Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 23ο

Νοέ 1, 2023 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα περιεχόμενα στόχων σε άτομα με σωματικές αναπηρίες – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζαφειριάδου Άννας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 23ο

 

3.2.2.     Παράγοντες που επηρεάζουν την αποδοχή της αναπηρίας

 

Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την στιγμή απόκτησης της αναπηρίας ενός ατόμου είναι ένας καθοριστικός παράγοντας στην αποδοχή της αναπηρίας (Nicholls et al., 2012). Από παλαιότερη έρευνα σε άτομα με τραυματισμό νωτιαίου τονίζεται ότι όσο μεγαλύτερο διάστημα είναι κάποιος ανάπηρος τόσο περισσότερο την έχει αποδεχτεί, χωρίς να παίζει ρόλο η ηλικία που έχει (Woodrich & Patterson, 1983). Σε μεταγενέστερη έρευνα φάνηκε σε παρόμοιο δείγμα ότι όσοι ζούσαν με την αναπηρία τους λιγότερο από 6 μήνες είχαν μικρότερη αποδοχή αναπηρίας συγκριτικά με αυτούς που την είχαν πάνω από εξάμηνο (Attawong & Kovindha, 2005).

Το φύλο φαίνεται να είναι ακόμα ένας συντελεστής στην αποδοχή της αναπηρίας. Ειδικότερα, σε έρευνες που αφορούσαν άτομα με παραπληγία ή τετραπληγία φάνηκε ότι οι γυναίκες εμφάνιζαν σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά αποδοχής της αναπηρίας τους συγκριτικά με τους άνδρες (Nicholls et al., 2012· Woodrich & Patterson, 1983). Το ίδιο διαπιστώθηκε και από πιο πρόσφατη έρευνα που αφορούσε άτομα με εγκεφαλική παράλυση (Park, 2019). Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι κατά τους Attawong και Kovindha (2005) που ερεύνησαν κι αυτοί άτομα με παραπληγία ή τετραπληγία λόγω βλάβης νωτιαίου μυελού αλλά και κατά τους Li και Moore (1998) το φύλο δεν σχετίζεται με τον βαθμό αποδοχής αναπηρίας.

Η ηλικία είναι ένας αμφιλεγόμενος παράγοντας καθώς σε μια έρευνα με πάνω από χίλιους συμμετέχοντες φάνηκε να επηρεάζει την αποδοχή της αναπηρίας με τους νεότερους να εμφανίζουν καλύτερη αποδοχή η οποία μειωνόταν όσο αυξανόταν και η ηλικία (Li & Moore, 1998) ενώ σε άλλη πιο πρόσφατη έρευνα με 61 συμμετέχοντες με σωματική αναπηρία λόγω κάκωσης νωτιαίου μυελού δεν είχε αξιοσημείωτη επίδραση (Attawong & Kovindha, 2005). Τέλος, σε έρευνα που διενεργήθηκε σε άτομα με εγκεφαλική παράλυση οι μεσήλικες, οι άνθρωποι που βρίσκονταν στη δεκαετία των 40, ήταν περισσότερο συμφιλιωμένοι με την αναπηρία τους απ’ ότι οι νεότεροι αλλά κι αυτοί που ήταν άνω των 50 (Park, 2019).

Το εισόδημα φάνηκε κι αυτό να παίζει κάποιο ρόλο καθώς άνθρωποι με υψηλότερο εισόδημα προσαρμόζονταν συνήθως ευκολότερα στην αναπηρία τους συγκριτικά με άτομα που είχαν χαμηλότερο εισόδημα (Li & Moore, 1998). Το ίδιο υποστηρίζει και ο Κλεφτάρας (2006). Οι Nicholls et al. (2012) όμως, φαίνεται να διαφωνούν καθώς δεν βρήκαν κάποια σημαντική συσχέτιση μεταξύ οικονομικού επιπέδου και αποδοχής αναπηρίας.

Το επίπεδο μόρφωσης που έχει κανείς επιδρά θετικά στην δύσβατη διαδρομή αποδοχής της αναπηρίας με αυτούς που έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο να προσαρμόζονται πιο ομαλά στην νέα τους κατάσταση (Κλεφτάρας, 2006). Αποδείχθηκε από πρόσφατη έρευνα ότι οι άνθρωποι με εγκεφαλική παράλυση που είχαν μόρφωση ακόμα υψηλότερη από εκείνη που παρέχεται στο κολλέγιο είχαν πολύ μεγάλα ποσοστά αποδοχής της αναπηρίας τους (Park, 2019). Ωστόσο, σύμφωνα με δύο έρευνες σε άτομα με παραπληγία ή τετραπληγία λόγω κάκωσης νωτιαίου μυελού το εκπαιδευτικό επίπεδο δεν επιδράει στην αποδοχή της αναπηρίας (Attawong & Kovindha, 2005· Nicholls et al., 2012).

Η οικογενειακή κατάσταση είναι άλλος ένας αμφιλεγόμενος παράγοντας. Οι Crewe και Krause (1988) υποστηρίζουν ότι η οικογενειακή κατάσταση ασκεί σημαντική επίδραση στην ψυχολογική προσαρμογή που ακολουθεί μια επίκτητη αναπηρία. Όσα άτομα με σωματική αναπηρία λόγω βλάβης νωτιαίου μυελού παντρεύτηκαν αργότερα από την εμφάνιση της αναπηρίας τους ήταν πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους καθώς δεν ένιωθαν μοναξιά και είχαν καλύτερη κοινωνική και σεξουαλική ζωή (Crewe & Krause, 1988). Ο Κλεφτάρας (2006) υποστηρίζει ότι τα άτομα που είναι παντρεμένα είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στην αναπηρία τους χάρη στην κοινωνικοσυναισθηματική στήριξη που καθημερινά δέχονται. Και από άλλη έρευνα επιβεβαιώνεται ότι οι άνθρωποι που ήταν παντρεμένοι αποδέχονταν ευκολότερα την αναπηρία τους (Li & Moore, 1998). Ωστόσο, σύμφωνα με άλλη έρευνα που έγινε σε πληθυσμό κινητικά αναπήρων, η οικογενειακή κατάσταση δεν φάνηκε να εμφανίζει σημαντική σύνδεση με την αποδοχή αναπηρίας (Attawong & Kovindha, 2005) ενώ κατά την Park (2019) οι άνθρωποι με εγκεφαλική παράλυση που ήταν άγαμοι ήταν καλύτερα προσαρμοσμένοι στην αναπηρία τους συγκριτικά με τους παντρεμένους!

Η εργασία αποδείχθηκε ωφέλιμος παράγοντας στην προσαρμογή στην αναπηρία σε άτομα με εγκεφαλική παράλυση (Park, 2019). Σε άτομα όμως με κινητική αναπηρία λόγω κάκωσης νωτιαίου μυελού δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο (Nicholls et al., 2012).

Το είδος της αναπηρίας και η σοβαρότητά της επιδρά σημαντικά στο κατά πόσο αποδέχεται ένα άτομο με αναπηρία την κατάστασή του (Κλεφτάρας, 2006). Δεν γίνονται δηλαδή όλες οι αναπηρίες αποδεκτές με την ίδια ευκολία καθώς οι σοβαρότερες φέρνουν στη ζωή του ατόμου μεγαλύτερα προβλήματα και περισσότερους περιορισμούς. Επιπλέον, η εμφάνιση περισσότερων από μια αναπηρία, πολλαπλών δηλαδή αναπηριών κάνει δυσκολότερο για το άτομο να αποδεχτεί τις αναπηρίες του σε σχέση με άτομα που έχουν μόνο μια αποδεικνύοντας ότι η σοβαρότητα των προβλημάτων λόγω αναπηρίας πράγματι σχετίζεται με την αποδοχή της (Li & Moore, 1998). Ωστόσο, σε άτομα με κινητική αναπηρία λόγω κάκωσης νωτιαίου μυελού η σοβαρότητα της αναπηρίας δεν φάνηκε να παίζει ρόλο στον βαθμό αποδοχής της (Attawong & Kovindha, 2005) όπως ούτε και το είδος της βλάβης που υπέστησαν (Nicholls et al., 2012).

Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται το άτομο τη νέα εικόνα του σώματός του διαδραματίζει βασικό ρόλο στην ψυχολογική προσαρμογή και εν τέλει στην αποδοχή της αναπηρίας (Τάσση, 2014). Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η σωματική αυτοαντίληψη δεν αναφέρεται μόνο στην εξωτερική εμφάνιση του σώματος αλλά και στις διάφορες λειτουργίες του (Τάσση, 2014). Ο χρόνιος πόνος φάνηκε επίσης να σχετίζεται σημαντικά με την αποδοχή της αναπηρίας επιβαρύνοντας την ήδη δύσκολη διαδικασία ψυχολογικής προσαρμογής ενός ατόμου στην αναπηρία γεγονός που έγινε προφανές από την ευκολότερη αποδοχή αυτών που δεν βίωναν συμπτώματα χρόνιου πόνου (Li & Moore, 1998).

Η κατάθλιψη και το άγχος ήταν δύο συντελεστές που επηρέασαν σημαντικά την αποδοχή της αναπηρίας ατόμων με παραπληγία ή τετραπληγία (Attawong & Kovindha, 2005). Όσο χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης είχαν τα άτομα τόσο περισσότερο συμφιλιωμένοι ήταν με την αναπηρία τους ενώ τα υψηλά επίπεδα κατάθλιψης σχετίζονταν με μικρότερη αποδοχή αναπηρίας (Nicholls et al., 2012). Η σχέση κατάθλιψης και αποδοχής της αναπηρίας φαίνεται να είναι αμφίδρομη διότι και η δυσκολία στην προσαρμογή εντείνει τα συμπτώματα κατάθλιψης (Psarra & Kleftaras, 2013). Όπως η κατάθλιψη, έτσι και το άγχος όσο μεγαλύτερο είναι τόσο λιγότερο προσαρμοσμένοι στην αναπηρία είναι οι άνθρωποι ενώ όσο χαμηλότερα είναι τα επίπεδα άγχους τόσο καλύτερη είναι και η αποδοχή της (Attawong & Kovindha, 2005).

Οι αντιδράσεις, οι φόβοι, οι προσδοκίες και η στήριξη των συγγενικών και φιλικών προσώπων του ατόμου επηρεάζουν κι αυτά με τη σειρά τους τον βαθμό αποδοχής της αναπηρίας (Li & Moore, 1998). Η οικογένεια και οι φίλοι μπορεί να δυσκολευτούν να δεχτούν τη νέα κατάσταση του αγαπημένου τους προσώπου κάνοντας άθελά τους ακόμα δυσκολότερη την προσαρμογή σε αυτή για το ίδιο το άτομο καθώς ο βαθμός αποδοχής από τους σημαντικούς άλλους βοηθάει ή δυσχεραίνει την αυτοαποδοχή (Li & Moore, 1998). Αντίθετα, όταν οι φίλοι και οι συγγενείς στηρίζουν και ενθαρρύνουν συναισθηματικά το άτομο διευκολύνουν την διαδικασία προσαρμογής του στην αναπηρία (Li & Moore, 1998).

Προσωπικοί παράγοντες όπως στοιχεία της προσωπικότητας παίζουν σημαντικό ρόλο στο χρονικό διάστημα που χρειάζεται να περάσει για να επέλθει η ψυχολογική προσαρμογή στην αναπηρία καθώς και στον βαθμό που αποδέχεται κανείς την κατάστασή του μετά από μια αναπηρία (Livneh & Parker, 2005). Τέτοια χαρακτηριστικά είναι οι μηχανισμοί άμυνας, το οπλοστάσιο τρόπων διαχείρισης της αναπηρίας και ο γνωστικός τρόπος επεξεργασίας της κατάστασης (Livneh & Parker, 2005). Η αυτοαποτελεσματικότητα με την έννοια της ψυχικής δύναμης και ανθεκτικότητας για διαχείριση της απώλειας που συνοδεύει την αναπηρία είναι ακόμα ένα τέτοιο προσωπικό στοιχείο (Attawong & Kovindha, 2005). Επιπλέον, η σχέση ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και την αποδοχή της αναπηρίας βρέθηκε να είναι πολύ ισχυρή με αυτούς που έχουν υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης να αποδέχονται ευκολότερα τη νέα τους πραγματικότητα (Li & Moore, 1998). Τέλος, οι άνθρωποι με σωματική αναπηρία που είχαν ένα σκοπό στη ζωή τους και έβρισκαν νόημα σε αυτήν αποδέχονταν με πολύ μεγαλύτερη ευκολία την αναπηρία τους ενώ δεν εμφάνιζαν κατάθλιψη (Psarra & Kleftaras, 2013) όπως έκαναν και αυτοί που αντιμετώπιζαν την αναπηρία τους με θετικό τρόπο (Snead & Davis, 2002).

Όσο για τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, διαδραματίζουν κι αυτοί σημαντικό ρόλο. Αναλυτικότερα, όσο λιγότερη ιατρική φροντίδα λαμβάνει ένας άνθρωπος με παραπληγία ή τετραπληγία τόσο χαμηλότερη αποδοχή αναπηρίας εμφανίζει (Nicholls et al., 2012). Αυτό εξαρτάται φυσικά από τη διαθέσιμη ιατρική φροντίδα που μπορεί να προσφέρει η εκάστοτε κοινότητα (Livneh & Parker, 2005). Άλλοι παράγοντες πλαισίου που επιδρούν στην αποδοχή της αναπηρίας ενός ατόμου είναι τα διαθέσιμα κοινωνικά δίκτυα, τα διάφορα κοινωνικά εμπόδια όπως η έλλειψη προσβασιμότητας κτηρίων (Livneh & Parker, 2005) αλλά και οι κοινωνικές διακρίσεις εις βάρος του μαζί με την εχθρότητα άλλων ανθρώπων προς αυτό τα οποία δυσχεραίνουν την όλη διαδικασία προσαρμογής (Li & Moore, 1998). Αξιοσημείωτο είναι ότι σε μια έρευνα τα ίδια τα άτομα με σωματική αναπηρία θεωρούσαν ότι αυτό που δυσχέραινε περισσότερο από όλα την αποδοχή και την προσαρμογή τους στη νέα τους πραγματικότητα ως ανάπηροι ήταν οι δυσκολίες μετακίνησης που είχαν λόγω κοινωνικών εμποδίων που παρακώλυαν την ενεργή κοινωνική τους συμμετοχή (Harrison & Kuric, 1989).

Ο βαθμός κοινωνικής ένταξης που εκφράζεται με τη συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα είναι καταλυτικός για την αποδοχή της αναπηρίας (Snead & Davis, 2002). Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική συμμετοχή του ατόμου τόσο ομαλότερη είναι και η ψυχολογική του προσαρμογή στην αναπηρία (Snead & Davis, 2002). Τελικώς, η καταγωγή δεν συσχετίστηκε με κάποιο τρόπο με την ομαλή προσαρμογή στην αναπηρία (Li & Moore, 1998).

Συνοψίζοντας, η αποδοχή της αναπηρίας είναι μια πολυδιάστατη, μακροχρόνια και πολύπλοκη διαδικασία (Li & Moore, 1998) η οποία δεν εξαρτάται από έναν και μόνο αποκλειστικά παράγοντα αλλά από τη συνέργεια πολλών περιβαλλοντικών και προσωπικών συντελεστών (Livneh & Parker, 2005), τόσο σωματικών όσο και ψυχολογικών, η οποία αναμφίβολα διαφοροποιείται με την πάροδο του χρόνου.

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο