Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 35ο
5.5. Ανάλυση των δεδομένων
Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν μέσω της έρευνας κωδικοποιήθηκαν και ποσοτικοποιήθηκαν σε ένα φύλλο excel. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν στο πρόγραμμα στατιστικής IBM SPSS Statistics 29.0 με το οποίο και αναλύθηκαν. Αρχικά, υπολογίστηκαν οι συχνότητες των βασικών χαρακτηριστικών του δείγματος ενώ ακολούθησαν ο υπολογισμός αξιοπιστίας με τον συντελεστή α του Cronbach των κλιμάκων που χρησιμοποιήθηκαν στην έρευνα καθώς και οι περιγραφικές στατιστικές τους. Κατόπιν, έγινε ένας έλεγχος κανονικότητας για να διαπιστωθεί αν οι μεταβλητές ακολουθούν κανονική κατανομή ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε το t-test για ζεύγη μεταβλητών ώστε να συγκριθούν οι μέσες τιμές από δύο ζευγάρια μεταβλητών με απώτερο σκοπό να απαντηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα. Ακολούθησε ο υπολογισμός συσχετίσεων μεταξύ των βασικών μεταβλητών της έρευνας με τον συντελεστή γραμμικής συσχέτισης Pearson και τον συντελεστή Spearman’s rho. Αυτοί οι δύο συντελεστές δείχνουν τη συσχέτιση μεταξύ των μεταβλητών η οποία δεν συνεπάγεται πάντοτε σχέση απλώς δείχνει ότι δύο μεταβλητές μεταβάλλονται ταυτόχρονα χωρίς να προκαλεί απαραίτητα η μία την άλλη (Ζαφειρόπουλος, 2015). Αμέσως μετά πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος ανεξαρτησίας χ2 ανάμεσα στις ποιοτικές μεταβλητές της έρευνας για διαπίστωση τυχόν εξάρτησης.
Τελικώς, έγινε ανάλυση πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης για τη διερεύνηση προβλεπτικών σχέσεων ανάμεσα στις κύριες μεταβλητές της έρευνας. Η μεταβλητή που ορίστηκε ως εξαρτημένη ήταν η ψυχολογική ευελιξία ώστε να απαντηθεί το 7ο ερευνητικό ερώτημα που αφορούσε τις μεταβλητές της έρευνας που μπορούν να προβλέψουν την ψυχολογική ευελιξία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στο υποκεφάλαιο των ερευνητικών εργαλείων, αυτή σχετίζεται άμεσα με την ψυχική υγεία (McCracken et al., 2022) και την υποκειμενική ευεξία (Wersebe et al., 2018) καθώς και με δεξιότητες στοχοθεσίας και την απαιτούμενη προσαρμοστικότητα συμπεριφοράς για επίτευξη των στόχων που τίθενται (Hayes et al., 2006).
Προβλεπτικοί παράγοντες του πρώτου μοντέλου πολλαπλής παλινδρόμησης ήταν η αποδοχή της αναπηρίας, τα μόνιμα προβλήματα υγείας, η διαφορά στη σημασία που αποδίδεται μεταξύ ενδογενών και εξωγενών στόχων καθώς και η υποκειμενική ευεξία. Παρότι το μοντέλο αυτό είχε καλή ερμηνευτική ικανότητα κρίθηκε σωστό να επεκταθεί. Αυτό έγινε για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί δύο από τις τέσσερις ανεξάρτητες μεταβλητές δεν έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχολογικής ευελιξίας. Ο δεύτερος λόγος ήταν γιατί η έρευνα αυτή ήταν διερευνητική και συνεπώς στόχος ήταν να φανεί πώς “συμπεριφέρεται” η μεταβλητή της ψυχολογικής ευελιξίας σε άτομα με σωματική αναπηρία. Παρότι η προσθήκη κι άλλων ανεξάρτητων μεταβλητών ήταν κάτι που θα μείωνε την αξιοπιστία του δεύτερου μοντέλου παλινδρόμησης δεδομένου του μικρού δείγματος της έρευνας η επέκταση αυτή έγινε για διερευνητικούς σκοπούς ώστε να φανεί ποιες μεταβλητές μπορούν να εισχωρήσουν στο δεύτερο μοντέλο παλινδρόμησης. Με άλλα λόγια, αυτό έγινε για να φανεί με ποιους παράγοντες συνδέεται αυτή η μεταβλητή σε άτομα με σωματική αναπηρία.
Στο δεύτερο μοντέλο παλινδρόμησης που δημιουργήθηκε προστέθηκαν τέσσερις ακόμα ανεξάρτητες μεταβλητές. Αυτές ήταν οι μεταβλητές που διερευνούσαν τη διάσταση της αναπηρίας γύρω από τους ενδογενείς στόχους συνεισφοράς στην κοινωνία και σύναψης ουσιωδών διαπροσωπικών σχέσεων αλλά γύρω από τον εξωγενή στόχο απόκτησης ελκυστικής εμφάνισης καθώς και η μεταβλητή που αξιολογούσε τη σημαντικότητα του ενδογενούς στόχου αυτοέκφρασης. Οι παραπάνω μεταβλητές ήταν αυτές που πέρασαν τα κριτήρια στατιστικής σημαντικότητας. Στην ουσία δοκιμάστηκαν όλες οι μεταβλητές της έρευνας, ως προς το αν τα δεδομένα τους προσαρμόζονται στο ζητούμενο μοντέλο πρόβλεψης ή όχι.
