ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΛΥΜΕΣΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία του Θωμά Γκογκορώση- ΠΜΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ του ΠΑ.Δ.Α. – Μέρος 30ο
5.5 Μειονεκτήματα της χρήσης των τεχνολογιών πολυμέσων για την εκπαίδευση ασθενών με αναπηρία σε σύγκριση με τις παραδοσιακές μεθόδους εκπαίδευσης
Τα πολυμέσα αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη βελτίωση της μαθησιακής εμπειρίας των ατόμων με αναπηρία. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα μειονεκτήματα στη χρήση τους για την εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές ανάγκες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη.
Ειδικότερα, η εκπαίδευση με παραδοσιακό τρόπο, μέσω δασκάλου ή καθηγητή, με δια ζώσης επαφή αυξάνει ή διατηρεί τις κοινωνικές δεξιότητες του εκπαιδευόμενου ατόμου με αναπηρία (ενσυναίσθηση, συνεργασία, επικοινωνία). Αντίθετα, η χρήση των εφαρμογών πολυμέσων για την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία χαρακτηρίζεται από περιορισμένη κοινωνική αλληλεπίδραση(Nayef, 2015).
Επίσης οι χρήστες ποικίλουν ως προς τις ικανότητές τους, τις δεξιότητες, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις τους από χρήστη σε χρήστη, αλλά ακόμα και στον ίδιο το χρήστη από στιγμή σε στιγμή(Stephanidis et al., 1999). Επομένως ένας εκπαιδευόμενος ΑμεΑ σε βάθος χρόνου θα έχει μεταβαλλόμενες ανάγκες, επιθυμίες και ικανότητες και δύναται ανάλογα με την κατάσταση υγείας του οι αλλαγές αυτές να είναι συνεχείς και απρόβλεπτες. Τα τεχνολογικά πολυμέσα αδυνατούν να επανεκτιμήσουν αυτόματα όλες τις εκπαιδευτικές ανάγκες του ατόμου. Επίσης, τα άτομα με πολλαπλές αναπηρίες (συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων αναπηριών) συνήθως δεν μπορούν να ενταχθούν στα ειδικά διαμορφωμένα εκπαιδευτικά σεμινάρια και οι ανάγκες τους δεν καλύπτονται πλήρως.
Επιπρόσθετα, ένα ακόμα μειονέκτημα της χρήσης των πολυμέσων σχετίζεται με την επίτευξη πλήρους και ισότιμης πρόσβασης σε προϊόντα πολυμέσων και περιλαμβάνει ζητήματα όπως οι τεχνολογικές προκλήσεις, η έλλειψη γνώσης και ευαισθητοποίησης σχετικά με θέματα πρόσβασης και το κόστος που συνεπάγεται η ανάπτυξη λύσεων πρόσβασης(Disability (US), 1998).Για παράδειγμα ένα χαμηλό επίπεδο αλφαβητισμού στον τομέα της πληροφορικής μειώνει την ικανότητά τους να χρησιμοποιούν ένα έξυπνο σύστημα, καθώς και να κατανοούν και να έχουν πρόσβαση σε ενημερωμένες πληροφορίες(Nimmolratetal., 2021).Επίσης, οι περιορισμοί στην προσβασιμότητα του πληκτρολογίου του υπολογιστή, για εφαρμογές πολυμέσων που παρέχονται μέσω υπολογιστή, σημαίνουν ότι τα άτομα που για λόγους κινητικής αναπηρίας ή προβλήματα όρασης δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ποντίκι μπορεί να έχουν εξαιρετική δυσκολία πρόσβασης στο περιεχόμενο των πολυμέσων(Sloan et al., 2013). Άλλο παράδειγμα αποτελεί η έλλειψη πρόσβασης σε γραφικές πληροφορίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με προβλήματα όρασης ή τα τυφλά άτομα (Gorlewicz et al., 2018).Ένα ακόμα παράδειγμα αποτελεί η πολυπλοκότητα της χρήσης της επαυξημένης πραγματικότητας ειδικά όταν εφαρμόζεται σε παιδιά. Ως νέα τεχνολογία, που περιλαμβάνει πολλαπλές αισθήσεις, γίνεται μερικές φορές ένα πολύ περίπλοκο εργαλείο ειδικά για όσους δεν έχουν τεχνολογικές ικανότητες(Garzónetal., 2019).
Επιπρόσθετα, στη βιβλιογραφία λείπουν οι κατευθυντήριες γραμμές σχεδιασμού και ανάπτυξης για τις εκπαιδευτικές εφαρμογές για παιδιά που βασίζονται στην επαυξημένη πραγματικότητα, ενώ παράλληλα υπάρχουν και ορισμένοι περιορισμοί όταν τέτοιου είδους εφαρμογές χρησιμοποιούνται από παιδιά, όπως για παράδειγμα ο χειρισμός της συσκευής με το ένα χέρι, η μικρή οθόνη, η μπαταρία κ.λπ.(Tuli and Mantri, 2021).
Άλλα εμπόδια στην πρόσβαση στην τεχνολογία για τα άτομα με αναπηρίες περιλαμβάνουν την έλλειψη εκπαιδευμένων επαγγελματιών για την αξιολόγηση της υποστηρικτικής τεχνολογίας, τις δυσκολίες στον εντοπισμό υποστηρικτικής τεχνολογίας για δοκιμές από άτομα με αναπηρίες, αλλά και τα κενά στην υφιστάμενη νομοθεσία και τις πολιτικές σχετικά με την υποστηρικτική τεχνολογία(Burgstahler, 2003). Επίσης, οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν σε ορισμένες μελέτες καταδείχθηκε ότι αντιμετωπίζουν τεχνικές δυσκολίες όταν χρησιμοποιούν εφαρμογές επαυξημένης πραγματικότητας στις τάξεις τους. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην ανεπαρκή τεχνική κατάρτιση ορισμένων εκπαιδευτικών για τη διαχείριση των συστημάτων αυτών, η οποία θα μπορούσε να περιορίσει τη χρήση τους σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα(Garzónetal., 2019).
Ο Jones συν.(2018) αναφέρουν επίσης πως με μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις (αυτισμός, ψυχική υγεία, εγκεφαλικό επεισόδιο), τα άτομα με αναπηρίες δεν ήταν πρωταρχικός στόχος για την ανάπτυξη εφαρμογών κινητής υγείας (mHealth). Έχουν εκφραστεί ανησυχίες ότι η εξάπλωση του mHealth θα μπορούσε να αυξήσει τις ανισότητες στην υγεία εάν οι εφαρμογές ωφελούν δυσανάλογα ευνοούμενους πληθυσμούς και αφήσουν πίσω τους ευάλωτους πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρίες. Αυτό το μοτίβο των διευρυνόμενων ανισοτήτων, που ονομάζεται «αντίστροφος νόμος περίθαλψης», έχει παρατηρηθεί μετά την εισαγωγή άλλων παρεμβάσεων για την υγεία, ιδιαίτερα εκείνων με συνιστώσα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης(Jones et al., 2018).
Το κόστος της υιοθέτησης της τεχνολογίας πολυμέσων ως εκπαιδευτικού εργαλείου αποτελεί ένα ακόμα μειονέκτημα. Το κόστος αυτό σχετίζεται όχι μόνο με την απόκτηση εξοπλισμού υλικού και λογισμικού, αλλά επίσης με το γεγονός ότιη δημιουργία και η παράδοση εκπαιδευτικών εργαλείων πολυμέσων καθώς και η εκπαίδευση στη χρήση τους και η συντήρηση των εργαλείων αυτών είναι χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία. Η ανάπτυξη πολυμεσικού υλικού εκπαίδευσης απαιτεί εντατική συνεισφορά χρόνου και προσπάθειας από τους εκπαιδευτικούς. Η πρόσληψη επαγγελματιών προγραμματιστών πολυμέσων απαιτεί επίσης ένα σημαντικό κόστος. Το κόστος ανάπτυξης μαθημάτων πολυμέσων θα μπορούσε να είναι πολύ ακριβό καθώς μπορεί να απαιτήσει άτομα με διαφορετικές δεξιότητες στη δημιουργία ουσιαστικών παρουσιάσεων πολυμέσων και εκπαιδευτικών πακέτων. Για παράδειγμα, για τη δημιουργία ενός βίντεο μιας ώρας για υλικό μαθημάτων, μπορεί να χρειαστούν κάποιοι «ηθοποιοί» και «σκηνοθέτες»(Rahman et al., 1996).
