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο μιας θεραπευτικής σχέσης:

α) Ελλιπής ερεθισμός του παιδιού λόγω μητρικής αποστασιοποίησης
β) Άρνηση της αναπηρίας
γ) Τάση σύγχυσης μητέρας – παιδιού
δ) Μητρική υπερπροστασία, λόγω άρνησης της μητέρας να αναλάβει το ρόλο της
ε) Διαστροφή του ρόλου της μητέρας
στ) Καρτερική άφεση
ζ) Θετική συμμετοχή στα προβλήματα του παιδιού

Στην πρώτη περίπτωση, ίσως η πιο συχνή κατάσταση, ιδίως κατά τις πρώτες στιγμές της φανέρωσης της αναπηρίας, η παρουσία ενός “διαφορετικού” παιδιού προκαλεί αποπροσανατολισμό στη μητέρα, η οποία βρίσκεται παγιδευμένη, αφ΄ ενός μεν από τις προσδοκίες της, από την απαίτηση του περιβάλλοντος που προβάλλει το στερεότυπο του “ωραίου και υγιούς” παιδιού και αφ΄ ετέρου από ένα παιδί το οποίο, με την παρουσία του, έκανε να καταρρεύσει αυτό το στερεότυπο, χωρίς να επανορθώσει μια τέτοια απώλεια. Σχετικά με τις πιέσεις του περιβάλλοντος, είναι δυνατόν στην πραγματικότητα για μια γυναίκα, ακόμη και τις πρώτες στιγμές της αποθάρρυνσης, να αντιτάξει άμυνες, αλλά σε σχέση με τον εαυτό της, σ΄ αυτό που είχε δημιουργήσει σ΄ επίπεδο φαντασιακό, είναι που δεν βρίσκει άμεσες πηγές αμυντικού χαρακτήρα στις οποίες θα μπορούσε να ανατρέξει, και αυτό αποτελεί μια σοβαρή απειλή για την αυτοεκτίμηση της.

Την στιγμή κατά την οποία η μητέρα καταφέρνει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, η οποία έχει δημιουργηθεί από την σχέση της με το πολυανάπηρο παιδί, και η οποία προσδιορίζεται από τις άμμεσες ανάγκες του ίδιου του παιδιού, μπορούν να εμφανιστούν απαντήσεις παθολογικού τύπου.

Από την ανικανότητα αισθητηριακών επενδύσεων εκ μέρους της μητέρας, εννοώντας με αυτό όλα εκείνα που συνδέουν τη μητέρα με το σώμα του παιδιού, προέρχεται η αδυναμία τού να συλλάβει ή να μεταδώσει ένα ερέθισμα μια χειρονομία ή μια έκφραση συμμετοχής στο παιδί. Το να μην μπορεί να την κοιτάξει το παιδί, το να μην ξέρει να προσαρμόσει την δική της συμπεριφορά στις ανάγκες του παιδιού και τέλος η φαινομενική απουσία αναγκών, καθορίζουν, μερικές φορές, την απώθηση των προβληματικών που εκτέθηκαν προηγουμένως, με προσαρμογή, στην μη παρουσία του παιδιού, σε συναισθηματικό επίπεδο, μέσα από αιτιολογήσεις που προέρχονται από διαδικασίες  εκλογίκευσης.

Με άλλα λόγια, μια μητέρα αποθαρρημένη, ανίκανη να ζήσει με πραγματικούς όρους μια οποιαδήποτε σχέση με το παιδί της, ανίκανη ως εκ τούτου να ενεργήσει γι΄ αυτό ως μεσολαβητής με την πραγματικότητα και με το σκοπό να διατηρήσει την δική της αυτοεκτίμηση, όταν η σχέση γίνεται πάρα πολύ οδυνηρή, αποτραβιέται συναισθηματικά από την δυαδική σχέση, με πτώση του ενδιαφέροντος έναντι του παιδιού.

Σ΄ αυτό το σημείο, αν θεωρήσουμε πως η ικανοποίηση της ανάγκης και η εμπειρία της συνέχειας των μητρικών φροντίδων, συνιστούν το πρώτο βήμα για την οργάνωση των ανθρώπινων σχέσεων και ότι αυτές αντιπροσωπεύουν το βασικό στοιχείο της διαφοροποίησης Εγώ – Μη Εγώ, μπορούμε να δούμε πως η μητρική απομάκρυνση μπορεί να καθορίσει ένα σταμάτημα της ανάπτυξης του παιδιού, το οποίο εν απουσία ενός μεσολαβητού δεν μπορεί να οργανώσει τις λειτουργίες του Εγώ, παραμένοντας σε μια αδιαφοροποίητη κατάσταση.

Στην δεύτερη περίπτωση, έχουμε ένα υπερτονισμό του παιδικού φαντασιακού στοιχείου της μητέρας, συνδεδεμένο με την ανικανότητα να βιώσει τον μητρικό ρόλο, σε σχέση με το ανάπηρο παιδί.

Ένα τέτοιο βίωμα επιδρά με τέτοιο τρόπο ώστε η πηγή των συμπεριφορών σχέσης της μητέρας να μην είναι το παιδί, αλλά η προβολή μιας φανταστικής εικόνας, μη πραγματικής, προηγούμενης και προκαταβολικής του παιδιού. Και είναι φανερό, ότι η γέννηση ενός ανάπηρου παιδιού δεν μπαίνει στις προσδοκίες και στα σχέδια κανενός.

Μιά τέτοια στάση έχει ως αποτέλεσμα να μην γίνονται αντιληπτές οι πραγματικές ανάγκες του παιδιού ως τέτοιες από τη μητέρα, αλλά να τείνει στο να οργανώσει μια σχέση επιβίωσης, μέσα στην οποία και τα δύο στοιχεία της σχέσης είναι ξεκομμένα από ένα πραγματικό πλαίσιο. κατ΄ αυτό τον τρόπο το παιδί ερεθιζόμενο ελλιπώς, δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις για την μητέρα και αυτή  δεν θα ξέρει να αρχίσει ένα “σωματικό διάλογο” με το παιδί, αρχίζοντας μια κλιμάκωση κατά την οποία οι απογοητεύσεις και για τους δύο θα αυξάνονται, καθηλωμένοι όλο και περισσότερο σε άκαμπτα σχήματα συμπεριφοράς που θα τείνουν στο να απομονώσουν όλο και περισσότερο το παιδί από το περιβάλλον του, καθ΄ όσον δεν του διαθέτουν τα μέσα για μια ικανοποιητική σχέση.

Κατά την συμπεριφορά τύπου σύγχυσης, η ανικανότητα βίωσης του φυσικού χωρισμού, και ως εκ τούτου το να αποδεχτεί την ταυτότητα του παιδιού ξέχωρα από τον εαυτό της, μέσα από μια διαδικασία διανοητικοποίησης της ύπαρξης του ίδιου του παιδιού, έχει ως αποτέλεσμα η μητέρα να τείνει στο να ενισχύει, από τους πρώτους μήνες κιόλας την κατάσταση εξάρτησης του παιδιού το οποίο όχι μόνο για τις ανάγκες του, αλλά επίσης και για τις αναπηρίες του τείνει να την αναζητά για μια πιο μακρά περίοδο, σε σχέση με το κανονικό.

Κατά συνέπεια παρατείνεται μια περίοδος που μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε ως φυσιολογική μέσα στη ζωή της δυάδας, εκείνη την περίοδο που η Mahler ονομάζει “συμβιωτική φάση”.

Η παράταση ενός τέτοιου τρόπου σχέσης έχει συχνά ως αποτέλεσμα το να διαρθρωθεί ένα μητρικό βίωμα “παρατεταμένης διαχείρισης” με έντονη την στάση της απόκρυψης. Με την σειρά του ένα τέτοιο βίωμα επιδρά όλο και βαθύτερα πάνω στην οργάνωση του παιδιού, όπως η μητέρα, δεν θα είναι σε θέση να οργανώσει μια νοητική παράσταση της εικόνας της μητέρας, η οποία υπάρχει κατά συνέπεια μόνο όταν το παιδί έχει άμεση αντίληψη της ίδιας.

Η υπερπροστατευτική στάση, γίνεται περισσότερο εμφανής κατά την ανάλυση, απ΄ όσο οι άλλες συμπεριφορές, προκύπτει ότι σε αναλογία είναι η μητρική αμυντική συμπεριφορά η οποία χρησιμοποιείται περισσότερο.

Η συμπεριφορά αυτού του είδους μπορεί να οριστεί ως λύση συμβιβασμού, η οποία έχει στόχο την υπεράσπιση του μητρικού Εγώ, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα σε μια άρνηση του παιδιού, η οποία όμως δεν έχει πρόσβαση στην σφαίρα του συνειδητού, και της ανάγκης να έχει κατάλληλες συμπεριφορές σε σχέση με τους κανόνες που απαιτεί ο μητρικός ρόλος.

Μέσα από την υπερπροστασία, η μητέρα αποκτά συνείδηση του εαυτού της ως “καλής μητέρας”, καθ΄ ότι πρόθυμη και επιμελής, προστατεύει και φροντίζει το παιδί της.

Στην πραγματικότητα αυτές οι μητρικές φροντίδες, εκφράζοντας την εκδήλωση μιας μητρικής ανάγκης, δεν θα είναι ανάλογες και δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ανάπτυξης και της αυτονομίας του παιδιού. Με άλλα λόγια η μητέρα υποκαθιστά το παιδί με τον εαυτό της, προσφέροντας ικανοποίηση πριν ακόμη εκφραστεί η ανάγκη.

Κατ΄ αυτό τον τρόπο, το παιδί θα είναι πάντα ξεκομμένο από την πραγματικότητα, δεν θα γνωρίζει τα όρια του, και το Εγώ του δεν θα είναι σε θέση, να προσδιορίσει κατά ανεξάρτητο τρόπο τις λειτουργίες του.

Τέτοια συμπεριφορά, τοποθετείται, συνεπώς σ΄ εκείνη την μητρική διάσταση στην οποία η ίδια η μητέρα αυτοπροσδιορίζεται σ΄ ένα ρόλο, μόνο όταν, μέσα απ΄ αυτό, μπορεί να επουλώσει πρακτικά την ναρκισσιστική πληγή, η οποία δημιουργήθηκε από την γέννηση ενός ανάπηρου παιδιού.

Πάρα πολύ πιο δύσκολο είναι να φωτιστεί εκείνη η συμπεριφορά που προέρχεται από την διαστρέβλωση του μητρικού ρόλου.

Η αρχή μιας τέτοιας συμπεριφοράς θα πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία παροχής δυνατοτήτων συναισθηματικής συμμετοχής, το οποίο από το άλλο μέρος λόγω των αναγκών του και των αναπηριών του, αποτελεί μια συνεχή πηγή απαιτήσεων για την μητέρα.

Μιά απελευθερωτική συμπεριφορά, που επιτρέπει στην μητέρα να βιώνει ένα ρόλο ελεύθερο από συγκρούσεις, είναι εκείνη η οποία προέρχεται από την εκμάθηση ορισμένων τεχνικών αποκατάστασης (οι οποίες λόγω της συμπεριφοριστικής τους τοποθέτησης προσφέρονται γι΄ αυτό), αντί του συναισθηματικού περιεχομένου της σχέσης με το παιδί. Τέτοιου είδους τεχνικές, σε μια λαθεμένη συμμετοχική οπτική, μετατρέπουν την μητέρα πρώτα απ΄ όλα σ΄ ένα τεχνικό.

Μέσα από μια τέτοια λύση, η μητέρα μπορεί να πραγματοποιήσει ένα απελευθερωτικό συμβιβασμό μεταξύ του ίδιου του εαυτού της και των αναγκών του παιδιού.

Θα έχουμε, τότε, μια πεπειραμένη μητέρα πάνω σε όλα τα τεχνικά προβλήματα της κινητικής αποκατάστασης και της αποκατάστασης της συμπεριφοράς, αλλά που δεν θα ξέρει να δώσει στο παιδί εκείνο το αίσθημα της ασφάλειας και του ότι αποτελεί μέλος της οικογένειας, που μπορεί να προέλθει μόνο από ένα μακρό συναισθηματικό και συμμετοχικό διάλογο, ο οποίος βεβαίως θα πραγματοποιείται με ερεθίσματα και με κατανόηση των προβλημάτων προσαρμογής του παιδιού, αλλά επίσης και από την κατανόηση των δυσκολιών προσαρμογής της μητέρας στην πολλαπλή αναπηρία του παιδιού, οι οποίες διαφορετικά θα αποτελέσουν ένα αξεπέραστο φραγμό, που καμιά τεχνική δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει επωφελώς.

Επί πλέον, μια τέτοια συμπεριφορά, η οποία μπορεί αρχικά να καθορίσει μια θετική αξιολόγηση του προσώπου της μητέρας, σταδιακά στην συνέχεια θα καταρρεύσει με την αύξηση των αναγκών του παιδιού, ιδίως όταν αυτά τα παιδιά αξιολογούνται ως “βαριές περιπτώσεις”.

Μετά από χρόνια εργασίας ως “τεχνικοί”, συχνά αυτές οι μητέρες, οι οποίες κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, είχαν λάβει μια ανταμοιβή με το να βιώνουν τις τεχνικές αποκατάστασης ως υποκατάστατο μιας σχέσης, θα βρεθούν πολύ άσχημα ηττημένες από την αναπηρία του παιδιού, με μίά ταχεία εμφάνιση εκείνων των προβλημάτων προσαρμογής, τα οποία είχαν μπει κατά μέρος, αλλά δεν είχαν ξεπεραστεί, στα οποία υπεισέρχεται μια άρνηση περισσότερο εμφανής απ΄ ότι στις προηγούμενες φάσεις.

Ως εκ τούτου πρέπει να υπογραμμίσουμε το πόσο είναι αναγκαίο, πριν να διδάξουμε σε μια μητέρα, το πως να μάθει το παιδί της να μπουσουλάει, να την διδάξουμε να το παίρνει στην αγκαλιά της, να το χαϊδεύει, να του μιλάει, να το ταΐζει, να δημιουργήσει κατά συνέπεια με αυτό εκείνη την κοινή και ευαίσθητη επαφή που μόνα αυτή μπορεί να προκαλέσει και στους δύο ένα αίσθημα του ότι ανήκει ο ένας στον άλλο.

Κατά την συμπεριφορά του τύπου καρτερικής άφεσης, που αντιπροσωπεύει γενικά μια από τις δυνατές καταλήξεις των συμπεριφορών που ήδη έχουμε περιγράψει προηγουμένως, υπεισέρχεται στην καταθλιπτική, ή στην στάση ενοχής, μια καρτερική άφεση, η οποία δεν είναι θετική αποδοχή, εννοούμενη ως συμμετοχή, αλλά ως άρνηση οποιασδήποτε ελπίδας και οποιασδήποτε δυνατότητας αλλαγής.

Σύμφωνα με αυτή την οπτική, κάθε εξέλιξη του παιδιού δεν γίνεται αντιληπτή, γιατί θα κατέληγε στο να ξανανοίξει παλιές πληγές και να οξύνει εκ νέου προβληματικές, για τις οποίες γίνεται προσπάθεια να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν περισσότερο από την σφαίρα της συνείδησης.

Αυτή είναι η συμπεριφορά, η οποία συχνά, είναι η αιτία που η οικογένεια έρχεται με καθυστέρηση στο Ινστιτούτο, και κατά συνέπεια δεν έχει ως σκοπό την ανάκτηση, αλλά την διά βίου περίθαλψη του ανάπηρου παιδιού, και στην αναζήτηση, εκ μέρους του ζευγαριού, μέσα από την απόκτηση άλλων παιδιών, μιας λύσης στην πτώση της αυτοεκτίμησης τους.

Αυτό αντιπροσωπεύει επίσης την πιο επικίνδυνη συμπεριφορά για τους σκοπούς της ανάκτησης του πολυανάπηρου παιδιού, γιατί βασίζεται στην απουσία προσδοκιών και στην άρνηση μιας οποιασδήποτε ικανότητας του παιδιού.

Ως εκ τούτου είναι απαραίτητο να επέμβουμε σε επίπεδο οικογενειακού πυρήνα, πριν ακόμη μπορέσουν να διαμορφωθούν στάσεις αυτού του τύπου, οι οποίες χαρακτηρίζονται από έλλειψη εμπιστοσύνης και από κατάρρευση των προσδοκιών.

Τέλος η συμπεριφορά συμμετοχικού τύπου, που προοδευτικά ορίζεται ως συγκεκριμένη θεώρηση του παιδιού, με τα όρια του και τις δυνατότητες του, χαρακτηρίζεται από μια θετική συμμετοχή στην δυαδική σχέση, αποτελεί το απαραίτητο στοιχείο, όχι μόνο για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, αλλά επίσης για την διαμόρφωση μιας θετικής μητρικής ισορροπίας.


Δυσκολίες κατά την οργάνωση της συνείδησης του εαυτού στο πολυανάπηρο παιδί

Η σχέση μητέρας – παιδιού παίρνει μια δική της ιδιαίτερη σημασία από τις πρώτες κιόλας στιγμές της ζωής του παιδιού, χαρακτηριζόμενη, γι΄ αυτό το λόγο, ως αναντικατάστατη σχέση επιβίωσης.

Η απουσία ή η διαστρέβλωση αυτής της σχέσης έχει βαθιά επίδραση στο παιδί, ακόμη δε περισσότερο όταν μια τέτοια κατάσταση πραγματοποιείται πρώιμα ή και το ίδιο το παιδί, λόγω αντικειμενικών ελαττωμάτων, παρουσιάζει μια φανερή έλλειψη των οργάνων τα οποία είναι επιφορτισμένα να πραγματοποιούν μια αξιόπιστη ανταλλαγή μεταξύ και εαυτού και του περιβάλλοντος.

Για να μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια ανταλλαγή ως συνειδητή συμπεριφορά, ηθελημένη και σκόπιμη, είναι απαραίτητο το παιδί να ξέρει να παρίσταται ως ξεχωριστό, από το περιβάλλον, υποκείμενο, και κατά πρώτο λόγο από την μητέρα, την οποία κατά συνέπεια πρέπει να αναγνωρίζει, αυτή την ίδια, ως ξεχωριστή οντότητα.

Όλες οι εμπειρίες του παιδιού, τα πρώτα χρόνια της ζωής, συμβάλλουν στη γνώση που αποκτά το παιδί για τον ίδιο τον εαυτό του. Η βάση της εικόνας του εαυτού δημιουργείται πράγματι από την διαφοροποίηση του εαυτού από εκείνο που δεν είναι εαυτός, μέσα από την έκφραση όλο και πιο εκλεπτυσμένων, κινητικών σχημάτων, το φθάσιμο των αντικειμένων και την συνείδηση ότι μπορεί να επιδράσει στο περιβάλλον μέσα από την κίνηση.

Η έννοια του εαυτού δημιουργείται πράγματι από την ικανότητα του να προάγει την ισχυροποίηση της δικής του σωματικής πραγματικότητας, στη συνέχεια, να την διαφοροποιεί από όλο και ευρύτερα πλαίσια δηλαδή να πραγματοποιεί την ικανότητα να τοποθετείται στην διαπροσωπική σχέση, ως ταυτότητα στο χώρο και στο χρόνο.

Αυτό είναι το βίωμα το οποίο τονίζεται καθ΄ όσον ο ορισμός του ιδίου σώματος ως πεπερασμένου και οριοθετημένου, συνιστά την βάση για την ψυχική παράσταση του Εγώ. Το Εγώ, πράγματι, όπως ορίζει ο Freud, είναι πρώτα απ΄ όλα ένα σωματικό Εγώ, εννοούμενο ως επιφάνεια πάνω στην οποία φθάνουν και διά μέσου της οποίας προέρχονται οι πρώτες και πιο σημαντικές πληροφορίες γύρω από τον ίδιο τον εαυτό και το περιβάλλον.

Εμείς γνωρίζουμε τώρα, όχι μόνο από τα δεδομένα της φιλολογίας, αλλά και από την προσωπική παρατήρηση, ότι η τυφλότητα, αυτή καθ΄ εαυτή, δεν αποτελεί ένα εμπόδιο στην οργάνωση του Εγώ, με την προϋπόθεση να υπάρχει μια βοηθητική παρέμβαση που να επιτρέπει την πραγματοποίηση και εσωτερίκευση της άμεσης εμπειρίας, υπογραμμίζοντας, όπως αποδυκνύει ο Piaget, ότι η γνώση και οι έννοιες προέρχονται από την ικανότητα, από την δυνατότητα να ενεργήσει κανείς άμεσα πάνω στο αντικείμενο.

Τι μπορούμε να πούμε όμως για την κατάσταση στην οποία το ψυχικό, ή και το κινητικό μειονέκτημα έρχεται να συνδεθεί με την στέρηση της όρασης, όταν δηλαδή η ψυχική και η κινητική δυσκολία επιβαρύνεται περαιτέρω από μια ελλιπή δυνατότητα γνώσης του περιβάλλοντος, μέσω της γλωσσικής, ή διά των χειρονομιών, επικοινωνίας.

Κάθε κατάσταση πολλαπλής αναπηρίας, με βάση όσα εκτέθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο, συμβαίνει να οργανώνεται αφ΄ εαυτή με παθολογικό τρόπο, αδύνατο να την επαναφέρουμε σε θεραπευτικά σχήματα καθώς και σε προκαθορισμένα και αυστηρά σχήματα αποκατάστασης, όχι μόνο λόγω του διαφορετικού τρόπου με τον οποίο επικαλύπτονται οι δυσκολίες, αλλά επίσης και επάνω απ΄ όλα, λόγω του διαφορετικού τρόπου με τον οποίο το οικογενειακό περιβάλλον έχει οργανώσει τις αντιδράσεις του έναντι της πολλαπλής αναπηρίας.

Ως βασικό συμπέρασμα, μπορούμε όμως να πούμε ότι στο πολυανάπηρο, τυφλό παιδί, στο οποίο οι πρώιμες αναπηρίες δεν του επέτρεψαν να πραγματοποιήσει τις εμπειρίες που βρίσκονται στη βάση των ουσιωδών διανοητικών μηχανισμών, θα βρούμε μια εικόνα του σώματος ατελή και αποσπασματική.

Θα έχουμε κατά συνέπεια ένα πλαίσιο χακτηριζόμενο από επιβράδυνση, δυσαρμονίες, παλινδρομήσεις, εκεί όπου τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος δεν λαμβάνουν υπ΄ όψιν τους την ανικανότητα του παιδιού να τα δεχτεί.

Η εξέλιξη της συνείδησης του εαυτού προϋποθέτει πάντα μια αποτελεσματική και ισχυρή δυάδα. Όταν αυτό δεν πραγματοποιείται, μπορούμε να δούμε το παιδί που κινείται, αγγίζει τα πράγματα, χειρίζεται τα αντικείμενα, αλλά μπορούμε επίσης να διαπιστώσουμε την απουσία της ολοκλήρωσης και της επεξεργασίας των δεδομένων της αντίληψης, τα οποία παραμένουν, κατά συνέπεια, αυτοσκοπός, σχεδόν στεγανά χωρίσματα και η απουσία της αποκωδικοποίησης των μηνυμάτων, που δεν θα επιτρέψει μια σημαντική επικοινωνία.

Οι κινήσεις και οι χειρισμοί που πραγματοποιούνται σ΄ αυτή την κατάσταση εκδηλώνονται με στερεότυπους και επαναληπτικούς τρόπους, δεν συλλαμβάνουν την ιδιαιτερότητα ενός αντικειμένου παραμένοντας επί μακρόν στο επίπεδο του αυτοματισμού, και κατά συνέπεια δεν παράγουν νοητικές παραστάσεις, δίνοντας έτσι την αρχή ηχοπρακτικών και ηχολαλικών συμπεριφορών.

Είναι σ΄ αυτό το σημείο που ο ειδικευμένος λειτουργός, σε συγχρονισμό με το πρόσωπο μιας καταρτισμένης μητέρας, αναλαμβάνει το ρόλο του, στο να πραγματοποιήσει ένα αργό μεν αλλά προοδευτικό μετασχηματισμό του αδιαφοροποίητου συνόλου των αισθήσεων και των κινήσεων, σε ειδικές και διαφοροποιημένες πληροφορίες.

Η χρήση της ψυχοκινητικότητας ως καθοριστικής στιγμής, κατά την απόκατάσταση του πολυανάπηρου παιδιού.

Βασικό και αναντικατάστατο στοιχείο, το οποίο θα πρέπει να μεταδοθεί στη μητέρα ως εξελικτική ανάγκη του πολυανάπηρου παιδιού, είναι η αναγκαιότητα να εντοπιστεί το πιο αποτελεσματικό κανάλι επικοινωνίας, ιδιαίτερα εκεί όπου απουσιάζει η ομιλία, διαφορετικά θα είναι ανεπαρκής η απαραίτητη βάση, για την προετοιμασία της ομιλίας και για να ωριμάσει, στο ίδιο το παιδί, η αίσθηση ότι αποτελεί μέλος, γεγονός το οποίο είναι καθοριστικό όσον αφορά την οργάνωση της κοινωνικότητας.

Είναι απαραίτητο να ξεπεραστούν οι οικογενειακές αντιστάσεις, που συχνά παρουσιάζονται ακόμη και στους λειτουργούς, οι οποίοι θεωρούν περιττό το να επικοινωνεί κανείς με ένα πολυανάπηρο παιδί, το οποίο φαινομενικά δεν μας κατανοεί, γιατί συχνά κανείς από εμάς δεν κάνει αρκετή προσπάθεια να ερμηνεύσει τα μηνύματα του, τα οποία αποκωδικοποιούνται με το δικό μας “λεξιλόγιο”. Αυτό που χρειάζεται είναι μια συνεχής προσπάθεια. Παρουσίαση ερεθισμάτων που έχουν επιβεβαιωθεί, και τά οποία απευθύνονται σε ότι πιο ιδιαίτερο μπορούμε να συλλάβουμε στο παιδί. Έτσι γεννιέται η δυνατότητα να πάρουμε, αργά ή γρήγορα, μια απάντηση από το παιδί.

Ιδιαίτερα, με βάση τα δεδομένα της βιβλιογραφίας και των δικών μας ειδικών μελετών πάνω σ΄ αυτό το θέμα, θεωρείται ότι ο δίαυλος ο οποίος αντικαθιστά την όραση, κατά την οργάνωση της έννοιας του εαυτού, είναι εκείνος της αφής, σταδιακά συνδεόμενος με την αίσθηση της ακοής. Αυτή η ιδέα που μπορεί να μας ξαφνιάσει με την σαφήνεια της, αντανακλά, στην πραγματικότητα, την σύνθεση όλου εκείνου που μπορούμε να ορίσουμε ως η “πραγματική ζωή” του τυφλού πολυανάπηρου παιδιού: γι΄ αυτό θεωρείται βασικό να βοηθηθεί η μητέρα, που είναι προσανατολισμένη οπτικά, να δείξει ιδιαίτερη προτίμηση σ΄ ένα αντιληπτικό – επικοινωνιακό δίαυλο, κατάλληλο για το παιδί. Είναι απαραίτητο, πράγματι, αυτή να συνειδητοποιήσει, ότι παίρνοντας στην αγκαλιά το παιδί, δεν είναι γι΄ αυτό μόνο μια συναισθηματική έκφραση, αλλά του δίνει επίσης την δυνατότητα να πραγματοποιήσει μια εμπειρία απτικής οικειότητας και ταυτόχρονα, όπως υπογραμμίζει η Fraiberg, να είναι περιτριγυρισμένο από την φωνή της: και οι δύο αυτές στιγμές αντιπροσωπεύουν μια βασική εμπειρία στην ενοποίηση των ερεθισμάτων, που είναι η βάση για την οργάνωση της έννοιας του αντικειμένου.

Αυτό το στοιχείο θα αποδειχτεί ακόμη πιο απαραίτητο, και όχι τόσο αυτονόητο, όπως αρχικά θα μπορούσε να φανεί, αν λάβουμε υπ΄ όψη μας ότι ένα παιδί, το οποίο παρουσιάζει κοντά στην αισθητηριακή αναπηρία και μια κινητική ή και νοητική, παραμείνει δε για μια περίοδο, επικίνδυνα παρατεταμένη, σ΄ ένα κόσμο χωρίς εικόνες και χωρίς συγκεκριμένα ερεθίσματα, καθ΄ όσον τα πρόσωπα και τα αντικείμενα παρουσιάζονται κατά τρόπο ασυνεχή, δίνοντας αρχή σε μια αποσπασματική εμπειρία, η οποία θα παραμείνει τέτοια αν δεν υπάρξει μέριμνα από το περιβάλλον να το βοηθήσει στο να πραγματοποιήσει την ενοποίηση, πρώτα απ΄ όλα του ίδιου του εαυτού του ως σωματικοτητας, την χειρονομία του και την κίνηση του, κατά τέτοιο τρόπο που να μπορεί να ορίζει την μόνιμη ύπαρξη του αντικειμένου.

Γι΄ αυτό το σκοπό, ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ σωματικότητας, ενέργειας και συμπεριφοράς, νομίζουμε ότι είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί η σημασία της ψυχοκινητικής θεραπείας, τόσο για την πρόληψη όσο και για την αποκατάσταση, η οποία θα πρέπει να στοχεύει στην ανάκτηση της νοητικής, της συναισθηματικής και κινητικής σφαίρας, γιατί η εκπαιδευτική πράξη και η στιγμή της θεραπείας – αποκατάστασης, οφείλουν να είναι τέτοιες ώστε να ερεθίζουν όλες τις περιοχές της συμπεριφοράς του πολυανάπηρου παιδιού, προς μία σφαιρική εξέλιξη, που κατά πρώτο λόγο είναι ανάπτυξη, μέσα και προς την αυτονομία.

Ξεκινώντας απ΄ αυτή την προϋπόθεση, και με το σκοπό να πάρουμε ικανοποιητικές απαντήσεις από το υποκείμενο, ο λειτουργός, ο οποίος έχει αναλάβει την υποχρέωση της ψυχοκινητικής επανόρθωσης του παιδιού, οφείλει να έχει υπ΄ όψη του μερικές βασικές σκέψεις.

α) Αναγκαιότητα να δημιουργηθούν καταστάσεις, και να δοθούν ερεθίσματα που θα είναι κατανοητά, και που θα αποτελούν κίνητρο για το παιδί.
Με άλλα λόγια, καμία τεχνική δεν είναι “καλή” καθ΄ εαυτή, αλλά γίνεται κατάλληλη κατά την στιγμή κατά την οποία από τις γενικές προϋποθέσεις είναι δυνατό να προσαρμοστούν κατάλληλα περιεχόμενα και ερεθίσματα στα μέσα και στα ενδιαφέροντα του παιδιού.
Οι επεμβάσεις που προέρχονται αφ΄ υψηλού ως άκαμπτες λύσεις κάθε προβλήματος, μπορούν να θεωρηθούν μόνο ως “άλλοθι” για όποιον ενεργεί, καθ΄ όσον βάζουν σε λειτουργία ένα πρακτικό αποτελεσματικισμό, που εκτρέπει από την διερεύνηση και από την παρατήρηση του δυναμικού του παιδιού

β) Χρησιμοποίηση, εκ μέρους όλων των προσώπων που σχετίζονται με το παιδί, κοινών τρόπων επέμβασης
Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ωθήσουμε την οικογένεια να πάρει μέρος στην θεραπευτική αντιμετώπιση. Ο λειτουργός χωρίς το φόβο ότι θα χάσει το ρόλο του ή το κύρος του, αλλά εξηγώντας το πώς και το γιατί ορισμένων συμπεριφορών και ορισμένων τεχνικών, βρίσκοντας τη χρυσή τομή μεταξύ του υπερερεθισμού, τον οποίο προτείνουν μερικές ειδικές θεραπείες οι οποίες ανατρέπουν το σχήμα των αλληλοεπιδράσεων, προκαλώντας συμπεριφορές οι οποίες μακροπρόθεσμα, αποδεικνύονται βλαβερές όχι μόνο για το παιδί, αλλά για ολόκληρο τον πυρήνα, και την αντίθετη στάση του υποερεθισμού, που πηγάζει από την  “υπόγεια ιδεολογία” ορισμένων θεωριών, σύμφωνα με τις οποίες μπροστά στη βαριά αναπηρία δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

δ) Το να δοθεί προτεραιότητα στην επικοινωνία αποτελεί την προϋπόθεση για κάθε διαδοχική επέμβαση.

Έχοντας ως προϋπόθεση ότι η επικοινωνία θα πρέπει να φθάνει στο παιδί μέσα από κάθε στιγμή της ζωής, με τη χρήση επακριβών τύπων, που εύκολα θα κατανοούνται, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε πως η στιγμή της ψυχοκινητικότητας συνιστά, σ΄ επίπεδο αποκατάστασης, το βασικό στοιχείο στη σχέση μεταξύ του πολυανάπηρου παιδιού και του περιβάλλοντος.

Ξέρουμε ότι η αλληλοεπίδραση μεταξύ του πολυανάπηρου παιδιού, το οποίο στερείται όρασης, και του περιβάλλοντος, θα είναι μακρά και επίπονος, καθ΄ όσον η απουσία της όρασης δεν επιτρέπει το να συλλαμβάνει κανείς την πραγματικότητα κατά τρόπο γρήγορο και ταυτόχρονο: ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο, η ψυχοκινητική παρέμβαση χαρακτηρίζεται ως η απαραίτητη στιγμή ερεθίσματος και ενοποίησης των ερεθισμάτων.

Το τυφλό παιδί πρέπει να φθάσει σταδιακά να χρησιμοποιεί την αφή, ως πρωταρχικό δίαυλο αντίληψης, και στο να ενοποιεί τις απτικές πληροφορίες με τις ακουστικές, με σκοπό να επιτευχθεί η δημιουργία του πραγματικού. Όμως πριν αυτό φθάσει στο βαθμό να πραγματοποιεί αυτό το περίπλοκο έργο της σύνθεσης, είναι απαραίτητο να πραγματοποιήσουμε μα αυτό και τη μητέρα μια μακρά εργασία ανακάλυψης των χεριών, ως ανεξάρτητων από το στόμα, και ως μέσο για την δημιουργία σχέσεων με τον εξωτερικό κόσμο, μέσα από ερεθισμούς επιφανειακών και βαθύτερων αισθητηρίων (θερμικές διαφορές, στερεότητα των αντικειμένων κ.τ.λ.), και των σχέσεων που διέπουν τα χέρια με τα άλλα μέρη του σώματος.

Αν εμείς δεν αναπτύξουμε αυτή την συνήθεια στο παιδί, δεν θα μπορέσουμε να το βοηθήσουμε να οργανώσει ένα κόσμο σχημάτων και σκέψεων, στην περίπτωση απουσίας ερεθισμάτων θα λείψει και η επιθυμία της επικοινωνίας.

Από όσα ειπώθηκαν, προκύπτει πως η πρώτη προσέγγιση πρέπει να είναι στραμμένη σε μια προσεχτική παρατήρηση του υποκειμένου, ιδιαίτερα των ικανοτήτων του αυθόρμητης οργάνωσης και των διαμορφωμένων στρατηγικών μάθησης, μόνο κατ΄ αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να οδηγηθούμε σε μια αξιολόγηση των βασικών δυνατοτήτων, πάνω στις οποίες να αρχίσει η επέμβαση της επανόρθωσης, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπ΄ όψιν τα ιδιαίτερα προβλήματα που η τυφλότητα συνεπάγεται, όταν συνδυάζεται με άλλες αναπηρίες.

Ιδιαίτερα, θα πρέπει να προσέξουμε την επίπτωση της πολλαπλής αναπηρίας στην ανάπτυξη μιας επαρκούς φυσικής ανεξαρτησίας, θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως η απουσία της οπτικής μίμησης προξενεί μεγαλύτερο περιορισμό των δυνατοτήτων του παιδιού και την αναγκαιότητα να χρησιμοποιήσουμε κατά συνέπεια διαφοροποιημένες στρατηγικές αποκατάστασης, πως η αρχική έλλειψη ερεθισμάτων μεταφράζεται σε έλλειψη και συχνά απουσία κινήτρων, και τέλος θα πρέπει να αξιολογήσουμε το φόβο της κίνησης, εννοούμενο ως φόβο του κενού και μη ελέγχου του γύρω χώρου.

Κάθε επέμβαση αποκατάστασης, ιδιαίτερα εκείνη της ψυχοκινητικότητας, θα πρέπει να θεωρήσει αυτά τα προβλήματα ως καθοριστικά, που αν παραμεληθούν οι επιπτώσεις τους, θα εκτρέψουν ολόκληρο το τόξο ανάπτυξης του παιδιού.


Ενεργητική συνεργασία και αρμοδιότητες των δομών

α) Από την διάγνωση στην έγκαιρη θεραπεία

Είναι φανερό πως η βλάβη του διαύλου που συνδέει, σε άμεσο επίπεδο, το παιδί με τον συγκεκριμένο κόσμο, καθιστά αναγκαίο να μπουν σε ενέργεια λύσεις προσαρμογής, σε μεθοδολογικό επίπεδο, τέτοιες που να επιτρέπουν το ξεπέρασμα του μειονεκτήματος αυτού καθ΄ εαυτού και, πάνω απ΄ όλα, τα δευτερογενή αποτελέσματα που η έλλειψη της όρασης μπορεί να δημιουργήσει πάνω στην συναισθηματική σφαίρα, σ΄ αυτή της συμπεριφοράς και της μάθησης.

Μελέτες γύρω απ΄ αυτό το θέμα, έφεραν πολλά στοιχεία στο φώς, σχετικά με το πως κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μπαίνουν οι βάσεις, οι οποίες εγγυώνται την μετέπειτα ανάπτυξη, με την επίτευξη εκείνων των αντικειμενικών σκοπών, που προσδιορίζουν την ενήλικη και ώριμη προσωπικότητα.

Στο διάστημα των πρώτων τριών ετών της ζωής, ξέρουμε λοιπόν, ότι οποιαδήποτε αναπηρία επεμβαίνει για να εμποδίσει ή να εκτρέψει τις γραμμές εξέληξης, αποτελεί μια τρομερή δυσκολία για την μετέπειτα ανάπτυξη.

Αν σε συνάφεια με αυτό θεωρήσουμε ότι η αρχική πλαστικότητα  των ψυχικών και νευρολογικών δομών τείνει να οργανωθεί σε σχήματα από τη μια μεριά όλο και πιο διαφοροποιημένων, αλλά από την άλλη σε όλο και πιο ανθεκτικών στην αλλαγή, προερχόμενα από ειδικές λύσεις προσαρμογής που το ίδιο το υποκείμενο δομησε, είτε αυτές είναι φυσιολογικές ή παθολογικές, προκύπτει ως πρώτη συνέπεια, η αναγκαιότητα να εντοπίσουμε όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα, κάθε αιτία ή εμπόδιο για μια συνειδητή και παραγωγική προσαρμογή στον κόσμο.

Με άλλα λόγια, είναι απαραίτητο να επέμβουμε πριν η αναπηρία παράγει, ως αποτέλεσμα, ένα παθολογικά πλαίσιο μόνιμο και ανθεκτικό σε μια θεραπεία τροποποίησης.

Παράλληλα με την θεώρηση της πλαστικότητας του νευρολογικού ιστού και των ψυχικών δομών, οι οποίες κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής επιτρέπουν περισσότερες δυνατότητες ανατομικό – λειτουργικών προσαρμογών ή λειτουργικών υποκαταστάσεων, φανερώνεται η ίδια κατάσταση στο οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο μια έγκαιρη επέμβαση βρίσκει ένα ιστό σχέσεων πλαστικό και υποκείμενο σε αλλαγή, ενώ μια καθυστερημένη επέμβαση θα όφειλε να αναμετρηθεί με εσωτερικές αντιστάσεις του πυρήνα, καθηλωμένες σε τρόπους σληρωτικούς όσον αφορά την συμπεριφορά γύρω από τις σχέσεις, δυνάμει εκείνης της αναζήτησης της εσωτερικής ισορροπίας στην οποία τείνει κάθε πυρήνας.

Απ΄ αυτό προκύπτει ότι μια αργοπορημένη επέμβαση όχι μόνο επιφέρει ελλιπείς και ελάχιστα σημαντικές τροποποιήσεις, σε σχέση με την ψυχική και νευρολογική δομή του υποκειμένου, αλλά, κατά συνέπεια, θα έχει ελλιπή απομονωτική δυνατότητα επάνω στον πυρήνα.

Μια άλλη μικρή παρατήρηση είναι εκείνη η σχετική με την αναγκαιότητα μιας επέμβασης η οποία να έχει συνολικό χαρακτήρα, προερχόμενη όχι από το άθροισμα επί μέρους στοιχείων, αλλά από την εκτίμηση ότι κάθε μειονέκτημα όπως και κάθε υπάρχουσα δυνατότητα στο παιδί δεν ενεργεί αφ΄ εαυτή αλλά σε σχέση με άλλα μειονεκτήματα ή και δυνατότητες, σε συνάφεια με το συναισθηματικό και περιβαλλοντολογικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εκείνο το ιδιαίτερο υποκείμενο είναι ενταγμένο, και το οποίο εκδηλώνεται με μια ατομικότητα, που είναι η δομή του προσώπου.

Αυτό σημαίνει, π, χ, ότι δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε κινητικά ένα παιδί, ανεξάρτητα από την θεώρηση της αισθητηριακής αναπηρίας, από την ύπαρξη ενός περιβάλλοντος το οποίο παρέχει ερεθίσματα περισσότερο ή λιγότερο, και από την παρουσία μιας μητέρας αγχώδους και προστατευτικής.

Τονίζεται τέλος, η αναγκαιότητα να προσδιοριστεί με σαφείς όρους το περίγραμμα της επέμβασης μας, καθ΄ όσον το να ξέρουμε και να γνωρίζουμε το “γιατί” της επέμβασης αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για να ξέρουμε “το πως” πρέπει να εργαστούμε γιατί, χωρίς να πέφτουμε σε ακρότητες βέβαια, ο ακριβής διαγνωστικός προσδιορισμός, ορθά χρησιμοποιούμενος, μπορεί να συμβάλλει, κατά ουσιαστικό τρόπο, στην γνώση του υποκειμένου μέσα στην σφαιρικότητα του.

β) Σχέση μεταξύ εξειδικευμένης εκπαιδευτικής δομής και οικογένειας.

Από την διαπίστωση ύπαρξης στενού δεσμού μεταξύ των διαφοροποιήσεων συμπεριφοράς του πολυανάπηρου παιδιού και των διαφοροποιήσεων αλληλοεπίδρασης του οικογενειακού πυρήνα, μπορούν να συναχθούν ορισμένα βασικά στοιχεία, εκείνης που με γενικούς όρους ορίζεται ως οικογενειακή θεραπεία και που στην ιδιαίτερη περίπτωση, θεωρείται σωστότερο να ορίσουμε ως “εκπαίδευση της οικογένειας στην παρουσία του πολυανάπηρου παιδιού”.

Αυτή η επέμβαση, που πραγματοποιείται, ή θα έπρεπε να πραγματοποιείται, ως πρωταρχική στιγμή της σχέσης που μεσολαβεί μεταξύ της εξειδικευμένης εκπαιδευτικής δομής και της οικογένειας, πρέπει να τοποθετήσει τον τελικό αντικειμενικό σκοπό του πολυσύνθετου εκπαιδευτικού έργου μέσα μέσα στην ίδια την οικογένεια και όχι στο ιδιαίτερο παιδί, καθ΄ όσον η οικογενειακή συμπεριφορά δεν δίνεται από το άθροισμα της συμπεριφοράς των ξεχωριστών μελών της, αλλά από την παρουσία χαρακτηριστικών που είναι ίδια του συστήματος. Η πρώτη στιγμή αυτής της εκπαιδευτικής επέμβασης προσδιορίζεται από την κατανόηση των δυναμικών των σχέσεων που παρουσιάζονται στον οικογενειακό πυρήνα: η οργάνωση ή καλύτερα η αναδιοργάνωση της οικογένειας με την παρουσία του πολυανάπηρου παιδιού, με ανακατανομή των ρόλων στο εσωτερικό της, όπως είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, συνιστά το βασικό στοιχείο κατανόησης των συμπεριφορών του ίδιου του παιδιού.

Η θεραπευτική επέμβαση, σ΄ αυτή την πρώτη στιγμή, θα πρέπει να θέσει ως αντικειμενικό στόχο την έκφραση της οικογενειακής επικοινωνίας, δηλαδή να ενεργήσει ως καταλυτικό στοιχείο, σε βαθμό να δώσει το ερέθισμα για επικοινωνία (φοβίες, επιθυμίες, άγχη, κ.τ.λ.) γύρω από την παρουσία της αναπηρίας. Συχνά η οικογένεια τείνει να κλειστεί, χαρακτηριζόμενη ως ένα στερεοποιημένο σύστημα, γιατί δεν έχει ένα “ακροατή”, κάποιο που να συμμερίζεται, να αναλύει, με την ίδια την οικογένεια, τα προβλήματα. Το να φωτιστούν οι δυναμικές που ενεργοποιούνται κάτω από την παρουσία του πολυανάπηρου παιδιού, δίνεται η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί το δεύτερο βήμα μέσα στο σύνθετο εκπαιδευτικό έργο: η μη παθολογική προσαρμογή, στην παρουσία της αναπηρίας.

Η οικογένεια ως σύστημα θα είναι σε θέση να οργανώσει την προσαρμογή της, μόνο όταν υπάρχουν δύο προϋποθέσεις: το πολυανάπηρο παιδί, τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα της ημέρας να ευρίσκεται μέσα στον οικογενειακό πυρήνα, και να είναι σαφείς οι δυνατότητες και τα όρια του ίδιου του παιδιού, δηλαδή η οικογένεια θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογήσει το “πραγματικό” που έχει εμπρός, και όχι το “φανταστικό” παιδί που κάλυπτε προηγουμένως το ρόλο του παιδιού. Είναι πράγματι, προτιμότερο, με τους όρους της ψυχικής οικονομίας της οικογένειας, να αντιμετωπιστεί το πραγματικό δεδομένο, όσο σκληρό και αν είναι αυτό, παρά να δημιουργηθούν ψεύτικες προσδοκίες, οι οποίες προοδευτικά θα διαψευσθούν γιατί δεν είναι πραγματοποιήσιμες.

Τρίτη στιγμή, επόμενη της προηγούμενης, και πιο ειδικότερα εκπαιδευτική, συνίσταται από την κατανόηση, εκ μέρους της οικογένειας, των ελάχιστων και των επι μέρους αντικειμενικών στόχων, που μπορούν να επιτευχθούν από το υποκείμενο κατά τα διάφορα εξελικτικά στάδια: με άλλα λόγια, η οικογένεια θα πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να αξιολογεί τις μεταβολές της συμπεριφοράς σ΄ εκείνες τις εκδηλώσεις που προηγουμένως δεν αξιολογούντο στο πολυανάπηρο παιδί. Οι καθημερινές δραστηριότητες, οι σχετικές με τις βασικές συμπεριφορές, για την ανακάλυψη και για την εξερεύνηση του περιβάλλοντος με το χέρι, θα πρέπει κατά συνέπεια να ερμηνεύονται, όχι τόσο ως συνήθειες, αλλά ως μορφές πρωταρχικής μάθησης, συνέπεια μιας πρωταρχικής εκπαιδευτικής επέμβασης, της οποίας συντελεστής θα πρέπει να είναι επίσης και η οικογένεια.

Αυτό μας οδηγεί να αποσαφηνίσουμε μια άλλη πτυχή της σχέσης με τίς οικογένειες. Για να μπορέσει πραγματικά η οικογένεια να βιώσει με θετικό τρόπο την σχέση της με το πολυανάπηρο παιδί, είναι απαραίτητο όχι μόνο να κατανοήσει τις συμπεριφορές αυτού του τελευταίου, αλλά να ξέρει από τι προσδιορίζονται και να αισθάνεται υπεύθυνη για την εξέλιξή του.

Με άλλα λόγια, χωρίς να μετατρέψουμε την οικογένεια σ΄ ένα επιτελείο λειτουργών αποκατάστασης, είναι απαραίτητο να μεταδώσουμε σ΄ αυτή μερικές βασικές γνώσεις, που να επιτρέψουν ένα συνειδητό χειρισμό της εκπαιδευτικής επέμβασης και ελεύθερο από άγχος.

Αυτή η στιγμή, η οποία συμβαίνει να έχει εξαιρετική σημασία, για τους σκοπούς μιας διαδικασίας αποκατάστασης, θα επιτρέψει στην οικογένεια να αξιολογήσει το πολυανάπηρο παιδί ως τέτοιο, δηλαδή πρώτα απ΄ όλα ως ένα παιδί, και όχι ένα  “παράξενο και διαφορετικό” ον, που για να υπάρξει αμοιβαία αλληλοεπίδραση με αυτό είναι απαραίτητες, άλλο τόσο παράξενες και διαφορετικές πρακτικές.

Τέλος με την γνώση των εκπαιδευτικών τεχνικών, και πάνω απ΄ όλα με την κατανόηση τους, η οικογένεια θα είναι περισσότερο διατεθειμένη, να οργανώσει κατά ολοκληρωμένο τρόπο το δίχτυ των δυναμικών, μέσα στο εσωτερικό της, με την ολοκληρωμένη ένταξη σ΄ αυτή του πολυανάπηρου παιδιού, που θα αποκτήσει αυτό το ίδιο ένα δικό του ρόλο, καταφέρνοντας συχνά να αναπτύξει το αίσθημα, ότι είναι μέλος και ανήκει στην οικογένεια.

Παραμελώντας αυτή την στιγμή ως ανώφελη και περιττή, θα ευνοηθεί μόνο μια διαδικασία αποξένωσης, η οικογένεια θα αναπτύξει αισθήματα ανικανότητας έναντι του παιδιού, και μια όλο και πιο φανερή πτώση του ενδιαφέροντος για την εκπαιδευτική διαδικασία.

Αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με δύο τρόπους, που προσδιορίζονται από την περιοχή στην οποία κατοικεί η οικογένεια και από την εξειδικευμένη δομή: η πρώτη, η πιο ιδανική, είναι εκείνη που χαρακτηρίζεται από την αρχική παρουσία του λειτουργού μέσα στην οικογένεια, ο οποίος αρχικά εργάζεται με το παιδί και με την παρουσία της μητέρας, και σταδιακά μεταφέρει την παρέμβαση του στην δυάδα μητέρας – παιδιού για να φθάσει σε μια άμεση σχέση, επαλήθευσης, με το ίδιο το παιδί, που εργάζεται με την μητέρα. Η δεύτερη δυνατότητα είναι εκείνη η σχετική με την περιοδική ειδική εκπαίδευση της οικογένειας, που με το χρόνο, παίρνει μια λειτουργία επαλήθευσης του εκπαιδευτικού προγράμματος, με συζήτηση των προβλημάτων που συναντά η ίδια η οικογένεια κατά την εκπαιδευτική παρέμβαση.

γ) Ο ρόλος του ψυχολόγου μέσα στην ειδικευμένη δομή

Συμπερασματικά, θεωρούμε σκόπιμο να διασαφηνίσουμε το ρόλο του ψυχολόγου σ΄ αυτή την εκπαιδευτική διαδικασία.

Προϋποθέτοντας ότι στην πράξη εκπαίδευσης και αποκατάστασης, το εξειδικευμένο πρόσωπο δεν πρέπει να το εννοούμε ως τεχνικό υποστήριξης ή ειδικής συμβουλευτικής, αλλά ως λειτουργικό πρόσωπο πρωταρχικής σημασίας, νομίζουμε ότι μπορούμε να ορίσουμε το ρόλο του ψυχολόγου, σύμφωνα με όσα αναφέραμε στις προηγούμενες σελίδες.

Θεωρείται ιδιαίτερα ότι οι βασικές στιγμές της ψυχολογικής επέμβασης είναι τρεις:

α) – προς την οικογένεια,
β) – εντός της οικογένειας,
γ) – εντός της εκπαιδευτικής δομής: προς τα πολυανάπηρα πρόσωπα και προς τους λειτουργούς.

Στην πρώτη περίπτωση, ο ψυχολόγος ορίζεται ως λειτουργός μεσολαβητής, δηλαδή εκείνο το πρόσωπο που φέρνει σ΄ επαφή την οικογένεια με την εκπαιδευτική δομή, ιδίως κατά τις πρώτες και πιο λεπτές στιγμές αυτής της σχέσης, όταν ακάμη οι προβληματικές των οικογενειακών σχέσεων δεν έχουν αναδυθεί, τουλάχιστον ως sos, εμπρός στις δυσκολίες του παιδιού.

Αυτή αντιπροσωπεύει την πιο δύσκολη και λεπτή στιγμή εμπλοκής της οικογένειας, όταν η διάψευση των προσδοκιών, η απογοήτευση, η άρνηση, κάνουν την ίδια την οικογένεια να είναι ελάχιστα διατεθειμένη για θεραπεία, αλλά να τείνει στο να φανερώσει συμπεριφορές εξουσιοδότησης προς την εκπαιδευτική δομή, δοκιμάζοντας μια αναδιοργάνωση του πυρήνα “πέρα από την αναπηρία”.

Η πρακτική του ψυχολόγου, στο εσωτερικό της οικογένειας, χαρακτηρίζεται ως διαμεσολάβηση μεταξύ του παιδιού και της οικογένειας, τοποθετείται δηλαδή σ΄ εκείνο το χώρο που είναι εξ΄ ολοκλήρου υπό κατασκευή, της δυαδικής και πυρηνικής σχέσης, μέσα στον οποίο είναι απαραίτητο να αρχίσουμε την αναζήτηση διαύλων επικοινωνίας αναπληρωματικών ή εναλλακτικών εκείνων που χρησιμοποιούνται συνήθως.

Είναι η στιγμή κατά την οποία η οικογένεια, συνειδητοποιώντας τις πραγματικές διαστάσεις του μειονεκτήματος και των δυνατοτήτων του παιδιού, πρέπει να μεταφράσει αυτή την συνειδητοποίηση σε πρακτικούς όρους, στην εκπαιδευτική διαδικασία του παιδιού.

Παράλληλα σ΄  αυτή την επέμβαση, ο ψυχολόγος σ΄ αυτή την φάση, χαρακτηρίζεται και ως θεραπευτής αφ΄ εαυτού, του οποίου το έργο έχει σκοπό να εντοπίσει και να τροποποιήσει πιθανόν τις παθολογικές δυναμικές σχέσεων, που παρουσιάζονται στο εσωτερικό του πυρήνα.

Η τρίτη στιγμή αναφέρεται στη σχέση με την εκπαιδευτική δομή, και είναι εκείνη που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα να γίνει κατανοητό ότι πάρα πολύ συχνά η επαγγελματική παρέμβαση του ψυχολόγου απευθύνεται στα άτομα που κάνουν χρήση αυτών των υπηρεσιών, και όχι στην οργανωτική εκπαιδευτική δομή, και σε όσους εργάζονται επαγγελματικά σ΄ αυτή: υπογραμμίζεται δηλαδή, ο ρόλος υποστήριξης που στρέφεται στους άλλους λειτουργούς οι οποίοι εμπλέκονται περισσότερο στην καθημερινή σχέση με το πολυανάπηρο παιδί.

Θεωρείται σκόπιμο σ΄ αυτό το σημείο να υπογραμμίσουμε μια βασική όψη της ειδικής εκπαιδευτικής δομής, είναι δηλαδή η σταθερότητα των λειτουργών που γίνεται απαραίτητη προϋπόθεση για την παρέμβαση σε άτομα με βαριά αναπηρία, καθ΄ όσον βαρύνει πάνω σ΄ αυτά μια σοβαρή ψυχολογική φόρτιση, αρκεί να σκεφτούμε τις εμπειρίες απογοήτευσης και αμηχανίας που δοκιμάζουν. Υπενθυμίζουμε πράγματι πως μερικές θεραπείες πραγματοποιούνται μέσα από διαδικασίες εξαιρετικά αργές, που καθίστανται ακόμη πιο δύσκολες από παρατεταμένες περιόδους στασιμότητας: κατά συνέπεια μπαίνει υπό συζήτηση η αυτοεκτίμηση και η προσωπική αξία των λειτουργών, αισθήματα που μερικές φορές προκαλούν τάσεις παραίτησης.

Απ’ αυτό συνάγεται ότι δεν είναι δυνατόν να εργαστεί ο λειτουργός με πολυανάπηρα παιδιά χωρίς παράλληλα να του παρασχεθεί μια υποστήριξη.

Αυτή η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί ποικίλως να μεταφραστεί σε διάφορες μορφές, που μπορούν να συνοψιστούν στην πιο ειδική εργασία ομαδικής θεραπείας, είτε στην συνεχή και ακριβή πληροφόρηση και συζήτηση της επέμβασης για την αποκατάσταση, με την υιοθέτηση διαφορετικών κριτηρίων αξιολόγησης των αποτελεσμάτων, από εκείνα που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στο εκπαιδευτικό περιβάλλον.

Μετάβαση στο περιεχόμενο