Το δικαίωμα των ατόμων με οπτική αναπηρία στην αγορά εργασίας και η συμπερίληψη αυτών σε επικείμενο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ του Νικόλαου Τσέγκου και της Μαρίας Τσώνη Διϊδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ΠΑΔΑ-ΑΣΠΑΙΤΕ: Επιστήμες της Αγωγής μέσω Καινοτόμων Τεχνολογιών και Βιοϊατρικών Προσεγγίσεων – Μέρος 2ο
Κεφάλαιο 1 Εννοιολογική αποσαφήνιση
1.1 Αναπηρία
Ο όρος «αναπηρία» έχει προκαλέσει μεγάλη σύγχυση και διαφορετικές ερμηνείες μεταξύ των ερευνητών, καθώς χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε διάφορες καταστάσεις. Μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικούς τύπους αναπηρίας: την «εκ γενετής» αναπηρία, όπου η βλάβη είναι προϋπάρχουσα, από τη γέννηση, και την «επίκτητη» αναπηρία, όπου η βλάβη εμφανίζεται στη διάρκεια της ζωής του ατόμου (Hales, 1996) (McWhirter, 1997). Η αναπηρία αντιπροσωπεύει μια λειτουργική βλάβη, η οποία δυσχεραίνει σημαντικά την καθημερινή ζωή του ατόμου και προκαλεί πολλά προβλήματα. Επιπλέον, η αντίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος μπορεί να είναι αρνητική, προκαλώντας περαιτέρω δυσκολίες στον αναπηρικό πληθυσμό (Lutz & Bowers, 2005). Ο όρος αναπηρία αντιπροσωπεύει επίσης μια κοινωνική κατασκευή, στην οποία έχουν πραγματοποιηθεί διάφορες εννοιολογικές αλλαγές και προσεγγίσεις, στο επέκεινα, αντίστοιχων αυτών που υπόκεινται οι κοινωνίες (Haegele & Hodge, 2016). Ως αποτέλεσμα, δεν είναι εύκολο να διατυπωθεί ένας ευρέως αποδεκτός ορισμός της αναπηρίας, κάτι που είναι εμφανές από την πολλαπλότητα των σχετικών ορισμών που χρησιμοποιούνται στην ελληνική και διεθνή επιστημονική κοινότητα. Ο όρος «αναπηρία» αναφέρεται στη δυσκολία ή την αδυναμία ενός ατόμου να εκτελέσει καθημερινές δραστηριότητες που θεωρούνται φυσιολογικές και απαραίτητες για την καθημερινή του ζωή. Αυτές οι δραστηριότητες μπορεί να περικλείουν την επικοινωνία με άλλα άτομα, τη μετακίνηση, την πρόσβαση σε εκπαίδευση ή εργασία, την οικονομική ανεξαρτησία και την καλή σωματική και ψυχολογική υγεία (Kolesar, 1998).
Στο Σύνταγμα της Ελλάδος, και συγκεκριμένα στο Άρθρο 21 παρ.2, ο όρος αναπηρία χαρακτηρίζεται ως «κάθε μορφή απόκλισης από τη σωματική ακεραιότητα και τις φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος και της ανθρώπινης ψυχής. Συμπεριλαμβάνεται συνεπώς και η σωματική και ψυχική αναπηρία». Ακόμη, η αναπηρία, στην Americans with Disabilities Act το 1990 (ADA), η οποία τροποποιήθηκε το 2008, απαντάται ως «η φυσική ή διανοητική δυσλειτουργία, η οποία περιορίζει ουσιωδώς τη δυνατότητα του ατόμου να εκτελεί χειρωνακτικές εργασίες, να βλέπει, να ακούει, να τρώει, να κοιμάται, να συγκεντρώνεται, να σκέφτεται, να επικοινωνεί, να εργάζεται και να εκτελεί λειτουργίες του σώματος του».
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) αναφέρει πως η αναπηρία μπορεί να περιγραφεί με τους όρους «βλάβη» (impairment), «περιορισμός» (disability) και μειονεξία» (handicap). Η «βλάβη» αναφέρεται ως απώλεια ή ανωμαλία τόσο στην ψυχολογική όσο και στη φυσιολογική ή ανατομική δομή και λειτουργία, ενώ μπορεί να είναι προσωρινή ή μόνιμη. Ο «περιορισμός» αναφέρεται στον περιορισμένο ή απουσιάζοντα τρόπο εκτέλεσης μιας δραστηριότητας που θεωρείται φυσιολογικός για ένα άτομο.
Τέλος, η «μειονεξία» αναφέρεται στη μειωμένη ικανότητα ενός ατόμου να ανταποκριθεί στον καθορισμένο ρόλο του σε σχέση με το φύλο, την ηλικία, την κοινωνία και τον πολιτισμό. Οι τρεις αυτοί όροι αναδεικνύουν διαφορετικές πτυχές της αναπηρίας, περιγράφοντας τη βλάβη, τον περιορισμό και την επίδραση της στην εκπλήρωση των καθημερινών ρόλων του ατόμου (World Health Organization, 1980).Από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 2001 έχουν προταθεί δύο μοντέλα που αφορούν την αναπηρία, το πρώτο είναι το ιατρικό και το δεύτερο το κοινωνικό (World Health Organization, 2001). Στην ιατρική επιστήμη, η αναπηρία αναφέρεται στη λειτουργική βλάβη ενός ατόμου που το καθιστά δύσκολο να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένα ερεθίσματα. Αυτή η κατάσταση προκαλείται από παραμόρφωση ή βλάβη στη σωματική ανάπτυξη ή τις λειτουργίες του ατόμου, ή από τραυματικές επιδράσεις στα συστήματα συμπεριφοράς και αντίδρασης του ατόμου σε εξωτερικά ερεθίσματα (Abdelmegeed, 2019) και χρειάζεται και έχει την ανάγκη από ιατρική παρέμβαση (World Health Organization, 2001) (Goering, 2015). Παρόλο που η αναπηρία είναι μια ιατρική έννοια, οι κοινωνικοί παράγοντες συμβάλλουν στον καθορισμό της (Oliver, 2013). Ο ορισμός της αναπηρίας βασισμένος στην ιατρική θεώρηση μπορεί να διαιωνίζει στερεοτυπικούς προσδιορισμούς της αναπηρίας (Ζώνιου-Σιδέρη, 2011). Στο κοινωνικό μοντέλο, η αναπηρία δεν θεωρείται απλώς σωματική βλάβη, αλλά ως ένα είδος κοινωνικής κατασκευής. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία τοποθετεί μια ταμπέλα στα άτομα με αναπηρία, τα οποία διαχωρίζονται έτσι από τους υπόλοιπους στους τομείς της εκπαίδευσης, της εργασίας και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνία απαιτεί συλλογικές κοινωνικές δράσεις, οι οποίες θα στοχεύουν στην τροποποίηση του περιβάλλοντος και στην ομαλή τους προσαρμογή με στόχο την ομαλή τους κοινωνικοποίηση μέσω της περιβόητης ένταξής τους στην κοινωνία (Owens, 2015) (World Health Organization, 2001) (Beaudry, 2016).
