ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΛΥΜΕΣΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία του Θωμά Γκογκορώση- ΠΜΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ του ΠΑ.Δ.Α. – Μέρος 21ο

Δεκ 13, 2023 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΛΥΜΕΣΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία του Θωμά Γκογκορώση- ΠΜΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ του ΠΑ.Δ.Α. – Μέρος 21ο

 

Κεφάλαιο 4ο- Επικοινωνία με τους ασθενείς με αναπηρία

 

Η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των ατόμων που χρειάζονται υγειονομική περίθαλψη και των ατόμων που παρέχουν την περίθαλψη αυτή είναι θεμελιώδης για την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών. Η αποτελεσματική επικοινωνία βελτιώνει την άμεση υγεία των ανθρώπων, τα γενικά αποτελέσματα της υγείας τους και συμβάλλει στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων, των ανησυχιών και των αναγκών των ανθρώπων(O’Halloran et al., 2008).Η επικοινωνία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως μια αμφίδρομη διαδικασία ή συνεργασία, που περιλαμβάνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του επαγγελματία υγείας και του ασθενούς και την ανάπτυξη μιας κοινής κατανόησης που με τη σειρά της οδηγεί σε κατάλληλη και αποτελεσματική παρέμβαση. Είναι ευθύνη και των δύο εταίρων επικοινωνίας. Όταν ο ένας εκ των συμμετεχόντων στη διαδικασία της επικοινωνίας αντιμετωπίζει προβλήματα στην κατανόηση, την επεξεργασία ή τη διατύπωση ιδεών, ο άλλος συνεργάτης, συνήθως ο επαγγελματίας υγείας, έχει μεγαλύτερη ευθύνη να διασφαλίσει ότι η διαδικασία λειτουργεί(Boardman et al., 2014).

Έχει καταδειχθεί ότι η σοβαρή αναπηρία στην επικοινωνία οδηγεί σε αυξημένη δυσαρέσκεια με την υγειονομική περίθαλψη. Έχει αναφερθεί ότι η αναποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των παρόχων και των ασθενών κατατάσσεται μεταξύ των πέντε βασικών σχετιζόμενων με την περίθαλψη ζητημάτων για άτομα με αναπηρία. Η αναποτελεσματική επικοινωνία έχει εκτεταμένες συνέπειες. Οι γιατροί ενδέχεται να μην λάβουν επαρκείς πληροφορίες που να επιτρέπουν μια ακριβή διάγνωση, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιττές εξετάσεις και αναποτελεσματική θεραπεία. Αντίθετα, οι ασθενείς συχνά παρεξηγούν τις παρεχόμενες προς αυτούς πληροφορίες με αποτέλεσμα την κακή τήρηση των θεραπευτικών συστάσεων και την εμφάνιση ανεπιθύμητων κλινικών αποτελεσμάτων. Η ανακριβής επικοινωνία μπορεί επίσης να οδηγήσει τον πάροχο στην εξαγωγή συμπερασμάτων για προβλήματα ασθενών που δεν υπάρχουν(Barnett et al., 2014).

Η Παγκόσμια Έκθεση του 2011 για την Αναπηρία ζητούσε την εξάλειψη των φραγμών στην παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης για τα άτομα με αναπηρία, συμπεριλαμβανομένης της εξασφάλισης αποτελεσματικής επικοινωνίας(Agaronnik et al., 2019). Οι ασθενείς με σωματικές και αισθητηριακές αναπηρίες, όπως η κώφωση και η τύφλωση, έχει αποδειχθεί ότι αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια όταν επικοινωνούν με επαγγελματίες υγείας. Οι διαταραχές επικοινωνίας υπολογίζεται ότι επηρεάζουν το 5%-10% του γενικού πληθυσμού και σε μία μελέτη, πάνω από το 15% των εισαγωγών σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία αφορούσαν ασθενείς με 1 ή περισσότερες αναπηρίες αρκετά σοβαρές ώστε να αποτρέπουν σχεδόν κάθε μορφή επικοινωνίας(Bartlett et al., 2008). Μέσα στον ποικίλο πληθυσμό των ατόμων με αναπηρία, τα εμπόδια επικοινωνίας είναι ιδιαίτερα εμφανή για άτομα που είναι κωφά ή βαρήκοα, είναι τυφλά ή έχουν χαμηλή όραση ή εκείνα με διανοητική αναπηρία(Agaronnik et al., 2019).

Ειδικότερα, τα άτομα που πάσχουν από προβλήματα ακοής μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη γενική συνομιλία, στην ικανότητα να ακούν προειδοποιητικά σήματα, στην αναγνώριση των φωνών των ανθρώπων και στον εντοπισμό των ήχων (Hallberg et al., 2008). Τα άτομα με απώλεια ακοής αναφέρουν χειρότερη κατάσταση υγείας από τον γενικό πληθυσμό. Έρευνες υποδηλώνουν ότι ορισμένα άτομα με απώλεια ακοής επισκέπτονται γιατρούς πιο συχνά από ό,τι τα άτομα με φυσιολογική ακοή, αλλά οι κωφοί που χρησιμοποιούν τη νοηματική γλώσσα επισκέπτονται γιατρούς λιγότερο συχνά. Όσον αφορά τις γνώσεις υγείας, οι ανάγκες υγείας των ατόμων με βαρηκοΐα δεν ικανοποιούνται. Λόγω της περιορισμένης πρόσβασης σε πληροφορίες υγείας, τα άτομα με απώλεια ακοής συχνά δεν μπορούν να λάβουν πραγματικά ενημερωμένες αποφάσεις υγειονομικής περίθαλψης για τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους (Barnett, 2002)ς. Επίσης, οι επαγγελματίες υγείας αναφέρουν δυσφορία όταν εργάζονται με ασθενείς με απώλεια ακοής, ενώ συγχρόνως τόσο οι ασθενείς με απώλεια ακοής όσο και οι επαγγελματίες υγείας αναφέρουν δυσκολίες στην επικοινωνία με την υγειονομική περίθαλψη(Barnett, 2002).

Όσον αφορά τα άτομα με προβλήματα όρασης, αυτά συχνά αντιμετωπίζουν κακή επικοινωνία με τους επαγγελματίες υγείας, περιορισμένες επιλογές μεταφοράς και αδυναμία πρόσβασης σε πληροφορίες υγείας. Η μη προσβασιμότητα σε πληροφορίες υγείας οδηγεί σε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων του διακυβεύματος της ιδιωτικής ζωής των ασθενών, της απώλειας της ανεξαρτησίας, των ζητημάτων ασφάλειας (π.χ. εσφαλμένη ανάγνωση ετικέτες φαρμάκων) και σε χαμένα ραντεβού με επαγγελματίες υγείας (Kim, 2019). Επιπρόσθετα, έχει καταδειχθεί ότι τα άτομα με διαταραχές της όρασης έχουν σχετικά υψηλότερα ποσοστά προβλημάτων υγείας και συμπεριφορών υψηλού κινδύνου που σχετίζονται με την υγεία, ενώ τα άτομα με σοβαρή απώλεια της όρασης εμφανίζονται λιγότερα ικανοποιημένα από την φροντίδα υγείας που λαμβάνουν (O’Day et al., 2004).

Τα άτομα με διανοητική αναπηρία, τέλος, αντιμετωπίζουν μια σειρά επικοινωνιακών προκλήσεων καθώς σύμφωνα με εκτιμήσεις 50% έως 90% των ατόμων αυτών εκτιμάται ότι έχουν σημαντικές δυσκολίες επικοινωνίας. Προβλήματα με τη μνήμη, την προσοχή και την επεξεργασία πληροφοριών επηρεάζουν την ικανότητα κατανόησης νέων και πολύπλοκων πληροφοριών. Πολλοί αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα με την εκφραστική γλώσσα, έχουν δυσκολίες στην εύρεση λέξεων ή δυσαρθρία, προβλήματα που μπορεί να κάνουν την ομιλία τους δυσνόητη (Chinn, 2017).

Oι δυσκολίες επικοινωνίας με τα άτομα με αναπηρία μπορεί να οδηγήσουν ορισμένους επαγγελματίες υγείας να επικοινωνούν με έναν φροντιστή και όχι απευθείας με τον ασθενή. Ωστόσο, οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τους φροντιστές δεν είναι πάντα ακριβείς και σε συμφωνία με τις πληροφορίες που παρέχονται από τον ίδιο ασθενή, οδηγώντας δυνητικά σε παραπληροφόρηση και κακή επικοινωνία(Flynn et al., 2015).

Μετάβαση στο περιεχόμενο