Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 2ο
Εισαγωγή
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι οι άνθρωποι θέλουν να ζουν μια ζωή με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ψυχική και σωματική ευεξία. Αυτό συμβαίνει, σύμφωνα με τη Θεωρία του Περιεχομένου των Στόχων, όταν οι άνθρωποι θέτουν ενδογενείς στόχους, όπως είναι η προσωπική εξέλιξη και η συνεισφορά στην κοινωνία, που ικανοποιούν τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες τους για αυτονομία, επιδεξιότητα και συσχέτιση και τους βοηθούν να εξελιχθούν (Kasser & Ryan, 1996· Sheldon et al., 2010). Διαφορετικά, αν θέτουν επιφανειακούς ή αλλιώς εξωγενείς στόχους, όπως π.χ. η απόκτηση ελκυστικής εμφάνισης και η οικονομική επιτυχία, δεν θα καταφέρουν να βιώσουν υψηλά επίπεδα ευημερίας στη ζωή τους καθώς τέτοιοι στόχοι ματαιώνουν τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες ή τις αφήνουν ανεκπλήρωτες (Kasser & Ryan, 1996· Sheldon et al., 2010).
Η στοχοθεσία, δηλαδή η διαδικασία καθορισμού στόχων, είναι ιδιαίτερα σημαντική για άτομα με σωματική αναπηρία καθώς όσοι καταφέρνουν να επαναπροσδιορίσουν τους στόχους τους μετά την απόκτηση της αναπηρίας τους, όταν αυτή είναι επίκτητη, βιώνουν αυξημένη ευεξία (Coffey et al., 2014) ενώ αποδέχονται ευκολότερα την αναπηρία τους (Elliott et al., 2002). Δεν υπάρχουν όμως έρευνες που να εξετάζουν αν τα άτομα με σωματική αναπηρία θέτουν ενδογενείς στόχους, οι οποίοι τους βοηθάνε να φτάσουν στην ευεξία ή αν θέτουν εξωγενείς στόχους που τους απομακρύνουν από αυτήν. Είναι λοιπόν σημαντικό να διερευνηθεί, αν δίνουν προτεραιότητα σε ενδογενείς ή εξωγενείς στόχους, αν βλέπουν την αναπηρία τους σαν ένα αρνητικό, θετικό ή ουδέτερο στοιχείο στην επίτευξη των στόχων ζωής τους καθώς και κατά πόσο η αποδοχή της αναπηρίας τους συνδέεται με τον προσανατολισμό τους σε ενδογενείς ή εξωγενείς στόχους. Ενδέχεται να αποδίδουν μεγαλύτερη αξία σε ενδογενείς στόχους, αλλά παρόλα αυτά να συνεχίζουν να μην βιώνουν μεγάλη ικανοποίηση από τη ζωή τους αφήνοντας την αναπηρία τους να γίνεται τροχοπέδη στην επίτευξη αυτών των στόχων.
Ο κύριος σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει το περιεχόμενο των στόχων των ατόμων με σωματική αναπηρία, και πιο συγκεκριμένα αν προσανατολίζονται περισσότερο σε ενδογενείς ή σε εξωγενείς στόχους καθώς και τον ρόλο που παίζει η αναπηρία τους στους στόχους που θέτουν κατ’ επέκταση στην υποκειμενική ευεξία τους. Ο κύριος σκοπός και οι επιμέρους στόχοι παρουσιάζονται πιο αναλυτικά στο τέταρτο κεφάλαιο της εργασίας.
Ανάλογα με τα αποτελέσματα της έρευνας θα προταθούν και οι ανάλογες εκπαιδευτικές, και όχι μόνο, παρεμβάσεις που χρειάζεται να γίνουν. Αν, για παράδειγμα, φανεί ότι τα άτομα με σωματική αναπηρία δίνουν μεγαλύτερη αξία σε ενδογενείς στόχους που προωθούν την ευημερία τους αλλά ότι δεν αποδέχονται την αναπηρία τους ή ότι νιώθουν πώς παίζει αρνητικό ρόλο στην επίτευξη αυτών των στόχων, τότε καλό θα ήταν να ληφθούν μέτρα για να βοηθηθούν ήδη από τη σχολική τους ηλικία και να αποδεχθούν την αναπηρία τους. Κι αυτό γιατί αν την αποδεχτούν πιθανόν να πάψει να παρεμβαίνει στην επίτευξη των στόχων τους και κατά συνέπεια να μειώνει το αίσθημα της ευεξίας τους. Αν από την άλλη φανεί ότι δίνουν προτεραιότητα σε εξωγενείς στόχους, θα ήταν ωφέλιμο να προωθηθούν περισσότερο οι ενδογενείς στόχοι, αλλά και γενικότερα η ενδογενής παρακίνηση. Αυτό θα μπορούσε να γίνει από διάφορους φορείς αγωγής ή/και εκπαίδευσης, όπως είναι τα σχολεία και η οικογένεια που μπορούν να συμβάλλουν με διάφορες δραστηριότητες, και όχι μόνο, στην καλλιέργεια ενδογενών στόχων. Τέλος, θα ήταν χρήσιμο ερευνητικά και το εύρημα ότι τα πιο πολλά άτομα με σωματική αναπηρία έχουν αποδεχτεί τις δυσκολίες που τους προκαλεί η αναπηρία τους και δεν την αφήνουν να επέμβει στην επίτευξη των στόχων ζωής τους.
Προτού διερευνηθούν τα παραπάνω, προηγείται η βιβλιογραφική ανασκόπηση, η οποία αποτελείται από τρία κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αφορά τις σωματικές αναπηρίες και ειδικότερα, τις μορφές τους, τα αίτιά τους καθώς και τα συνοδά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν οι άνθρωποι που έχουν μια μορφή σωματικής αναπηρίας.
Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει την Θεωρία του Αυτοκαθορισμού και τη Θεωρία του Περιεχομένου των Στόχων, που αποτελεί μια υποθεωρία της πρώτης, οι οποίες αποτελούν το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο βασίζεται ο σκοπός και οι επιμέρους στόχοι της παρούσας έρευνας. Παρουσιάζεται αναλυτικά ποιοι στόχοι θεωρούνται ενδογενείς και ποιοι εξωγενείς και πώς το κάθε είδος επιδρά διαφορετικά στην υποκειμενική ευεξία των ανθρώπων σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία. Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η Θεωρία του Περιεχομένου των Στόχων αναφέρεται σύντομα και η Θεωρία των Βασικών Ψυχολογικών Αναγκών, η οποία επίσης συνιστά υποθεωρία της Θεωρίας του Αυτοκαθορισμού. Πραγματεύεται ακόμα ο ρόλος που διαδραματίζουν τα διάφορα είδη κινήτρων στους στόχους και κατά συνέπεια στην ευεξία των ανθρώπων. Αποσαφηνίζεται η έννοια της ευεξίας ενώ γίνεται σύντομη αναφορά και σε άλλες ψυχολογικές κατασκευές οι οποίες επιδρούν στην ψυχική ευημερία όπως είναι η ενσυνειδητότητα και η ψυχολογική ευελιξία.
Το τρίτο κεφάλαιο εξετάζει τη σχέση που έχει η αναπηρία με τους στόχους και την ψυχική ευεξία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο που παίζει η αποδοχή της αναπηρίας στους στόχους και στο αίσθημα της ευημερίας παραθέτοντας τους διάφορους παράγοντες που διευκολύνουν ή δυσχεραίνουν την συμφιλίωση με μια αναπηρία. Αναφέρεται η σημαντικότητα του Αυτοκαθορισμού για τα άτομα με αναπηρία διότι σχετίζεται άμεσα με την στοχοθεσία και το αίσθημα ευεξίας. Στη συνέχεια, αναλύεται η επίδραση που έχει ο καθορισμός στόχων στην αποδοχή της αναπηρίας ατόμων με σωματική αναπηρία και κατ’ επέκταση στο αίσθημα της ευεξίας τους. Τελικώς, εν συντομία αναφέρεται το θέμα των περιεχομένων των στόχων των ατόμων με σωματική αναπηρία κατά την Θεωρία του Περιεχομένου των στόχων και ο ρόλος της αναπηρίας τους στην επίτευξη των στόχων που υπάγονται στην εν λόγω θεωρία. Το θεωρητικό μέρος τελειώνει με το τέταρτο κεφάλαιο στο οποίο παρουσιάζονται ο σκοπός και τα ερευνητικά ερωτήματα της παρούσας εργασίας.
Το ερευνητικό μέρος ξεκινάει από το πέμπτο κεφάλαιο, τη μεθοδολογία, στο οποίο αναλύονται το είδος της έρευνας, οι συμμετέχοντες στους οποίους απευθυνόταν η έρευνα, τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν, ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας καθώς και ο τρόπος ανάλυσης των δεδομένων που συλλέχθηκαν. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, το έκτο, παρατίθενται τα αποτελέσματα που προέκυψαν από στατιστική επεξεργασία των δεδομένων της έρευνας. Έπεται το έβδομο κεφάλαιο το οποίο περιλαμβάνει τη συζήτηση στην οποία πραγματεύονται κριτικά τα αποτελέσματα της έρευνας ενώ δίνεται απάντηση στα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν. Τελικώς, στο ίδιο κεφάλαιο διατυπώνονται τα συμπεράσματα ενώ αναφέρονται οι περιορισμοί της παρούσας έρευνας, οι εκπαιδευτικές εφαρμογές των αποτελεσμάτων αλλά και μελλοντικές κατευθύνσεις για επόμενες έρευνες.
