2.4.2. Η εξωγενής παρακίνηση και η επίδρασή της στην ευεξία
Αναφορικά με τα εξωγενή κίνητρα, πολλές φορές οι άνθρωποι εκδηλώνουν μια συμπεριφορά ή θέτουν έναν στόχο γιατί είναι εξωτερικά υποκινούμενοι πράγμα που σημαίνει ότι η στοχοθεσία τους ή η συμπεριφορά τους ελέγχεται από εξωτερικούς παράγοντες, από αισθήματα πίεσης και ελέγχου και όχι γιατί το επιθυμούν πραγματικά (Ryan & Deci, 2017). Αυτό το είδος κινήτρων συνδέεται με την συμμόρφωση σε κοινωνικές επιταγές (Ryan & Deci, 2000) αλλά και με εσωτερικά αισθήματα υποχρέωσης με την έννοια της πίεσης από τον ίδιο τον εαυτό (Βαρσάμης, 2016). Όταν οι άνθρωποι έχουν συμπεριφορές εξωτερικά ελεγχόμενες τότε βλάπτεται σε μεγάλο βαθμό το αίσθημα ευεξίας τους αλλά και η έμφυτη ενέργεια που έχουν η οποία τους ωθεί να εμπλέκονται σε ευχάριστες και ενδιαφέρουσες δραστηριότητες (Niemiec et al., 2010).
Αυτά τα εξωγενή κίνητρα τις πιο πολλές φορές συνδέονται με εξωγενείς στόχους και αξίες (Gillison et al., 2006· Sheldon et al., 2004). Οι Otero-López και Villardefrancos (2015) συμφωνούν υπογραμμίζοντας ότι οι συμπεριφορές που πηγάζουν από καταναγκασμό και πίεση στοχεύουν κυρίως στην επίτευξη εξωτερικών στόχων. Συνεπώς, ένας τρόπος με τον οποίο η εξωγενής παρακίνηση δρα αρνητικά στα επίπεδα ευεξίας είναι γιατί συνήθως συνδέεται με εξωγενείς στόχους (Sheldon et al., 2004) οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, βλάπτουν την ψυχική ευημερία (Sheldon et al., 2010).
Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα εξωγενή κίνητρα μπορεί να συνδέονται και με τα δύο είδη στόχων (Deci & Ryan, 2000· Vansteenkiste et al., 2010). Βέβαια, ακόμα κι όταν οι ελεγχόμενες συμπεριφορές στοχεύουν σε ενδογενείς στόχους ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες επίτευξής τους (Otero-López & Villardefrancos, 2015). Αν οι άνθρωποι φτάσουν στο σημείο να κατακτήσουν αυτούς τους ενδογενείς στόχους δε θα βιώσουν υψηλά επίπεδα ευεξίας αν αυτοί οι στόχοι τούς έχουν επιβληθεί (Urdan & Turner, 2005). Οι εξωτερικές πιέσεις γενικότερα, κάνουν τους ανθρώπους να θέτουν σε μικρότερο βαθμό ενδογενείς στόχους, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο της εκπαίδευσης (Assor et al., 2005). Επομένως, οι στόχοι που επιδιώκονται εξαιτίας εξωτερικών πιέσεων για να ικανοποιήσουν διάφορες απαιτήσεις απομακρύνουν τους ανθρώπους από την ευημερία (Srivastava et al., 2001) ακόμα κι όταν σχετίζονται με ενδογενείς στόχους.
Έχει διατυπωθεί μάλιστα και η άποψη ότι οι εξωγενείς στόχοι δεν βλάπτουν την ευεξία των ανθρώπων αν δεν συνοδεύονται από εξωγενή παρακίνηση, υπονοώντας ότι οι λόγοι για τους οποίους κυνηγούν οι άνθρωποι κάποιους στόχους είναι στην πραγματικότητα πιο επικίνδυνοι και πιο καθοριστικοί για την ευεξία απ’ ότι το περιεχόμενο των στόχων (Srivastava et al., 2001). Αν κάποιος θέσει δηλαδή έναν εξωτερικό στόχο δε θα βιώσει απαραίτητα χαμηλότερα επίπεδα ευεξίας παρά μόνο αν θέλει να κατακτήσει αυτό τον στόχο για λανθασμένους λόγους (Srivastava et al., 2001). Αντίθετα, αν θέσει κανείς εξωτερικούς στόχους σε ένα πλαίσιο που κυριαρχεί η ενθάρρυνση της αυτόνομης παρακίνησης, τα αρνητικά αποτελέσματα των εξωτερικών στόχων θα μετριαστούν (Wang et al., 2013). Συνεπώς, πιθανότατα τα κίνητρα να ασκούν μεγαλύτερη επίδραση στα αισθήματα ευεξίας απ’ ότι το περιεχόμενο των στόχων.
Οι εξωγενείς παράγοντες που συχνά ελέγχουν την ανθρώπινη συμπεριφορά όπως οι διάφορες κοινωνικές επιταγές τείνουν να εσωτερικεύονται από τους ανθρώπους (Βαρσάμης, 2016). Φυσικά υπάρχουν διάφορα επίπεδα εσωτερίκευσης και ρύθμισης της συμπεριφοράς τα οποία εξηγούν αναλυτικότερα οι Ryan και Deci (2017) με τη Θεωρία της Οργανισμικής Ενοποίησης (OIT). Αυτή η θεωρία ουσιαστικά αφορά τα είδη ρύθμισης της συμπεριφοράς και αναλύει τον τρόπο με τον οποίο οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος εσωτερικεύονται από τους ανθρώπους (Center for Self-Determination Theory, n.d.).
Αναλυτικότερα, κατά τους Deci και Ryan (2000) υπάρχουν τέσσερις μορφές ρύθμισης της συμπεριφοράς οι οποίες αναφέρονται εν συντομία παρακάτω ενώ υπάρχει και η πλήρης απουσία παρακίνησης για μια δραστηριότητα ή συμπεριφορά με την έννοια της έλλειψης ενδιαφέροντος για αυτήν. Η πρώτη μορφή ρύθμισης της συμπεριφοράς είναι η εξωτερική ρύθμιση κατά την οποία ο άνθρωπος εκδηλώνει μια συμπεριφορά γιατί νιώθει υποχρεωμένος να το κάνει ή γιατί θέλει να αποκομίσει κάτι από αυτήν ή για να αποφύγει μια αρνητική συνέπεια (Deci & Ryan, 2000). Σ’ αυτή τη μορφή ο άνθρωπος δεν έχει εσωτερικεύσει καθόλου την εν λόγω συμπεριφορά (Deci & Ryan, 2010).
Η δεύτερη μορφή ρύθμισης της συμπεριφοράς είναι η ενδοσκοπική ρύθμιση κατά την οποία ο άνθρωπος επιδεικνύει μια συμπεριφορά για να μην βιώσει αρνητικά συναισθήματα, όπως άγχος και τύψεις, τα οποία θα νιώσει αν δεν παρουσιάσει την εν λόγω συμπεριφορά (Deci & Ryan, 2000). Η συμπεριφορά αυτή είναι εν μέρει εσωτερικευμένη (Deci & Ryan, 2010).
Η τρίτη μορφή είναι η ρύθμιση μέσω ταύτισης στην οποία οι άνθρωποι εκδηλώνουν μια συμπεριφορά όχι επειδή τους είναι ευχάριστη αλλά γιατί της αποδίδουν εκούσια μια αξία, δηλαδή γιατί είναι αντικειμενικά σημαντική για τους ίδιους (Deci & Ryan, 2000). Σε μια έρευνα που αφορούσε παιδιά φάνηκε ότι αυτό το είδος παρακίνησης εκπλήρωνε τις ΒΨΑ (Sebire et al., 2013) ανοίγοντας τον δρόμο προς την ευημερία.
Η τέταρτη μορφή είναι η ολοκληρωμένη ή ενσωματωμένη ρύθμιση κατά την οποία μια συμπεριφορά επιδεικνύεται γιατί έρχεται σε πλήρη σύμπνοια με τις αξίες και τους στόχους του ανθρώπου (Βαρσάμης, 2016). Αυτή αποτελεί την πιο εσωτερικευμένη μορφή εξωτερικής ρύθμισης (Ryan & Deci, 2000).
Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η ενδογενής παρακίνηση και η ενσωματωμένη ρύθμιση δεν είναι το ίδιο παρότι και οι δύο μορφές παρακίνησης είναι αυτόνομες (Ryan & Deci, 2017). Η διαφορά τους έγκειται στο ότι η μια επιδεικνύεται επειδή η συμπεριφορά καθεαυτή προκαλεί θετικά συναισθήματα χωρίς κάποιον μελλοντικό σκοπό ενώ η άλλη εκδηλώνεται για να δρα ο άνθρωπος με βάση τις ηθικές αξίες και τους στόχους του αποσκοπώντας σε κάποια μελλοντικά οφέλη (Ryan & Deci, 2017). Ωστόσο, και οι δύο οδηγούν σε μια παρακίνηση που βιώνεται ως αυτόνομη (Deci & Ryan, 2010).
Φαίνεται, λοιπόν, ότι δεν έρχονται όλες οι μορφές εξωτερικής παρακίνησης σε σύγκρουση με τον εαυτό (Niemiec & Ryan, 2009). Παρότι μερικές συμπεριφορές εξωγενώς υποκινούμενες δεν έχουν αξία ή ενδιαφέρον για τα άτομα (Ryan & Deci, 2000) και έχουν στόχο να αποφύγουν αρνητικές συνέπειες ή να αποκομίσουν ανταμοιβές, υπάρχουν άλλες που έρχονται σε σύμπνοια τόσο με τις αξίες όσο και με τους στόχους του ατόμου (Niemiec & Ryan, 2009) και συνεπώς, δεν δρουν ανασταλτικά στην ανάπτυξή του. Όσο περισσότερο ενθαρρύνεται η αυτονομία τόσο περισσότερο εσωτερικεύονται οι διάφορες απαιτήσεις του περιβάλλοντος (Reeve et al., 2002) και αντίστροφα όσο πιο εσωτερικευμένη είναι η παρακίνηση τόσο πιο αυτόνομος θα είναι ο άνθρωπος (Center for Self-Determination Theory, n.d.). Πρέπει τελικώς, να σημειωθεί ότι στον βαθμό εσωτερίκευσης μιας συμπεριφοράς βασικό ρόλο παίζουν το γονεϊκό στυλ, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο (Kasser et al., 2002), η ικανοποίηση των ΒΨΑ και η απόδοση αξίας στη συμπεριφορά από τους σημαντικούς για το άτομο ανθρώπους (Deci & Ryan, 2010).
Συνοψίζοντας, τα κίνητρα είναι άμεσα συνδεδεμένα με τους στόχους που θέτουν οι άνθρωποι και ασκούν καθοριστική επίδραση στο αίσθημα της ευεξίας. Τα ενδογενή κίνητρα καθώς και τα εσωτερικευμένα εξωγενή δρουν ευεργετικά στην ευτυχία ενώ τα εξωγενή απομακρύνουν τους ανθρώπους από αυτήν.
