Κεφάλαιο τέταρτο
Τεχνικές αποκατάστασης και εκπαιδευτικών επεμβάσεων: βοηθήματα και εμπειρίες
του Antonio Passaro
Η Θεραπεία της συνύπαρξης ή maternage
Έχω αναφερθεί στα προηγούμενα γιά τις εμπειρίες οι οποίες δεν έχουν βιωθεί ή έχουν βιωθεί με λαθεμένο τρόπο από το νεογγέννητο παιδί με πολλές αναπηρίες. Το αίσθημα ταυτότητας του μπορεί να γεννηθεί ή να ευνοηθεί από την σωματική επαφή και κατά συνέπεια από μιά σειρά απτικών και χειρονακτικών εμπειριών, αλλά η κατάσταση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει δεν ευνοεί μιά διαλογική σχέση αλληλοεπίδρασης με την μητέρα.
Εξετάζοντας την δυάδα μητέρα – τυφλό παιδί, διεπίστωσα ότι η μητέρα τείνει να βιώνει το παιδί ως “αντικείμενο”, αισθάνεται ότι είναι όλο και λιγότερο σε θέση να παρέμβει επειδή δεν δέχεται μυνήματα τα οποία μπορούν να την ικανοποιήσουν.
Το παιδί ως συνέπεια αυτής της μη – διαλογικής κατάστασης, αρχίζει να αναδιπλώνεται στον εαυτό του, και να υπερτονίζει τα ερεθίσματα που δέχεται από το σώμα του. Έτσι χάνει την δυνατότητα να πραγματοποιήσει μιά σειρά από βασικές απτικές, ακουστικές, χειρονακτικές, κινητικές εμπειρίες, καθώς και εμπειρίες συντονισμού.
Η παραμονή σ΄ αυτή την κατάσταση της αισθητήριο – κινητικό – συναισθηματικής αποστέρησης, επιβραδύνει στο παιδί την δυνατότητα της αυτο – εξερεύνησης και της εξερεύνησης, το εμποδίζει να δημιουργήσει αξιόπιστες αντικειμενικές σχέσεις και δεν επιτρέπει να πραγματοποιηθούν διαδικασίες ταύτησης. Το παιδί θα παραμείνει σ΄ ένα αδιαφοροποίητο ή συμβιωτικό στάδιο. Οι μελέτες μερικών συγγραφέων όπως οι Harlow, Spitz, Bolwby, Montagu, αποκάλυψαν το ρόλο που έχουν τα απτικά ερεθίσματα στην ψυχο – κινητική – συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού και τις συνέπειες μιάς ελλειπούς ικανοποίησης των απτικών αναγκών στα πρώτα στάδια της παιδικής ηλικίας. Ιδιαίτερα, ο Lowen, εξακρίβωσε ότι στα ψυχωτικά παιδιά το αίσθημα της “μη ταυτότητας” γεννιέται από μία απουσία χειρωνακτικών εμπειριών και εξακριβώνει ένα στενό συσχετισμό μεταξύ έλλειψης απτικών ερεθισμάτων και αυτισμού. Όλα αυτά με έκαναν να προβληματιστώ πάνω σε τι θα μπορούσε να γίνει σε σχολικό περιβάλλον, γιά να προσφέρουμε στα παιδιά μας την δυνατότητα να ξαναβιώσουν μ
ερικές σημαντικές εμπειρίες, και να ικανοποιηθούν οι οξυμένες ανάγκες που οφείλονται στην έλλειψη της όρασης.
Η δεύτερη σκέψη προέκυψε από την εξέταση ενός κοινού δεδομένου σε διάφορα άτομα που παρουσίαζαν διαταραχές της διαπροσωπικής σχέσης.Διαπίστωσα ότι πολλά από τα παιδιά μας είχαν γεννηθεί πρόωρα και κατά συνέπεια είχαν μπει γιά μερικούς μήνες στην θερμοκοιτίδα έχοντας αποστερηθεί το πρόσωπο της μητέρας. Είχαν περάσει από ένα περιβάλλον πολύ ζεστό, το οποίο ανταποκρινόταν σε κάθε ανάγκη, σε ένα άλλο το οποίο αποδυνάμωνε κάθε εξωτερικό ερέθισμα. Σε μιά πρόσφατη έρευνα των Milani – Comparetti, απεδεικνύετο με σαφήνεια η διαφορά συμπεριφορών του παιδιού στην ενδομήτρια ζωή και στην θερμοκοιτίδα.
“… Εντυπωσιάζει η ακινησία τους σε σύγκριση με την ενδομήτρια κινητικότητα, η οποία οφείλεται εν μέρει στους πόνους του τοκετού, εν μέρει στην δύναμη της βαρύτητας και εν μέρει στην επίσης πρώιμη διακοπή του δεδομένου, από το περιεχόμενο της μήτρας, κινητικού διαλόγου… ” .
Η κινητικότητα του εμβρύου και του νεογέννητου η οποία αναλαμβάνει το ρόλο του ψυχικού οργανωτή, σταματά, δημιουργώντας μιά σοβαρή καθυστέρηση στην ανάπτυξη των κινητικών και λειτουργικών σχημάτων και στους μηχανισμούς που στηρίζουν το σύστημα επικοινωνίας.
Τα μηνύματα που προτείνει το παιδί, ελάχιστα εκφραστικά, είναι τα μη αναμενόμενα από το περιβάλλον, με τις συνέπειες που αυτό επιφέρει σε επίπεδο σχέσεων και ψυχολογίας.
“… Το έμβρυο το οποίο κινήται στην μήτρα βρίσκεται σε αλληλοεπίδραση με το εξωτερικό περιβάλλον που αποτελείται από την αμνιοτωτική κοιλότητα. Εγκαινιάζεται έτσι πολύ πρώιμα ένας κινητικός διάλογος μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντος που το περιέχει, του οποίου η πρόωρη διακοπή δημιουργεί μιά κατάσταση που ερμηνεύεται ως αποστέρηση…” .
Κατανόησα σ΄ αυτό το σημείο ότι θα έπρεπε να καταστρωθεί μιά ανανεωτική μεθοδολογία η οποία, βασίζόμενη πάνω στην προϋπόθεση της σχέσης μητέρας – παιδιού ή λειτουργού – παιδιούπαιδιού, θα μπορούσε να ξανανοίξει τα κανάλια επικοινωνίας τα οποία διακόπηκαν από την γέννηση.
Το παιδί με πολλαπλή αναπηρία δοκίμασε και δοκιμάζει αισθήματα σωματικού χωρισμού χωρίς να είναι σε θέση να τα υποφέρει, αναπτύσσοντας δευτερεύουσες αυτιστικές διαδικασίες. Παρατηρείται σ΄ αυτό μιά αναζήτηση τονισμού της προσοχής πάνω στο σώμα του, σχεδόν να βρεί μόνο σ΄ αυτό ενότητα και ασφάλεια.
Οι πρόσφατες μελέτες του Winnicott, Tustin και Bion πάνω στην “Holding situation” υπογράμμισαν την λειτουργικότητα της δυαδικής κατάστασης και το ρόλο της μητέρας “ως το πρόσωπο το οποίο συγκρατεί” τα άγχη του παιδιού.
Τα παιδιά μας με πολλαπλές αναπηρίες εμφανίζονταν σαν μικρές και εύθραυστες υπάρξεις σε συνεχή αναζήτηση ενός υποστηρικτή. Γεννήθηκε η θεραπεία της “συνύπαρξης στο maternage”. Με αυτό τον όρο εννοούμε μιά σειρά υποστηρικτηκών αισθητήριο – κινητικό – συναισθηματικών ερεθισμάτων, που προτείνονται στο παιδί μέσα σε μιά δομημένη κατάσταση, η οποία επιτρέπει και ευνοεί στάδια σχεδιαγραφημένα από σύνολα συμπεριφορών αμφοτέρων των πρωταγωνιστών (μητέρας – παιδιού, Λειτουργού – παιδιού), δηλαδή δυαδικά στάδια.
Η ανάκτηση της δυαδικής συμβίωσης θέλει να είναι μιά πρόταση επανάληψης καταστάσεων, εμπειριών μη βιωθέντων ή βιωθέντων αρνητικά από το παιδί.Μέσα απ΄ αυτή την μεθοδολογία ο λειτουργός προσπαθεί να κάνει το παιδί να ξαναβιώσει καταστάσεις των νεογέννητων καθώς και καταστάσεις της νηπιακής ηλικίας σε σχέση με “αυτόν” με το σκοπό να καταστήσει, στη συνέχεια, πιό εύκολη την δυαδική σχέση με την πραγματική μητέρα.
Κάθε ερεθισμός, που πραγματοποιείται στα στάδια της θεραπείας της “συμβίωσης”, είναι μιά αλληλοεπίδραση που περικλείει μέσα της μιά σχέση διευθετημένη και διαλογική. Και είναι ερεθισμός εμποτισμένος με συναισθηματική ένταση και αληθινά ουσιώδης.
Αυτή η μεθοδολογία εφαρμόστηκε σε παιδιά ηλικίας τριών έως δώδεκα ετών με διαταραχές της διαπροσωπικής σχέσης και της επικοινωνίας, μερικά απ΄ αυτά τα παιδιά είχαν επί πλέον ένα κινητικό πρόβλημα. Όλα είχαν υποστεί ένα αποχωρισμό από το πρόσωπο της μητέρας όταν ήταν νεογέννητα ή οπωσδήποτε κατά την διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής.
Δοκιμάστηκε γιά πρώτη φορά την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 1982 στον ιατρικό – παιδαγωγικό τομέα του Ινστιτούτου “Α. Romagnoli”.
Πραγματοποιείτο σε εννέα παιδιά, τρείς φορές την εβδομάδα. Ο μέσος χρόνος διάρκειας της θεραπείας του maternage είναι γύρω στα τριάντα λεπτά.
Η εμπειρία συνεχίστηκε το σχολικό έτος 1983 με δέκα παιδιά ηλικίας τριών έως επτά ετών.
Τα αποτελέσματα τα οποία προέκυψαν είναι ακόμη στο στάδιο της μελέτης, της έρευνας και της ολοκλήρωσης. μπορούμε να διαπιστώσουμε μεγάλη προόδο, σε κινητικό επίπεδο, σε παιδιά με παιδική εγκεφαλική παράλυση στα οποία παρατηρείτο μιά μείωση του υπερτόνου κατά την διάρκεια των σταδίων της θεραπείας του Maternage. Σε άλλα παιδιά τονίστηκαν μορφές λεκτικής επικοινωνίας είτε ηχολαλικές είτε με κάποιο νόημα. Σε όλα σημειώθηκε η μείωση και η εξαφάνιση των αυτοτραυματισμών κατά την διάρκεια της θεραπείας της συνύπαρξης. Στην μεταθεραπευτική περίοδο παρατηρήθηκε μιά μείωση της υπερκινητικότητας και μιά καλυτέρευση στην διατροφή.
Η παρέμβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί ατομικά, από το ζευγάρι λειτουργός – παιδί, ή συγχρόνως με άλλα παρόμοια ζευγάρια.
Στο δωμάτιο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται θα πρέπει να είναι κατάλληλο, ζεστό και άνετο: θα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις γιά ένα ψυχικό σύνδεσμο μέσα στο σύνολο λειτουργός – παιδί.
Ο ρόλος της μουσικής που συνοδεύει όλα τα στάδια της θεραπείας του Maternage θα τείνει στο να δημιουργήσει την εικόνα της κίνησης, στο να δώσει τόνο και ρυθμό στην εναλλαγή των φάσεων, γιά να καταστήσει την σχέση πιό δημιουργική και εκφραστική.
Όλα τα στάδια πραγματοποιούνται πάνω σε στρώματα από ελαστικό κόμμι (καουτσούκ).
1ο στάδιο: ακρόαση (συναισθηματική σχέση τονική – σωματική)
Σ΄ αυτό το πρώτο στάδιο ο λειτουργός παίρνει το παιδί στην αγκαλιά του και προσπαθεί να του δώσει ερεθίσματα με απτικά και λεκτικά μέσα, δηλαδή αγκαλιάζοντας το, μιλώντας του σε χαμηλή φωνή, χαϊδεύοντας το στο πρόσωπο. Με την έναρξη της μουσικής η δυάδα προσαρμόζεται στον ήχο νανουρίζοντας αργά. Ο σκοπός είναι να δημιουργηθεί μια τονική – συναισθηματική σχέση ως προϋπόθεση γιά την συνέχεια.
2ο στάδιο: κινητικά σχήματα
α) Κίνηση σε εμβρυϊκή θέση. Ο λειτουργός αποχωρίζεται από το παιδί, στη συνέχεια το αγκαλιάζει βάζοντας το ένα χέρι του πίσω από το κεφάλι του και το άλλο πάνω στα πόδια του που είναι εντελώς λυγισμένα, αρχίζει κατόπιν με το χέρι να κάνει ένα “rocking” εμπρός πίσω. Το παιδί υποβάλλεται σε μιά σημαντική παθητική κίνηση που επίσης την λειτουργία του να ερεθίζει το προθαλαμιαίο σύστημα. Η παθητική κίνηση από το κούνημα της μητέρας (στην περίπτωση, της θεραπείας του Maternage, από τον λειτουργό) όταν γίνεται δεκτή μέσα σε ευχάριστη κατάσταση, ευνοεί τις εκούσιες κινήσεις, αντίθετα η απουσία αυτής της εμπειρίας θα οδηγήσει σ΄ ένα κούνημα απομονωμένο το οποίο προσλαμβάνει γιά το παιδί αξία μιάς αυτοϊκανοποίησης, γίνεται δηλαδή ένας μηχανισμός ο οποίος τιθεται σε λειτουργία από το υπό διαμόρφωση Εγώ, γιά να περιορίσει το άγχος.
β) Κύλισμα ή ημικύλισμα. Η θέση δυάδα χωρίζει, το παιδί απομακρύνεται και ο λειτουργός το ξαναπιάνει σε μια κίνηση πλησίασμα – απομάκρυνση – χωρισμός. Σε ορισμένες περιπτώσεις το κύλισμα πραγματοποείται στη στάση της σωματικής ένωσης. Πάντως με όποιο τρόπο και να είναι, η απουσία επαφής είναι βραχύτατη. Οι κινήσεις μπορούν να συνοδεύονται με ομιλία.
γ) Πρόσωπο με πρόσωπο: το παιδί είναι στην αγκαλιά του λειτουργού, πρόσωπο με πρόσωπο. Η κίνηση έχει παρόμοια σημασία με εκείνη του σημείου β): πλησίασμα – απομάκρυνση, χωρισμός – ένωση. Είναι χρήσιμο από κινητική άποψη γιά τον έλεγχο της κεφαλής και γιά την ανάπτυξη των τονικών αντανακλαστικών του λαιμού.
δ) Αλογάκι: Η μουσική ποικίλλει, αλλάζει ο ρυθμός, το παιδί πάντα πρόσωπο με πρόσωπο χορεύει πάνω στα πόδια του λειτουργού.
3ο στάδιο: Χάιδεμα και διάφοροι χειρισμοί
Όσον αφορά την θέση του λειτουργού σε σχέση με τη θέση του παιδιού, μπορεί να αλλάζει. Σ΄ αυτή τη φάση χαϊδεύονται μερικά μέρη του σώματος του παιδιού (πρόσωπο, πλάτη, κοιλιά, πόδια κ.τ.λ.) με αργές και περιστρεφόμενες κινήσεις, πιέσεις με την γιά πλήρη συνειδητοποίηση του σώματος. Τα ερεθίσματα που δέχεται από τα χάδια, το χοροπήδημα και από την επαφή του σώματος του λειτουργού και του παιδιού, δημιουργεί μιά ευεξία η οποία ευνοεί εξελικτικές εκρήξεις όπως: εκούσιες κινήσεις και λεκτικές εκφράσεις με κάποιο σκοπό.
Οι αυθόρμητες εκφράσεις του λειτουργού χρωματίζουν με έντονο συναίσθημα την σχέση: το παιδί προσαρμόζεται στον παρτενέρ του και το πρόσωπο του παίρνει μιά διαφορετική έκφραση.
4ο στάδιο: ακρόαση (συναισθηματικό – σωματική σχέση)
Η μουσική αλλάζει γίνεται παρόμοια με αυτή του πρώτου σταδίου ο λειτουργός “περιβάλλει” (λιμπιντική κάθεξη) το παιδί, η σχέση γίνεται αληθινά δυαδική, η ομιλία είναι αυθόρμητη. Όταν η μουσική παύσει το ζευγάρι μένει απορροφημένο μέσα στην οικιότητα του.
5ο στάδιο: κοινωνικό – γνωστικό
Διαπιστώθηκε ότι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντήσαμε στα πρώτα setting της θεραπείας του Maternage ήταν η άρνηση εκ μέρους του παιδιού να δεχτεί να το αγγίξουν και να το χαϊδέψουν, ή σε άλλες περιπτώσεις η άρνηση να αγγίξει το πρόσωπο του λειτουργού. Σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν αδύνατο να γίνει ο σωματικός αποχωρισμός, έστω και προς στιγμή. Κοινές αντιδράσεις ήταν: να ουρλιάζει, να αυτοτραυματίζεται, να τραβά τα μαλλιά του λειτουργού, άρνηση εκτέλεσης της σειράς του προγράμματος γιά να μην αποχωριστεί.
Κάναμε την σκέψη να ενισχύσουμε τα στάδια στα οποία συμβαίνουν αυτά τα επεισόδια και ότι η διαλογική σχέση έπρεπε να οδηγήσει στη σχέση με τους “άλλους” συμβάλλοντας στο να προσδιοριστούν στάδια κοινωνικοποίησης μεταξύ συνομηλίκων μέσω των λειτουργών. Στο κοινωνικό – γνωστικό στάδιο παιδιά και λειτουργοί μπαίνουν σε κύκλο πάνω σε στρώματα, με σκοπό να προωθηθεί μιά αμοιβαία ανταλλαγή κινήτρων μεταξύ λειτουργού – παιδιού, παιδιού – παιδιού, παιδιού – ομάδας.
Καλό είναι να υπενθυμίσουμε, στο τέλος των επεξηγήσεων, ότι η σχέση λειτουργού – παιδιού πρέπει να είναι απολύτως σταθερή και θα ήταν μάλιστα σκόπιμο κάθε λειτουργός να επιλέγει το παιδί με το οποίο θα πραγματοποιήσει την θεραπεία της συνύπαρξης με το σκοπό να προάγει μια καλύτερη κάθεξη.
Η λειτουργεία των “συναντήσεων” ή “setting” σε επίπεδο ψυχικών σχέσεων, κατά την ανάπτυξη των γνωστικών διαδικασιών και της ομιλίας.
Ένα περαιτέρω βήμα μπροστά έπρεπε να γίνει στις μεθοδολογίες του τύπου συσχέτισης, με την εισαγωγή στο ημερήσιο σχολικό πρόγραμμα συναντήσεων ή “setting” οι οποίες θα έχουν χαρακτήρα ψυχικής σχέσης.
Σ΄ αυτές διατηρείται εν μέρει η αξία της “Υποστηρικτικής θεραπείας” αλλά επιδιώκεται η ενθάρρυνση του παιδιού να συμμετέχει προσωπικά, αν και σε συμβολική μορφή, και να αναπτύξει την ικανότητα της λεκτικής επικοινωνίας.
Αυτό το τελευταίο έτος πραγματοποιήθηκε κατά συνεχόμενο τρόπο, σε τέσσερα παιδιά, ηλικίας έξι έως δώδεκα ετών, που παρουσίαζαν διαταραχές της διαπροσωπικής σχέσης και αυτιστικές συμπεριφορές. Τέθηκαν μερικά σταθερά σημεία, που έπρεπε να πραγματοποιηθούν μέσα στο “Setting”:
1 – Συναισθηματική κάλυψη του παιδιού ενεργώντας πάνω στα πιό ενδεδειγμένα κανάλια επικοινωνίας.
2 – Όχι κατευθυντήρια στάση αλλά πρότασης.
3 – Ενεργούμε ώστε να ξαναβιώσει βαθιές παιδικές εμπειρίες, σε διαφορετικές καταστάσεις
Οι συναντήσεις επραγματοποιούντο σ΄ ένα δωμάτιο κατάλληλα διαρρυθμισμένο, σε ημέρες καθορισμένες και εναλλασόμενες, τηρώντας όσο το πιό δυνατόν γίνονταν, το ίδιο ωράριο.
Μετά από μερικές προσπάθειες σχημάτων επέμβασης, κατάλαβα ότι γιά να προκαλέσουμε την προσοχή, την αποδοχή των προτάσεων και των αλληλοδιαδοχών, την ανάπτυξη των γνωστικών διαδικασιών και τις μορφές μάθησης, έπρεπε να επαναλαμβάνονται τα ερεθίσματα κατά τρόπο καταναγκαστικά τελετουργικό, και μόνο στο τέλος του “setting” μπορούσε να πραγματοποιηθεί η αληθινή συνάντηση – σχέση. Τα παιδιά με πολλές αναπηρίες λειτουργούν συχνά καταναγκαστικά στο να επαναλαμβάνουν συνεχώς μερικές κινήσεις, στο να κουνιούνται και στο να γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους, σ΄ αυτά υπερισχύει η ηχολαλία και η ηχοπραξία. Πολλοί συγγραφείς ορίζουν αυτές τις συμπεριφορές ως “καταναγκαστική επανάληψη” η οποία γίνεται φραγμός κατά του άγχους που προέρχεται από τον εξωτερικό κόσμο.
Ο λειτουργός κατά την διάρκεια της συνάντησης θα πρέπει να προτείνει μία “καταναγκαστική επανάληψη”, σε νέα μορφή, και περισσότερο σχετιζόμενη με το διαμορφομένο πλέγμα σχέσεων.
Παραθέτουμε το σχήμα του “setting” (συνάντησης).
Πρώτο στάδιο: Προσέγγιση μέσα από την δημιουργία ψυχικής επαφής.
Ερεθισμός των πιό ενδεδειγμένων καναλιών: το σώμα, το δέρμα, την ακοή.
Σωματικές ασκήσεις με χειρισμούς των χεριών.
Θέση: επάνω στο χαλί, καθισμένοι ή στην αγκαλιά, πρόσωπο με πρόσωπο, ή πλάι – πλάι.
Δεύτερο στάδιο: Σωματική παραβολή και διαχωρισμός του εαυτού.
Ασκήσεις σωματογνωσίας πρόσωπο με πρόσωπο, εναλλαγή στις στάσεις.
Χρησιμοποίηση της μπάλας ως αντικειμένου επαφής.
Ανακάλυψη του στήθους, των μαλιών, της κοιλιάς.
Τρίτο στάδιο: Χρήση των αντικειμένων: νερό, άμμος, πλαστελίνη.
Τα αντικείμενα χρησιμοποιούνται κατά τρόπο αυτιστικό.
Τέταρτο στάδιο: (θα εισαχθεί στη συνέχεια) συνάντηση ψυχικής επαφής.
Συμβολικό παιχνίδι, ομιλία, ξεπέρασμα του άγχους. Χρήση των αντικειμένων που έχουν μεταμορφούμενο χαρακτήρα: κούκλα, κουβέρτα, μεγάλο κουτί, νερό, κ.τ.λ…
Αναφέρουμε μερικά χρονικά μιάς σειράς “setting” τα οποία πραγματοποιήθηκαν με ένα κοριτσάκι δώδεκα ετών που παρουσίαζε ένα αυτιστικό πλαίσιο με συμπεριφορές βίαιων αυτοτραυματισμών, ηχολαλική ομιλία και ελλειπή ικανότητα σε κινητικό επίπεδο.
Το κορίτσι ήταν εντελώς τυφλό.
“… Μόλις αντιλαμβάνεται την κατάσταση, η Άτζελα προσπαθεί να μπει στην αγκαλιά της λειτουργού, όχι στη θέση πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά στο πλευρό.
Οι πρώτες ασκήσεις είναι σωματικά παιχνίδια, οι οποίες έχουν ως σκοπό την αμοιβαία γνωριμία. Η λειτουργός κάνει προτάσεις στο κορίτσι, τώρα σε χαϊδεύω, τώρα σου δίνω χαστουκάκια, τώρα σε γαργαλάω, “η Σιμώνα γαργαλάει την Άντζελα…” Είναι προτιμότερο να εναλλάσονται απτικά ερεθίσματα με ακουστικά, μιλώντας σε χαμηλή φωνή ή τραγουδώντας γιά να προκαλέσουμε την προσοχή και την συμμετοχή. Μετά από αυτό το στάδιο η λειτουργός περνά στις ασκήσεις σωματογνωσίας, ιδιαίτερα πάνω σε τρία μέρη: τα μαλλιά, το στήθος, την κοιλιά.
Κατά το πέμτο “setting” (συνάντηση) το κορίτσι συγκέντρωσε την προσοχή στα μαλλιά της λειτουργού τραβώντας τα και δημιουργώντας παράλληλα ένα λεκτικό συνειρμό με τις λέξεις “πείνα, πείνα” και την ενέργεια του να τραβά τα μαλλιά της λειτουργού.
Στο επόμενο “setting” ετοιμάσαμε ένα μπιμπερό με γάλα.
“…Η λειτουργός έχει στην αγκαλιά το κορίτσι και τραγουδά κουνώντας το, μετά από μερικά λεπτά το κορίτσι φαίνεται χαλαρωμένο και σταματούν οι απότομες κινήσεις των ποδιών. Η λειτουργός γέρνει το πρόσωπο προς το κορίτσι έτσι ώστε να το αγγίζει ελαφρά με τα μαλλιά. Απρόοπτα το κορίτσι πιάνει τα μαλλιά και τα τραβά ευτυχισμένο: “περίμενε τώρα θα σου δώσω την πιπίλα” και του δίνει το μπιμπερό με το γάλα. Το κορίτσι παρουσιάζει απουσία θυλασμού αλλά όταν δέχεται τη ρόγα στο στόμα κάνει μιά αόριστη κίνηση, στην συνέχεια το πιάνει ξαφνικά και καταπίνει το υγρό.
Πλησιάζει στην λειτουργό και χτυπά τα χέρια της στο στήθος στη συνέχεια μπαίνει μπροστά της και στηρίζεται με την πλάτη στο σώμα της και αναφωνεί: “ciuccio, ciuccio, ciuccio” με φωνητικό τόνο όλο και πιό υψηλό. Αφού το έλαβε, το πιάνει με το ένα χέρι γέρνει το κεφάλι προς τα πίσω γιά να πιεί το υγρό το οποίο καταπίνει με σπασμωδικές κινήσεις. Τα χείλη δεν σφίγγουν την ρόγα αλλά την περιβάλλουν, ξαφνικά στη συνέχεια απομακρύνει το μπιμπερό και σκουπίζει το στόμα. Κατά την διάρκεια όλης αυτής της φάσης δεν είχε συμπεριφορές αυτοτραυματισμού…”. Το τρίτο στάδιο βασίζεται πάνω σε μερικά αντικείμενα τα οποία παρεμβάλλονται μεταξύ της λειτουργού και του παιδιού, χρησιμοποιούμε συνήθως την μπάλα, το νερό και την άμμο.
Το παιδί στην αρχή τα νοιώθει ως μέρη του εαυτού, ως αυτιστικά αντικείμενα τα οποία κατά την διάρκεια του “setting” θα πρέπει να γίνουν μεταβατικά:
“… Στην Άτζελα παρουσιάζεται γιά πρώτη φορά κατά την διάρκεια του “setting” μία λεκάνη με νερό. Η λειτουργός και το παιδί παίρνουν την θέση πρόσωπο με πρόσωπο καθισμένοι επάνω στο χαλί, και ανάμεσα στα πόδια τοποθετείται η λεκάνη. Η λειτουργός παίρνει τα χέρια του παιδιού και τα ωθεί μέσα στο νερό. Το παιδί σαν να αιφνηδιάζεται “η Άντζελα έχει τα χέρια μέσα στο νερό, τώρα κουνάει τα χέρια επάνω και κάτω, σιγά – σιγά, γρήγορα – γρήγορα, τώρα τα χέρια της Άντζελα είναι βρεγμένα, αγγίζει το πρόσωπο… τώρα το πρόσωπο της Σιμόνα. Τώρα η Σιμόνα βάζει τα χέρια μέσα στο νερό και πιτσιλά το πρόσωπο της Άντζελα , το παιδί αυθόρμητα ωθεί τα χέρια μέσα στο νερό, τα σηκώνει απότομα και αγγίζει το πρόσωπο. Η λειτουργός παραμερίζει την λεκάνη με το νερό, το παιδί την αγκαλιάζει πρόσωπο με πρόσωπο…”
Το τελευταίο στάδιο του “setting” στρέφεται στο συμβολικό παιχνίδι, σκοπεύει στο να ξαναβιώσει το παιδί, με διάφορους τρόπους, καταστάσεις της νηπιακής ηλικίας που να προκαλούν επίσης μιά συμμετοχή σε λεκτικό επίπεδο.
Αυτό το τελευταίο στάδιο προτείνεται μόνο αφού πρώτα θα έχουν πραγματοποιηθεί πολλές συναντήσεις που θα έχουν περιοριστεί στα τρία πρώτα στάδια.
“… Στις τελευταίες συναντήσεις είχαμε επιβεβαιώσει το βαθμό μνήμης του κοριτσιού που παρακολουθούσε την τελετουργική εξέλιξη του “setting”¨και συχνά προλάμβανε με κίνηση και με αλλαγές θέσης την συνέχεια που ακολουθούσε.
Η Άντζελα είχε βελτιώσει την στάση της στην αγκαλιά, συσπειρούμενη μέσα σ΄ αυτή τονίζοντας κατ΄ αυτό τον τρόπο τις στάσεις εναγκαλισμού του άλλου…”
Αποφασίσαμε να περάσουμε στο τέταρτο στάδιο και πρότεινα την εμπειρία της περιβολής με την κουβέρτα συνδυασμένη με ένα μελωδικό τραγούδι και με κίνηση τύπου κούνιας.
Τις δύο πρώτες φορές το παιδί φαινόταν παράξενα απορροφημένο χωρίς να δίνει απαντήσεις με κάποιο νόημα. Την επόμενη φορά στο μέσον του “setting” άρχισε να επεναλαμβάνει με επιμονή την λέξη “tuttella” (ωραία κουβέρτα). Μην παίρνοντας απαντήσεις ξάπλωσε πάνω στο χαλί και άρχισε να κουνιέται. Η λειτουργός εξέφρασε με λόγια αυτό που ζητησε λέγοντας: “Η Άντζελα θέλει την κουβέρτα”. Κατόπιν την σκέπασε και άρχισε να την νανουρίζει γλυκά. Η Άντζελα στην συνέχεια ζήτησε το μπιμπερό το οποίο πήρε τυλιγμένη στην κουβέρτα.
Αυτές οι εμπειρίες την οδήγησαν στο να ομιλεί, στο να χρησιμοποιεί την ομιλία στην μορφή επικοινωνίας (λέξη φράση), στο να κάνει μιά επιλογή μεταξύ δυνατών αναζητήσεων, με λίγα λόγια άρχισε μιά μορφή διαλόγου.
Τελικές παρατηρήσεις πάνω στο “setting” (συναντήσεις)
Το σχήμα το οποίο παρουσιάσαμε είναι καθαρά ενδεικτικό και κατά συνέπειακάθε παιδί, κατά την διάρκεια της διαδρομής, μπορεί να επιταχύνει ή να επιβραδύνει μερικά στάδια και να χρειαστεί την χρησιμοποίηση διαφορετικών αντικειμένων. Η λειτουργός από την άμεση εμπειρία με το ιδιαίτερο άτομο θα μπορεί να επινοήσει “στιγμές σχέσεων” οι οποίες να ανταποκρίνονται καλύτερα στην γενικότερη κατάσταση.
Καλό είναι να σημειώνεται και να εγγράφεται όλη η εξέλιξη της συνάντησης, ως εκ τούτου πολλές ιδιαιτερότητες την στιγμή της συνύπαρξης (maternage) διαφεύγουν, πολλές λεκτικές εκφράσεις φαίνονται ακατανόητες και πολλές συμπεριφορές παράλογες.
Μιά επανεπεξεργασία μετά από ένα χρονικό διάστημα, η οποία να προϋποθέτει μιά συζήτηση στην ομάδα πάνω στις αναδυόμενες δυναμικές, θα χρησιμεύσει στο να εμβαθύνουμε στην περίπτωση και να μην πάμε απροετοίμαστοι στο επόμενο “setting”.
Τελευταία προτάθηκε και πραγματοποιήθηκε ένα “setting” μεταξύ μητέρας και παιδιού.
