4.4 Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ
«Αν η επιτυχημένη εφαρμογή της υποστηρικτικής τεχνολογίας είναι να γίνει πραγματικότητα, το σχολικό σύστημα πρέπει να παραδεχτεί το κενό που υπάρχει ανάμεσα στην χρήση και την έρευνα, και μετά να δεσμευτεί να αντιμετωπίσει το κενό»(Morrison, 2007).Αυτή η φράση του Morrison απεικονίζει την πραγματικότητα και το μεγάλο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην πληθώρα ερευνών που διεξάγονται έχοντας ως αντικείμενο έρευνας την αποτελεσματικότητα των συσκευών και την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία καθώς και οι μαθητές.
Οι δάσκαλοι χρειάζονται περισσότερη εκπαίδευση στην υποστηρικτική τεχνολογία και ένα μικρό ποσοστό διαθέτει την επάρκεια.(Ajuwon, Meeks, Griffin-Shirley& Okungu, 2016) Συγκεκριμένα η επάρκεια μπορεί να εννοιολογηθεί ως τεχνογνωσία σε σχέση με την «επιλογή, την χρηματοδότηση, ικανότητα στην χρήση και
ενσωμάτωση στη διδασκαλία» (Siu & Norash, 2014). Αξιοσημείωτο είναι ακόμη πως παρότι η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία πολλοί δάσκαλοι σχολιάζουν θετικά τις συσκευές χαμηλής τεχνολογίας, όπως επιστημονικό σημειωματάριο, αριθμομηχανές με φωνητική καθοδήγηση, σαρωτές και συσκευές για την μετάφραση της Braille. Αξίζει να αναφερθεί σε αυτό το σημείο ότι άλλες συσκευές χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία της διδασκαλίας και άλλες συσκευές χρησιμοποιούν οι μαθητές με προβλήματα όρασης. Στην ίδια έρευνα το μεγαλύτερο ποσοστό των δασκάλων δουλεύουν περιστασιακά με παιδιά με οπτική αναπηρία με αποτέλεσμα να έχουν λιγότερες πιθανότητες και ευκαιρίες να αποκτήσουν επάρκεια (Depountis, Pogrund, Griffin-Shirley & Lan, 2015) Ακόμη, αποτελέσματα ερευνών έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο εργαλείο που να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των συσκευών. Οι δάσκαλοι επιλέγουν κυρίως μέσω της παρατήρησης, της δοκιμής και από όσα προτείνουν άλλοι συνάδελφοι τους. Επίσης όσον αφορά την πρόσβαση στην υποστηρικτική τεχνολογία το πρόγραμμα του σχολείου δεν παρέχει αρκετές ώρες για την εκμάθηση της, διδάσκεται ξεχωριστά και δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε μάθημα (Wong & Law, 2016). To σχολείο οφείλει να αλλάξει, ώστε η εκπαιδευτική πολιτική που προάγει την ένταξη να γίνει πραγματικότητα. Συγκεκριμένα τα παραδοσιακά μοντέλα εκπαίδευσης με τα προκαθορισμένα πρόσωπα πρέπει να αξιοποιούν πρωτοβουλίες που ασπάζονται την διαφορετικότητα προκειμένου να ενισχύουν τις δεξιότητες ενός παιδιού (Lourenco, Goncahes & Elias, 2015).
Aκόμη, μέσα από έρευνα που διεξήχθη προκύπτει πως οι δάσκαλοι δεν συνεργάζονται ιδιαίτερα με γονείς και άλλους ειδικούς από εμπλεκόμενους φορείς για την επιλογή των συσκευών (Wong & Law, 2016). Η επιλογή της κατάλληλης συσκευής είναι μείζονος σημασίας καθώς με αυτής το παιδί θα κατακτήσει το εκάστοτε γνωστικό αντικείμενο και θα μπορέσει η διδασκαλία να είναι αποτελεσματική.
Όσον αφορά τους μαθητές το μεγαλύτερο ποσοστό γνωρίζει τι είναι η υποστηρικτική τεχνολογία. Ωστόσο οι περισσότεροι δεν έχουν έρθει ποτέ σε επαφή με ινστιτούτα που παρέχουν πληροφορίες για την υποστηρικτική τεχνολογία. Ακόμη τα περισσότερα σχολεία σύμφωνα πάντα με την άποψη των μαθητών δεν έχουν διοργανώσει ποτέ σεμινάρια για να ενημερωθούν τα παιδιά σχετικά με αυτήν.
Ακόμη υποστηρίζουν πως το σχολείο δεν παρέχει δωρεάν υποστηρικτική τεχνολογία για τις εργασίες που έχουν για το σπίτι, ή παρέχει ως ένα βαθμό (Saleem & Saijad, 2016). Επιπλέον αξίζει να αναφερθεί ότι τα παιδιά προτιμούν τα παραδοσιακά βιβλία σε σχέση με τα ψηφιακά βιβλία στην άλγεβρα. Τα παιδιά υποστήριξαν ότι παρότι ήταν αρκετά κατανοητό το ψηφιακό βιβλίο δεν είχαν καθόλου απτική επαφή (Bouck, Weng & Satsangi, 2016).
Οι περιπατητικοί δάσκαλοι λόγω της έλλειψης ολοκληρωμένης εκπαίδευσης πάνω στην οπτική αναπηρία, χρήσιμο θα ήταν να υπάρχει ένα εργαλείο που να εξακριβώνει κατάλληλα τον τύπο συσκευής και την συχνότητα που θα πρέπει να χρησιμοποιείται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες του μαθητή. Έτσι λοιπόν οι Pogrund, Darst και Munro (2015) και η ομάδα τους σχεδίασαν μια τέτοια κλίμακα και μέσα από την έρευνα της διαπιστώθηκε η εγκυρότητα της κλίμακας η οποία ονομάστηκε visual impairment scale of service intensity of Texas(VISSIT).
Σχεδιάσθηκε για να παρέχει καθοδήγηση στους μαθητές για την ποσότητα και το είδος της συσκευής ανάλογα με τις ανάγκες τους, πάντα όμως με βάση το εξελικτικό πρόγραμμα σπουδών.
Επιπλέον στον τομέα της εκπαίδευσης μία από τις μεθόδους που προτείνεται σύμφωνα με το άρθρο από τους Wonjin Jo et al., (2016) είναι η τρισδιάστατη εκτύπωση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εκπαιδευτικούς σκοπούς ώστε μέσα από αυτή οι μαθητές οπτικοί αναπηρία να έχουν πρόσβαση στην διδασκαλία της ιστορίας. Το αποτέλεσμα που εξήχθη ήταν ότι τελικώς τα τρισδιάστατα εκπαιδευτικά υλικά ήταν ωφέλιμα και κατάλληλα ώστε να βοηθήσουν τους μαθητές με προβλήματα όρασης να κατανοήσουν το περιεχόμενο του μαθήματος που διδάσκεται στην τάξη.
Τέλος, δημιουργήθηκε ένα πρότζεκτ με σκοπό να βρεθεί ποια συσκευή γραφής Braille είναι κατάλληλη για να ξεκινήσουν τα παιδιά την εκμάθηση της . οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μηχανή “mountbatten pro” είναι πιο εύκολο να χρησιμοποιηθεί από τα μικρά παιδιά σε σχέση με την μηχανή πέρκινς. Εξάλλου και οι δάσκαλοι έμειναν ευχαριστημένοι από την επίδραση που είχε η χρήση αυτής της μηχανής στα παιδιά αφού οι ακαδημαϊκές τους δεξιότητες βελτιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Πολλοί δάσκαλοι εξέφρασαν θετικά σχόλια για την χρήση αυτής της
καινούριας τεχνολογίας αν και η χρήση κάθε καινούριου στοιχείου είναι μία πρόκληση για όλους όπως αναφέρεται, και αυτό γιατί η συγκεκριμένη μηχανή αρχικά είχε πολλά προβλήματα (Cooper & Nichols, 2007).
Οι δάσκαλοι λοιπόν οφείλουν να γνωρίζουν τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε παιδιού και να βρίσκουν την κατάλληλη συσκευή που ταιριάζει στην προσωπικότητα του (Adebisi et al., 2015). Οι δάσκαλοι που νιώθουν να έχουν ελλείψεις στις απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες χρήσιμο θα ήταν να τους παρασχεθεί επιμορφωτική εκπαίδευση προτού παρέχουν υπηρεσίες στους μαθητές αλλά και μέσα (Ajuwon et al., 2015). Όσον αφορά την εκπαίδευση των δασκάλων πάνω στην υποστηρικτική τεχνολογία προκύπτει πως τα παιδιά γίνονται καλύτεροι χρήστες (Adebisi et al., 2015).
Σημαντικό θα ήταν ακόμη οι σχολικές μονάδες να διατηρούν ένα βασικό πυρήνα (σύνολο) από υψηλής τεχνολογίας συσκευές και να διαθέτουν τις σχετικές συσκευές σύμφωνα με το μάθημα. Τέλος ένα εγχειρίδιο χρήσης για το πότε και πώς να χρησιμοποιούν επιτυχημένα συσκευή και θα τους προσφέρει ένα περιορισμένο αριθμό εργαλείων και πώς να το εφαρμόζουν σε κάθε θέμα (De Pountis et al., 2015).
Η διαδικασία αξιολόγησης μιας συσκευής και επιλογής θα προέλθει μέσα από την συνεργασία γονέων, δασκάλων και κοινοτικών οργανισμών. Επίσης θεμελιώδης προτεραιότητα όλων των εμπλεκόμενων φορέων πρέπει να είναι η δημιουργία ενός τεκμηριωμένου πλαισίου αξιολόγησης υποστηρικτικών τεχνολογιών (Wong & Law, 2016).
Ταυτόχρονα οι ειδικοί σε θέματα υποστηρικτικής τεχνολογίας ωφέλιμο θα ήταν να έχουν μια πιο στενή σχέση με μαθητές και δασκάλους και να παρέχουν τεχνική βοήθεια (Ajuwon et al., 2016). Με κατάλληλη εκπαίδευση που θα παρασχεθεί σε μαθητές, γονείς και δασκάλους και ενισχύοντας την πρόσβαση των παιδιών σε ψηφιακά κείμενα θα δοθούν οι ευκαιρίες για μάθηση και επιτυχία (Spooner, 2014).
Εκπαιδευτικά βίντεο για το πώς χρησιμοποιείται κάθε συσκευή του βασικού πυρήνα των υποστηρικτικών τεχνολογιών θα μπορούσαν να προωθηθούν (De Pountis et al., 2015).Τα εκπαιδευτικά βίντεο δίνουν την δυνατότητα στο προσωπικό να παρουσιάζουν τις συσκευές της υποστηρικτικής τεχνολογίας και τα λογισμικά στους μαθητές χωρίς φόβο μήπως κάνουν κάποιο λάθος και επιπλέον μπορούν να κάνουν εξάσκηση στις δεξιότητες τους προτού τα παρουσιάσουν στην τάξη (Laarhoven, Munk, Chandler, Zurita & Lynch, 2012).
Καλό είναι να θεσπιστεί νομοθεσία για τους εκδότες που να απαιτεί να παρέχουν πρόσβαση σε ψηφιακά αρχεία πηγών τα οποία είναι συμβατά με την υποστηρικτική τεχνολογία, να μειωθεί το κόστος και η πολυπλοκότητα σε σχέση με τα εγχειρίδια μετατροπής. Ακόμη να σχεδιαστούν θεσμικές πολιτικές που να έχουν ως προτεραιότητα την σχεδίαση μαθημάτων δίνοντας βαρύτητα στο περιεχόμενο το οποίο θα προσφέρεται σε προσβάσιμη μορφή (Ostrowski, 2016).
Τα πανεπιστήμια χρειάζονται μια δομή –πλαίσιο ως οδηγό ενσωμάτωσης της υποστηρικτικής τεχνολογίας στα προγράμματα τους (Smith & Kelley, 2007).
Επιπλέον , χρηματοδοτήσεις πρέπει να δοθούν για ερευνητικές δράσεις που θα επικεντρωθούν σε περιοχές όπου οι δάσκαλοι χρειάζονται βελτίωση και να αποβλέπουν στην επίλυση προβλημάτων. Κατασκευαστές τεχνολογίας, υλικού και λογισμικού οφείλουν να δουλεύουν στενά με εκπαιδευτικά ινστιτούτα όπως πανεπιστήμια ώστε να εντοπίσουν τις τεχνολογίες του μέλλοντος. Επίσης οι δάσκαλοι καλό θα ήταν να ανταλλάσουν ιδέες και να εμπλουτίζουν ο ένας τις γνώσεις του άλλου με ειδικούς στον τομέα της πληροφορικής και των προγραμμάτων σπουδών (Okojle & Olinzock, 2006). Ακόμη, χρηματοδοτήσεις μπορούν να δοθούν για την υλοποίηση συσκευών υψηλής τεχνολογίας που θα ωφελήσουν στην δυσκολία των μαθηματικών. Οι χρηματοδοτήσεις μπορούν να προέλθουν από το σχολικό σύστημα, ασφαλιστικούς φορείς ή κοινωνικούς οργανισμούς (Akpan & Beard, 2014).
Επιπλέον όλοι οι επαγγελματίες που σχετίζονται με τους μαθητευόμενους πρέπει να υποστηρίζουν και να είναι υπέρμαχοι των χρηματοδοτήσεων αφού τα παιδιά αποκτώντας τεχνολογικές δεξιότητες στο μέλλον θα είναι πιο ανεξάρτητα.
Πρόσθετη χρηματοδότηση μπορεί να ζητηθεί για την κατάλληλη συντήρηση του εξοπλισμού (Ajuwon et al., 2016).
