Ronald Ferguson, «The Blind Need Not Apply: A History of Overcoming Prejudice in the Orientation and Mobility Profession», IAP-Information Age Publishing, Charlotte, 2007.
– Η συγκρότηση των λόγων γύρω από την τυφλότητα είναι μία διαδικασία που εξελίσσεται μέσα στους αιώνες.
– Τα προβλήματα των τυφλών δεν προκύπτουν από την τυφλότητα ως τέτοια, αλλά από τις κοινωνικά κατασκευασμένες παρανοήσεις γύρω από την τυφλότητα. Παρά το ότι οι διακρίσεις έναντι των αναπήρων έχουν διαφοροποιηθεί με το πέρασμα του χρόνου, ο βασικός πυρήνας της πρόσληψης της αναπηρίας ως κατωτερότητας έχει διατηρηθεί.
– Από λόγο του Jacobus Tenbroek (θεμελιωτής της Εθνικής Ομοσπονδίας των Τυφλών) στην Εθνική Ομοσπονδία Τυφλών των ΗΠΑ τo 1944: Από τη στιγμή που οι τυφλοί γνωρίζουν οι ίδιοι τα προβλήματά τους καλύτερα από όλους τους υπολοίπους, πολιτικούς, εκπαιδευτές κ.λπ., είναι ανάγκη να συμμετέχουν στον καθορισμό των πολιτικών που τους αφορούν και σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις μαζικά. Επρόκειτο για μία ριζοσπαστική τοποθέτηση, αν αναλογιστεί κανείς τις κυρίαρχες παραστάσεις για την τυφλότητα εκείνη την εποχή. Ο Tenbroek αναφέρεται, επίσης, στην ισότητα των ευκαιριών, επικαλούμενος το Σύνταγμα των ΗΠΑ. Η ισότητα των ευκαιριών δεν προϋποθέτει πως όλοι οι άνθρωποι είναι πνευματικά ή σωματικά ίσοι, άλλα ότι όλοι έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε ευκαιρίες στις οποίες μπορούν να ανταποκριθούν. Σε άλλη ομιλία του, το 1951, ο Tenbroek επισημαίνει την ανάγκη εξάλειψης των ιστορικά διαμορφωμένων στερεοτύπων ταύτισης της αναπηρίας με την ανικανότητα. Τονίζει τη «φυσιολογικότητα» των τυφλών, τη βασική αλήθεια ότι οι τυφλοί είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, μοναδικά άτομα και ξεχωριστές προσωπικότητες. Σε άλλο σημείο της ομιλίας: «Οι τυφλοί είναι σε θέση να συμμετέχουν στην κοινωνία ισότιμα. Δεν υπάρχει καμία μειονεξία ούτε καμία αδιαφοροποίητη ψυχολογία σ’ αυτούς που να καθιστά αδύνατη την προσαρμογή τους στην κοινωνία».
– Κατά τη δεκαετία του 1950 το οργανωμένο κίνημα των τυφλών στις ΗΠΑ ενισχύθηκε αριθμητικά και ποιοτικά. Λαμβάνονταν πρωτοβουλίες, όπως η διεξαγωγή ανεξάρτητων ερευνών και σεμιναρίων για τους τυφλούς εργάτες. Οι πρωτοβουλίες της Ομοσπονδίας των Τυφλών έγιναν, τις περισσότερες φορές, αρνητικά δεκτές από τους επισήμους φορείς των τυφλών, που δεν αντιμετώπισαν θετικά την ανάπτυξη ενός οργανωμένου κινήματος των ίδιων . Έτσι, πολλές φορές τέτοιες πρωτοβουλίες αντιμετωπίζονταν ως αδιανόητες. Είχε, ωστόσο, έρθει στο προσκήνιο η δυνατότητα οι ίδιοι οι τυφλοί να διαχειρίζονται τις ζωές τους. Δημιουργήθηκαν διαμάχες όταν ομάδες τυφλών ήρθαν σε αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες απόψεις περί τυφλότητας, που εκφράζονταν και από τους επίσημους φορείς των τυφλών. Προωθημένες απόψεις, όπως ότι οι στερεοτυπικές κοινωνικά κατασκευασμένες απόψεις έχουν διαπεράσει όχι μόνο τους φορείς και τους εκπαιδευτές αλλά και τους ίδιους τους τυφλούς, διατυπώθηκαν. Το γεγονός αυτό συνεπαγόταν, στην πραγματικότητα, την άρνηση των βασικών δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας και της αυτονομίας των τυφλών. Οι περιγραφές του Tenbroek γύρω από τη σύγκρουση ανάμεσα στους τυφλούς που οργανώνονταν και στους φορείς που λειτουργούσαν εξ ονόματός τους είναι χαρακτηριστικές(59).
– Η Εθνική Ομοσπονδία των Τυφλών είχε την αντίληψη ότι οι ίδιοι οι τυφλοί- και όχι οποιουδήποτε είδους ειδικοί- γνώριζαν καλύτερα τις εκπαιδευτικές, επαγγελματικές, οικονομικές κ.λπ. ανάγκες τους. Οι παραδοσιακές αφηγήσεις γύρω από την «τραγωδία της τυφλότητας» είχαν ξεπεραστεί και αυτό ήταν κάτι που διαφοροποιούσε το οργανωμένο κίνημα των τυφλών από τοις παλιότερες αντιλήψεις και τους φορείς τους. Η αξιοσημείωτη ανάπτυξη του κινήματος των τυφλών στις ΗΠΑ το κατέστησε υπολογίσιμη δύναμη στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Οι τυφλοί, μέσω του κινήματός τους, δεν ήταν πλέον διατεθειμένοι να δέχονται αδιαμαρτύρητα τις όποιες επίσημες αποφάσεις(109). Παρά τις εσωτερικές διαμάχες που προέκυψαν στην πορεία, η Εθνική Ομοσπονδία Τυφλών συνέχισε και τη δεκαετία του 1960 να αγωνίζεται για ισότητα, ασφάλεια και ίσες ευκαιρίες.
– Οι πρωτοπόρες αντιλήψεις της Ομοσπονδίας των τυφλών, που στο επίκεντρό τους βρισκόταν η αντίληψη ότι οι τυφλοί έπρεπε πρωτίστως να καλλιεργήσουν τον αυτοσεβασμό τους για να μπορούν έπειτα οποιαδήποτε προγράμματα αποκατάστασης να έχουν αποτελέσματα, προϋπέθεταν μία καθοριστική αλλαγή στο διανοητικό και το συναισθηματικό κόσμο των τυφλών ατόμων, προκειμένου να καταστούν προσωπικότητες χαρούμενες, δημιουργικές και παραγωγικές. Οι επίσημοι όμως εκπαιδευτές δεν ασπάζονταν τις απόψεις αυτές. Η ευκαιρία να γίνουν πράξη δόθηκε το 1958, όταν ο Kenneth Jernigan διορίστηκε διευθυντής της Επιτροπής για τους τυφλούς στην Αϊόβα. Θα ακολουθούσε αυτό που στη συνέχεια ονομάστηκε «πείραμα της Αϊόβα». Ήταν μία σπουδαία στιγμή στην ιστορία των τυφλών, καθώς ένα άτομο από τις οργανώσεις τους βρισκόταν διευθυντής σε έναν κρατικό φορέα και οι αντιλήψεις της Ομοσπονδίας Τυφλών μπορούσαν τώρα να αποκτήσουν υπόσταση και υλική διάσταση. Στο μοντέλο της Αϊόβα η εκμάθηση τεχνικών για την κίνηση των δεν αναγόταν σε μοναδικό σκοπό. Αντίθετα, οι όποιες δεξιότητες θα μπορούσαν εύκολα να διδαχθούν και να αποκτηθούν, χρειαζόταν όμως και επιδιώχθηκε κάτι περισσότερο: η υιοθέτηση μίας θετικής φιλοσοφίας γύρω από την τυφλότητα. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή διδασκαλία, η απόκτηση των δεξιοτήτων της αυτόνομης κίνησης συνδυάζονταν με την υπέρβαση των κοινωνικά κατασκευασμένων στερεοτύπων που εμπόδιζαν την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης του τυφλού ατόμου. Η ικανότητα της αυτόνομης κίνησης έπρεπε, για να είναι αποτελεσματική, και ωφέλιμη να συνοδεύεται από την αυτοπεποίθηση και τον αυτοσεβασμό.
Η θεμελιώδης εκπαιδευτική αντίληψη ήταν βασισμένη στο ότι όπως κάποιος/α με όραση κινείται ανεξάρτητα και χωρίς επίβλεψη, έτσι και το τυφλό άτομο μπορεί, με την κατάλληλη εκπαίδευση σε εναλλακτικές τεχνικές, να κάνει το ίδιο. Ένα άλλο ξεχωριστό χαρακτηριστικό ήταν ότι χρησιμοποιούνταν διαφορετικός τύπος ραβδιού, που ήταν πιο μακρύ, ευλύγιστο και με μεταλλικό άκρο. Οι βασικές εκπαιδευτικές αντιλήψεις στο κέντρο της Αϊόβα ήταν, όπως περιγράφηκαν από τον Jernigan, οι εξής: Το τυφλό άτομο έπρεπε διανοητικά και συναισθηματικά να κατανοήσει ότι μπορεί να είναι ανεξάρτητο και αυτάρκες, να αποκτήσει και να γίνει αποτελεσματικό στις εναλλακτικές τεχνικές που θα εξασφάλιζαν την ανεξαρτησία και την αυτάρκειά του, να μάθει να διαχειρίζεται και να αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά του τα δημόσια στερεότυπα και προκαταλήψεις αναφορικά με την τυφλότητα. Το πείραμα της Αϊόβα υπήρξε απολύτως επιτυχημένο. Αυτή η επιτυχία και οι καινοτόμες τεχνικές που εφαρμόστηκαν, οδήγησαν πολλούς τα επόμενα χρόνια να επισκεφτούν το κέντρο, να παρακολουθήσουν τα προγράμματα και να συνομιλήσουν με το προσωπικό. Το μοντέλο αυτό ακολουθήθηκε στη συνέχεια στο κέντρο εκπαίδευσης της Νεμπράσκα, όπου αναπτύχθηκαν παραπέρα οι εκπαιδευτικές μέθοδοι κίνησης και προσανατολισμού.
