Δέσποινα Καρακατσάνη*
Βάσω Θεοδώρου*
Γνωστή για τις προοδευτικές ιδέες της, όχι μόνο στην παιδαγωγική αλλά και στην πολιτική, η παιδαγωγός Ρόζα Ιμβριώτη διαδραμάτισε έναν ηγετικό ρόλο στην ίδρυση του Πρότυπου Ειδικού Σχολείου Αθηνών (ΠΕΣΑ) το 1937. Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών της σπουδών στο Παρίσι και το Βερολίνο η Ιμβριώτη είχε παρακολουθήσει τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο στους τομείς της μεταρρυθμιστικής εκπαίδευσης και της ειδικής αγωγής με βασικό δάσκαλο τον Ε. Spranger. Είχε επίσης επηρεαστεί από τον γερμανό παιδαγωγό Η. Hanselman και το έργο του Θεραπευτική Παιδαγωγική (Heilpaedagogik), που υιοθετούσε μια πιο ιατρική προσέγγιση στην παιδαγωγική και προωθούσε τη συνεργασία του γιατρού με τον παιδαγωγό. Συνδεδεμένη με την Αριστερά, η Ιμβριώτη είχε υπογραμμίσει από πολύ νωρίς τις κοινωνικές και πολιτισμικές προεκτάσεις της δημιουργίας ενός ειδικού σχολείου, ενώ είχε επίσης αναδείξει τις μεγάλες ελλείψεις στον ελληνικό χώρο. Παρά το γεγονός ότι ήταν αντίθετη με την ιδεολογία του Μεταξά, η Ιμβριώτη επιλέχθηκε από τον δικτάτορα για να αναλάβει τη διεύθυνση του σχολείου και να επιλέξει τους καταλληλότερους δασκάλους λόγω της εμπειρία της σε διδακτικά και ψυχο-παιδαγωγικά ζητήματα. Εκτός από την Ιμβριώτη και ο γιατρός Εμμανουήλ Λαμπαδάριος, ιδρυτής της Σχολικής Υγιεινής, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, καθώς είχε εργαστεί για το νομικό πλαίσιο του σχολείου, ήταν μέλος του εποπτικού συμβουλίου, υπεύθυνος για την εξέταση και την επιλογή των μαθητών. Οι επιλογές αυτές του Μεταξά στα αιτήματα της Ιμβριώτη και του Λαμπαδάριου μπορούν να ερμηνευτούν λόγω της προσωπικής του ευαισθησίας απέναντι σε θέματα της ειδικής αγωγής, καθώς μέλη της οικογένειάς του υπέφεραν από νοητικές και ψυχικές ασθένειες. Η συνεργασία δε της Ιμβριώτη ερμηνεύεται λόγω και του ιδιαίτερου ενδιαφέροντός της για τα θέματα αυτά και την αγωνία για την ίδρυση ενός τέτοιου σχολείου.
Για την επιλογή των παιδιών διανεμήθηκαν ερωτηματολόγια σε δασκάλους της περιοχής της Καισαριανής, προκειμένου να προσδιοριστεί η ικανότητα των μαθητών που είχαν χαρακτηριστεί ως διανοητικά καθυστερημένα. Στη συνέχεια οι μαθητές αυτοί υποβάλλονταν σε ιατρική, ψυχολογική και παιδαγωγική εξέταση με τη χρήση ψυχομετρικών και γνωστικών τεστ που είχαν σχεδιαστεί από την Ιμβριώτη και τον Λαμπαδάριο.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους 130 μαθητές στάλθηκαν στο Ειδικό Σχολείο, αλλά μετά από εξέταση μόνο 68 έγιναν δεκτά. Η ομάδα αυτών των μαθητών, η οποία είχε χαρακτηριστεί μετρίως καθυστερημένη νοητικά, αποτελείτο από αγόρια και κορίτσια, καθώς η συνεκπαίδευση είχε εφαρμοστεί από κατώτερα κοινωνικά στρώματα και αντιμετώπιζαν αρκετά προβλήματα: νευροπάθεια, ψυχοπαθολογία, υστερία, και συναισθηματικά προβλήματα, κοινωνική ανικανότητα και προβλήματα ομιλίας. Ο αριθμός των δύσκολων, νευρικών και απείθαρχων μαθητών ήταν επίσης υψηλός. Μετά την αποδοχή τους, ο δάσκαλος κατέθετε ειδική βεβαίωση με την οποία δήλωνε ότι οι μαθητές αυτοί δεν ήταν σε θέση να προσαρμοστούν στην κανονική ομάδα των συνομηλίκων καθώς χρειάζονταν ειδική φροντίδα. Τέσσερα δελτία συνόδευαν τους μαθητές κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο σχολείο: δελτίο για τη ψυχική και πνευματική τους κατάσταση, «δελτίο υγείας» που είχε σχεδιαστεί από τον Λαμπαδάριο, «δελτίο πληροφοριών» και «δελτίο ατομικότητας», και τα δύο σχεδιασμένα από την Ιμβριώτη. Το δελτίο υγείας και το δελτίο πληροφοριών συμπληρώνονταν από τις επισκέπτριες νοσοκόμες του παιδολογικού κέντρου, το τρίτο από τον ψυχίατρο, ο οποίος εξέταζε τους γονείς του παιδιού για να διαπιστώσει αν υπήρχαν κληρονομικοί παράγοντες. Στη συνέχεια, το παιδί εξεταζόταν από ψυχο-παιδαγωγική άποψη με βάση την κλίμακα Binet-Simon-Terman. Xρησιμοποιήθηκε, επίσης, και το προφίλ Rossolino για τη μέτρηση γνωστικών λειτουργιών όπως η προσοχή, η μνήμη και η δυνατότητα παρατήρησης.
Ειδικές μέθοδοι διδασκαλίας χρησιμοποιούνταν στο ειδικό σχολείο με σκοπό την ηθική βελτίωση και την κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Η εργασία έπαιζε κεντρικό ρόλο, δεδομένου ότι βοηθούσε τους μαθητές να γίνουν πιο προσεκτικοί, να καλλιεργήσουν τις σωματικές και ψυχικές τους ικανότητες, να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους, να ενισχύσουν τη θέλησή τους και την κοινωνικότητα τους. Θεωρείται μάλιστα η πρώτη φορά που οι αρχές του Σχολείου Εργασίας και οι μέθοδοι της Νέας Αγωγής εφαρμόστηκαν στην ειδική αγωγή. Στα υλικά που χρησιμοποιούνται στη διδασκαλία περιλαμβάνονται άμμος και άργιλος, ενώ μουσική, παιχνίδια και παραστάσεις είχαν σημαντικό ρόλο. Τα μαθήματα είχαν μικρή διάρκεια, ενώ δινόταν ιδιαίτερη προσοχή στη γυμναστική, τις τέχνες, την κηπουρική και την κτηνοτροφία. Τα παιδιά ασχολούνταν επίσης με θέατρο, κουκλοθέατρο και θέατρο σκιών σε όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, ενώ οι σχολικές γιορτές ήταν βασικό κομμάτι της σχολικής ζωής.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, δινόταν έμφαση στις κατασκευές και στο σχέδιο, ενώ κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους ενισχυόταν η διδασκαλία με τη χρήση αντικειμένων, οι εκδρομές στη φύση και τη γειτονιά. Στο μέσο επίπεδο δινόταν έμφαση στην ομαδική εργασία και σε δομημένες δραστηριότητες όπως η γραφή και η ανάγνωση. Με τον τρόπο αυτό, οι μαθητές προετοιμάζονται για το ανώτερο επίπεδο που αντιστοιχούσε στην πέμπτη και έκτη τάξεις του δημοτικού σχολείου. Σε αυτό το επίπεδο δινόταν μεγαλύτερη σημασία στην επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ το θεραπευτικό κομμάτι υποχωρούσε χωρίς να εξαλείφεται εντελώς. Η Ιμβριώτη θεωρούσε την επαγγελματική εκπαίδευση του παιδιού κλειδί της κοινωνικής ένταξης.
Η θεραπευτική λειτουργία του σχολείου ήταν πολύ σημαντικό εργαλείο για την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του σχολείου. Οι μαθητές εξετάζονταν τακτικά από τους γιατρούς και, όταν απαιτείτο, παραπέμπονταν στο Παιδολογικό Κέντρο της Αθήνας και σε δημόσια νοσοκομεία. Είχαν γίνει προβλέψεις για ηλιοθεραπεία, υδρόβια θεραπεία και κατανάλωση μουρουνέλαιου. Το γάλα και τα γεύματα παρέχονταν από το Πατριωτικό Ίδρυμα. Στο θεραπευτικό όμως έργο του σχολείου περιλαμβάνονται όχι μόνο τα παιδιά αλλά και οι γονείς τους. Με πρωτοβουλία της διευθύντριας γίνονταν συγκεντρώσεις με τους γονείς, αλλά και διαλέξεις για την καταπολέμηση του αλκοολισμού, τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και με στόχο να βελτιωθεί το επίπεδο υγιεινής της οικογενειακής ζωής. Η ιατρική και η παιδαγωγική παρέμβαση στο πλαίσιο του ειδικού σχολείου είχαν ευεργετικά αποτελέσματα για την υγεία και τη θεραπεία των παιδιών. Διαπιστώθηκε ότι η συμπεριφορά τους άλλαξε προς το καλύτερο, η κοινωνικοποίησή τους ενισχύθηκε και τα μαθησιακά αποτελέσματα ήταν θετικά, καθώς πολλά από αυτά μετά από φοίτηση ενός έτους στο ειδικό σχολείο κρίθηκαν ότι ήταν σε θέση να επιστρέψουν στο κανονικό σχολείο. Παρά τα ευεργετικά αποτελέσματα, στη συνέχεια, λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο απώτερος στόχος αυτού του παιδαγωγικού εγχειρήματος, δηλαδή η επέκταση του θεσμού των ειδικών σχολείων, δεν μπόρεσε να επιτευχθεί.
*Καθηγήτριες Πανεπιστημίου
Πηγή: Εφημερίδα «Η Αυγή»
