Τεχνητή Νοημοσύνη και Άτομα με Οπτική Αναπηρία: Εφαρμογές και Τεχνολογίες Προσβασιμότητας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της ΠΑΠΑΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΠΜΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ – Μέρος 3ο
1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ: Βιβλιογραφική Ανασκόπηση – θεωρητικό υπόβαθρο
1.1 Ορισμός Οπτικής Αναπηρίας
Η οπτική αναπηρία συνιστά μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές αισθητηριακής αναπηρίας παγκοσμίως, με βαθιές επιπτώσεις στην καθημερινή λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των ατόμων που την αντιμετωπίζουν. Πρόκειται για μία κατάσταση που επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα του ατόμου να προσλαμβάνει, να επεξεργάζεται και να ανταποκρίνεται σε οπτικά ερεθίσματα, με συνέπειες τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ορίζει την οπτική αναπηρία ως μια σημαντική μείωση της οπτικής λειτουργίας, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως μέσω της χρήσης συμβατικών διορθωτικών μέσων, όπως γυαλιά ή φακοί επαφής, ή ακόμη και μέσω φαρμακευτικής αγωγής ή χειρουργικής επέμβασης (World Health Organization, 2019). Ο ορισμός αυτός δίνει έμφαση στη λειτουργική πλευρά της όρασης, και όχι απλώς στην ανατομική ή ιατρική βλάβη, αναδεικνύοντας τη σημασία της επίδρασης της απώλειας όρασης στην καθημερινότητα του ατόμου.
Η αξιολόγηση της οπτικής αναπηρίας βασίζεται πρωτίστως στην έννοια της παρουσιαζόμενης οπτικής οξύτητας (presenting visual acuity), δηλαδή στο κατά πόσο μπορεί το άτομο να βλέπει με τη χρήση ή όχι διορθωτικών βοηθημάτων. Η μέτρηση αυτή συνήθως πραγματοποιείται με τη χρήση πινάκων τύπου Snellen ή αντίστοιχων εργαλείων αξιολόγησης της οπτικής ικανότητας.
Η διεθνής ταξινόμηση ασθενειών ICD-11 του ΠΟΥ καθορίζει συγκεκριμένες βαθμίδες οπτικής αναπηρίας με βάση την οπτική οξύτητα στο καλύτερα λειτουργικό μάτι. Αυτές οι κατηγορίες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τον καθορισμό δικαιωμάτων, παροχών και την ανάπτυξη κατάλληλων πολιτικών υποστήριξης. Συγκεκριμένα, οι βαθμίδες έχουν ως εξής (WHO, 2019; Resnikoff et al., 2020):
- Ήπια απώλεια όρασης: οπτική οξύτητα μικρότερη από 6/12 και έως 6/18. Τα άτομα μπορεί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ανάγνωση μικρών γραμμάτων ή στη λεπτομερή παρατήρηση αντικειμένων.
- Μέτρια απώλεια όρασης: οπτική οξύτητα μικρότερη από 6/18 και έως 6/60. Σε αυτή την κατηγορία, επηρεάζεται σημαντικά η καθημερινή λειτουργικότητα, όπως η αναγνώριση προσώπων ή πινακίδων στο δρόμο.
- Σοβαρή απώλεια όρασης: οπτική οξύτητα μικρότερη από 6/60 και έως 3/60. Οι δυσκολίες είναι εκτεταμένες και οι περισσότεροι απαιτούν εξωτερική υποστήριξη.
- Τύφλωση: οπτική οξύτητα μικρότερη από 3/60 ή περιορισμός του οπτικού πεδίου σε λιγότερο από 10 μοίρες. Πρόκειται για την πιο βαριά μορφή απώλειας όρασης, η οποία συνεπάγεται πλήρη εξάρτηση από μη οπτικά κανάλια αντίληψης.
Επιπλέον αυτών των ιατρικών κατηγοριών, συχνά χρησιμοποιείται ο όρος λειτουργική τύφλωση (functional blindness), που δεν βασίζεται αποκλειστικά σε αριθμητικές μετρήσεις της οπτικής οξύτητας, αλλά εξετάζει την πρακτική ικανότητα του ατόμου να επιτελεί καθημερινές δραστηριότητες. Ένα άτομο μπορεί να διαθέτει μικρή υπολειπόμενη όραση, αλλά να μην είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει την όρασή του για αποτελεσματική πλοήγηση, ανάγνωση ή εργασία, χωρίς τη χρήση τεχνολογικών ή ανθρώπινων βοηθημάτων (Bourne et al., 2021). Αυτή η προσέγγιση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον σχεδιασμό υποστηρικτικών τεχνολογιών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καθώς εστιάζει στη λειτουργική επάρκεια και όχι μόνο στην ιατρική διάγνωση.
Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά την κλινική βαρύτητα της οπτικής αναπηρίας, το DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας δεν καταγράφει την οπτική αναπηρία ως διακριτή ψυχιατρική διάγνωση, καθώς δεν πρόκειται για ψυχική ή νευροψυχιατρική διαταραχή (American Psychiatric Association, 2013). Ωστόσο, η οπτική αναπηρία μπορεί να αναφέρεται έμμεσα στο πλαίσιο αισθητηριακών διαφορών που εμφανίζονται σε διάφορες νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως ο αυτισμός, χωρίς όμως να αποτελεί αυτόνομη διαγνωστική ενότητα. Αυτή η διαφοροποίηση υπογραμμίζει την ανάγκη για διεπιστημονική προσέγγιση στο ζήτημα της αναπηρίας, που να λαμβάνει υπόψη τόσο τις ιατρικές όσο και τις κοινωνικές πτυχές του φαινομένου.
Η σαφής κατηγοριοποίηση και αναγνώριση της οπτικής αναπηρίας αποτελεί θεμέλιο λίθο για την ανάπτυξη αποτελεσματικών πολιτικών προσβασιμότητας και την υλοποίηση τεχνολογικών λύσεων που στοχεύουν στην ενίσχυση της αυτονομίας και της ισότιμης συμμετοχής. Επιπλέον, η αποτύπωση του βαθμού απώλειας όρασης επιτρέπει την προσαρμογή των εκπαιδευτικών, εργασιακών και κοινωνικών περιβαλλόντων, καθώς και τον σχεδιασμό εξειδικευμένων εργαλείων υποστήριξης, όπως αναγνώστες οθόνης, εφαρμογές πλοήγησης και έξυπνες συσκευές.
Η οπτική αναπηρία δεν πρέπει να θεωρείται μόνο ιατρικό γεγονός, αλλά πολυδιάστατο φαινόμενο που απαιτεί συντονισμένη προσέγγιση από τους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, της τεχνολογίας και της κοινωνικής πολιτικής. Η κατανόηση του φαινομένου με βάση τόσο τις ποσοτικές του παραμέτρους όσο και την πραγματική εμπειρία των ατόμων που το βιώνουν, είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού πλαισίου που θα προάγει την ένταξη και την ισότητα.
