Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 5ο
1.4. Συνοδά χαρακτηριστικά ατόμων με σωματικές αναπηρίες
Κάθε άτομο με σωματική αναπηρία έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά που δεν μοιάζουν με τα χαρακτηριστικά κανενός άλλου (Smith & Tyler, 2019). Τα συνοδά χαρακτηριστικά των ατόμων με σωματική αναπηρία παρουσιάζουν μεγάλη ανομοιογένεια (Πολεμικού, 2010) και αφορούν τον σωματικό, τον νοητικό και τον κοινωνικοσυναισθηματικό τομέα αλλά και διάφορες καταστάσεις υγείας.
Πολλές φορές τα άτομα με σωματικές αναπηρίες παρουσιάζουν κάποια σωματικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν την αναπηρία τους. Μερικά από αυτά είναι η σπαστικότητα, οι διαταραχές στη στάση του σώματος, τα προβλήματα που αφορούν τον μυϊκό τόνο, η έλλειψη ικανότητας εκτέλεσης οργανωμένης κίνησης, η αδυναμία νευρομυϊκού συντονισμού (Ντόνας κ.ά., 2015), οι ακούσιες ή και οι σπασμωδικές κινήσεις, η περιορισμένη κινητικότητα, η ελλιπής μυϊκή ανάπτυξη, ο πονοκέφαλος, η εξάντληση (Smith & Tyler, 2019) καθώς και ο πόνος, το μούδιασμα και η απουσίας αίσθησης (Fernhall et al., 2008). Μερικά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, όπως η αδυναμία νευρομυϊκού συντονισμού, πολλές φορές προκαλούν προβλήματα λόγου και ομιλίας (Ντόνας κ.ά., 2015). Αυτά τα σωματικά χαρακτηριστικά δεν συνοδεύουν φυσικά όλες τις σωματικές διαταραχές αλλά εξαρτώνται αφενός από την σοβαρότητα της αναπηρίας και αφετέρου από το είδος της (Ντόνας κ.ά., 2015).
Πέραν των σωματικών συνοδών χαρακτηριστικών, αρκετές φορές παρατηρείται έκπτωση και νοητικών – γνωστικών λειτουργιών, όπως προβλήματα στην οπτικοχωρική αντίληψη, στην μνήμη, στην προσοχή, στη γλωσσική ανάπτυξη, στον οπτικοκινητικό συντονισμό, στην ακουστική αντίληψη και μνήμη (Ντόνας κ.ά., 2015). Αυτό δε σημαίνει φυσικά ότι όλα τα άτομα με κινητική αναπηρία έχουν και νοητική υστέρηση ή άλλα νοητικά προβλήματα (Πολυχρονοπούλου, 2003).
Όσον αφορά στα κοινωνικοσυναισθηματικά χαρακτηριστικά, πολλά άτομα με κινητική αναπηρία είναι ασταθή, νωθρά (Τάσση, 2014), υπερευαίσθητα, αγχώδη, καταθλιπτικά, κυκλοθυμικά και δυσκολεύονται ιδιαίτερα στην κοινωνική προσαρμογή και στη σύναψη στενών και ουσιαστικών σχέσεων (Ντόνας κ.ά., 2015). Το τελευταίο είναι αναμενόμενο δεδομένου ότι πολλά άτομα με σωματική αναπηρία δεν έχουν αναπτύξει τις κοινωνικές τους δεξιότητες ώστε να μπορούν να συνάψουν ή και να διατηρήσουν μια σημαντική διαπροσωπική σχέση (Ντόνας κ.ά., 2015). Για τις ανεπαρκώς αναπτυγμένες κοινωνικές δεξιότητες ίσως ευθύνονται και οι περιορισμένες κοινωνικές εμπειρίες που έχουν τα παιδιά με κάποια σωματική αναπηρία (Ντόνας κ.ά., 2015) ή οι αρνητικές κοινωνικές εμπειρίες καθώς πολλά άτομα, και κυρίως παιδιά με σωματική αναπηρία, περιθωριοποιούνται από τους συνομηλίκους τους (Πολυχρονοπούλου, 2003). Τέτοιου είδους εμπειρίες είναι καταστροφικές για τον ψυχισμό και την διάθεση των ατόμων με σωματική αναπηρία και επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό αρνητικά την προσωπικότητά τους κάνοντας τους να εμφανίζουν συμπτώματα υπερκινητικότητας, παθητικότητας αλλά και επιθετικότητας (Πολυχρονοπούλου, 2003). Όταν μάλιστα η αναπηρία είναι επίκτητη, το άτομο είναι ακόμα πιο επιβαρυμένο ψυχολογικά καθώς έχει να διαχειριστεί και αισθήματα απώλειας και απελπισίας (Kreuter et al., 1998).
Τελικώς, πολλοί άνθρωποι που αντιμετωπίζουν μια σωματική αναπηρία ενδέχεται να έχουν και προβλήματα υγείας, τα οποία συχνά επηρεάζονται από την κοινωνική τους ενσωμάτωση, συμπεριλαμβανομένου της εύρεσης εργασίας, από δυσκολίες αυτοεξυπηρέτησης και από οικονομικά προβλήματα (Χαρίσης, 2020). Τέτοιου είδους προβλήματα υγείας είναι τα αναπνευστικά, τα προβλήματα σίτισης (Αγγελοπούλου – Σακαντάμη, 2004), παθήσεις καρδιαγγειακές, αδυναμία του σώματος να ρυθμίσει την θερμοκρασία του και άλλα χρόνια προβλήματα υγείας (Fernhall et al., 2008). Όλα τα παραπάνω ασφαλώς επηρεάζουν και τη μάθηση των ατόμων με σωματική αναπηρία.
