ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.), περίπου 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι παγκοσμίως, αριθμός που αντιπροσωπεύει περίπου το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού αντιμετωπίζουν κάποιας μορφής αναπηρία (Clemente et al., 2022). Ιστορικά, τα άτομα με αναπηρία έχουν έρθει αντιμέτωπα με σοβαρές διακρίσεις σε ένα μεγάλο εύρος τομέων της καθημερινής τους ζωής οι οποίοι έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα της ζωής τους. Σημαντικό ρόλο σε αυτό είχαν διαδραματίσει τα παλαιότερα μοντέλα ερμηνείας της αναπηρίας, κυρίως το ηθικό και το ιατρικό μοντέλο, τα οποία αντιλαμβάνονταν την αναπηρία είτε ως συνέπεια κάποιου σοβαρού ηθικού παραπτώματος του ατόμου ή της οικογενείας του ή ως μία συνθήκη ανικανότητας η οποία χρήζει «διόρθωσης», αντίστοιχα (Kaplan, 2000).
Κομβικό χρονικό σημείο για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία σε παγκόσμιο επίπεδο υπήρξε η 13η Δεκεμβρίου 2006, μία ημερομηνία κατά την οποία η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 3 Μαΐου 2008 (UN General Assembly, 2007). Στόχος της προαναφερθείσας Σύμβασης υπήρξε η άρση των εκτεταμένων διακρίσεων που εφαρμόζονταν ως τότε εις βάρος των ατόμων με αναπηρία στην εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, την πολιτική και άλλους τομείς, οι οποίες συμβάλλουν καθοριστικά στην κοινωνική απομόνωση των ατόμων με αναπηρίες (Ruiz, 2017).
Αξίζει να σημειωθεί ότι προγενέστερες Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών είχαν κατοχυρώσει διεθνώς την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωστόσο για πρώτη φορά δόθηκε έμφαση στα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, όπως το θεμελιώδες τους δικαίωμα να ζουν εντός των κοινοτήτων αντί να είναι περιορισμένοι σε ιδρύματα, καλύπτοντας ένα βασικό αίτημα του αναπηρικού κινήματος και άλλων κοινωνικών κινημάτων που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα (Freeman et al., 2015). H δημοσίευση της εν λόγω Σύμβασης υπήρξε ιστορική και για ένα ακόμα λόγο. Για πρώτη φορά, ένα διεθνές κείμενο προσέγγιζε την αναπηρία μέσα από το κοινωνικό μοντέλο, εγκαταλείποντας το ιατρικό μοντέλο που επικρατούσε έως τότε, και δίνοντας έμφαση στη διασφάλιση των ισότιμων δικαιωμάτων των ΑμεΑ (Ruiz, 2017).
Ακολουθώντας την προαναφερθείσα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών, πολλά κράτη και κρατικοί συνασπισμοί (πχ Ε.Ε.) έχουν σήμερα προχωρήσει στη νομοθετική και θεσμική προστασία των δικαιωμάτων των ΑμεΑ με αποτέλεσμα η ποιότητα της ζωής των εν λόγω ατόμων να έχει πλέον βελτιωθεί αισθητά σε σχέση με παλαιότερες εποχές. Για παράδειγμα, το Μάρτιο του 2021, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε τη Στρατηγική για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία 2021-2030, η οποία υπήρξε η συνέχεια της προηγούμενης Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Αναπηρία 2010-2020, η οποία υπήρξε το πρώτο βήμα για την επίτευξη μίας Ευρώπης χωρίς φραγμούς συνέβαλε καθοριστικά στην ενδυνάμωση των ατόμων με αναπηρία ώστε να διεκδικούν και να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα με τους συμπολίτες τους χωρίς αναπηρία. Με αυτή τη δεκαετή στρατηγική, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να βελτιώσει τη ζωή των ατόμων με αναπηρία στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, παρά την αδιαμφισβήτητη πρόοδο που σημειώθηκε την τελευταία δεκαετία, τα άτομα με αναπηρία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια και να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού σε σχέση με το γενικό πληθυσμό (European Commission, n.d.).
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, η παρούσα εργασία επιδιώκει τη διερεύνηση της υφιστάμενης κατάστασης των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία σε τρεις βασικούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, δηλαδή την εργασία, την εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη, προκειμένου να εντοπιστούν ενδεχόμενα κενά στην κατοχύρωση και εφαρμογή τους και ενδεχόμενες πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν εκ μέρους διεθνών ή εθνικών φορέων για την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας μεταξύ ατόμων με και χωρίς αναπηρίες.
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της υγειονομικής περίθαλψης των ΑμεΑ ανακύπτουν διάφορα σημαντικά βιοηθικά ζητήματα, τα οποία απασχολούν τόσο την κοινή γνώμη όσο και την επιστημονική κοινότητα, χωρίς να είναι εύκολο να απαντηθούν με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο. Επιδιώκοντας να συμβάλει στον κοινωνικό διάλογο αναφορικά με τα συγκεκριμένα ζητήματα, η παρούσα εργασία προχωρά σε μία ανάλυση τους προκειμένου να αναδείξει τη σημασία τους και την περιπλοκότητά τους καθώς και την ανάγκη να αντιμετωπιστούν με την ενεργό συμμετοχή εκπροσώπων των άμεσα εμπλεκόμενων, δηλαδή των ατόμων με αναπηρίες.
Λαμβάνοντας υπόψιν το γεγονός ότι στο πλαίσιο της βιβλιογραφικής αναζήτησης που διεξήχθη στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας δεν εντοπίστηκε κάποια πρόσφατη μελέτη που να εστιάζει στα δικαιώματα των ΑμεΑ και στους τρεις εξεταζόμενους τομείς, με παράλληλη αναφορά στο ρόλο του φυσικοθεραπευτή και τα ανακύπτοντα βιοηθικά διλήμματα.