«Τα δικαιώματα των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην εργασία, στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη. Ο ρόλος του φυσικοθεραπευτή και βιοηθικά διλήμματα»-Μεταπτυχιακή Εργασία της Σοφίας Πασβάντη-Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης-ΠΜΣ Βιοηθικής-Μέρος 3ο

Οκτ 30, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

1.1 Ορισμός αναπηρίας κατά τον Π.Ο.Υ

To 1980 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (World Health Organization- WHO) υιοθέτησε τη διεθνή ταξινόμηση της αναπηρίας, η οποία βασιζόταν στο μοντέλο International Classification of Impairments, Disabilities and Handicaps (ICIDH, 1980), σύμφωνα με το οποίο η έννοια της αναπηρίας δομείται από τρία διακριτά, αλλά αλληλένδετα μέρη: βλάβη – μειονέκτημα (impairment), αναπηρία (handicap), ανικανότητα (disability). Τα τρία δομικά μέρη της αναπηρίας προσδιορίζονται ως εξής (Veil, 1992):

  • βλάβη- μειονέκτημα (impairment): αναφέρεται σε κάθε απώλεια η βλάβη κάποιας δομής ή λειτουργίας σε φυσιολογικό, ανατομικό ή ψυχολογικό επίπεδο
  • αναπηρία (handicap): αναφέρεται σε οποιοδήποτε μειονέκτημα ενός ατόμου, το οποίο απορρέει από κάποια αλλοίωση ή απουσία ικανότητας και το οποίο συνεπάγεται τον περιορισμό ή την ανικανότητα εκπλήρωσης των αρμοδιοτήτων ενός ρόλου που θεωρείται φυσιολογικός για αυτό βάσει ηλικίας, φύλου, κοινωνικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών
  • ανικανότητα (disability): αναφέρεται στην κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από τμηματική ή ολική απώλεια της ικανότητας (ως συνέπεια του προαναφερθέντος μειονεκτήματος) του ατόμου να φέρει εις πέρας κάποια δραστηριότητα με συγκεκριμένο τρόπο ή εντός των φυσιολογικών ανθρώπινων ορίων

Ωστόσο, στις αρχές του 21ου αιώνα, καταρτίστηκε ένα αναθεωρημένο μοντέλο International Classification of Functioning, Disability and Health (ICIDH-II) με στόχο την αναβάθμιση του προηγούμενου μοντέλου ταξινόμησης. Κατά την ανάπτυξή του, οι συντάκτες έλαβαν υπόψιν τους τόσο τις κριτικές που είχαν διατυπωθεί σχετικά με το πρώτο μοντέλο καθώς και την εμπειρία που είχε αποκτηθεί στη διάρκεια των χρόνων που μεσολάβησαν (WHO, 2001a).

Το προαναφερθέν μοντέλο τέθηκε σε ισχύ το 2001, κατόπιν της ομόφωνης έγκρισής του στο πλαίσιο της 54ης Ολομέλειας Υγείας (World Health Assembly), η οποία έλαβε χώρα στις 22 Μαΐου 2001 (ψήφισμα Α54/18) ενώ, μέχρι σήμερα, βρίσκει εφαρμογή σε ποικιλία περιπτώσεων τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο στα κράτη- μέλη (WHO, 2001b). Στο πλαίσιο του ICF, γίνεται αναγνώριση του γεγονότος ότι κάθε άτομο είναι δυνατό να αντιμετωπίσει κάποια έκπτωση στο επίπεδο υγείας του και, ως εκ τούτου, να βιώσει κάποια, σοβαρή ή ελαφριά, αναπηρία, η οποία αναγνωρίζεται, με τον τρόπο αυτό, ως μία πανανθρώπινη εμπειρία (WHO, 2001b). Στο κείμενο του ICF γίνεται αναφορά στο σύνολο των τομέων της υγείας του ανθρώπου και ορισμένες παραμέτρους της ανθρώπινης ευημερίας που σχετίζονται με την υγεία, οι οποίοι περιγράφονται με όρους τομέων υγείας και τομέων σχετικών με την υγεία (WHO, 2025).

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, οι παράμετροι της αναπηρίας σε επίπεδο υγείας προσδιορίζονται ως εξής (Μελέτη Δια Βίου Μάθηση και Αναπηρία, 2008):

  • Σωματικές λειτουργίες: αναφέρονται στις λειτουργίες των διαφόρων συστημάτων του ανθρώπινου σώματος σε φυσιολογικό ή ψυχολογικό επίπεδο
  • Σωματικές δομές: Αναφέρονται στα ανατομικά τμήματα του ανθρώπινου σώματος, τα οποία περιλαμβάνουν, τα όργανα, τα άκρα και τα συστατικά τους μέρη
  • Βλάβες: Αναφέρονται στη διατάραξη της λειτουργίας ή της δομής του σώματος όπως σε περιπτώσεις σημαντικών απωλειών ή εκπτώσεων
  • Δραστηριότητα: Αναφέρεται στην εκτέλεση μίας δραστηριότητας ή έργου εκ μέρους ενός ατόμου
  • Συμμετοχή: Αναφέρεται στη μεμονωμένη εμπλοκή σε μία κατάσταση της ζωής η οποία σχετίζεται με το επίπεδο υγείας, τις σωματικές λειτουργίες και δομές και δραστηριότητες
  • Περιορισμοί Δραστηριότητας: Αναφέρονται στους ανασταλτικούς παράγοντες που μπορεί να αντιμετωπίζει ένα άτομο στο πλαίσιο της εκτέλεσης των δραστηριοτήτων του
  • Περιορισμοί Συμμετοχής: Αναφέρονται στους ανασταλτικούς παράγοντες που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα άτομο αναφορικά με τον τρόπο ή το επίπεδο συμμετοχής του σε καταστάσεις της καθημερινότητάς του

Επιπροσθέτως, πέραν των ιατρικών και βιολογικών πτυχών της αναπηρίας, στο πλαίσιο του ICF γίνεται σαφής αναφορά και στις κοινωνικές πτυχές της, προσδιορίζοντας τους παράγοντες πλαισίου (contextual factors), δηλαδή τους περιβαλλοντικούς και ατομικούς παράγοντες που επιδρούν στην υγεία ενός ατόμου.

1) Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες πλαισίου αναφέρονται στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, τις στάσεις, τις αντιλήψεις και τους θεσμούς που επικρατούν σε κάποια κοινωνία και περιγράφουν τον αντίκτυπο του περιβάλλοντος στις ανθρώπινες λειτουργίες, ανεξαρτήτως εάν αυτός είναι θετικός ή αρνητικός. Διακρίνονται σε ατομικούς και κοινωνικούς (Μελέτη Δια Βίου Μάθηση και Αναπηρία, 2008):

α) Οι ατομικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες αναφέρονται στο άμεσο περιβάλλον του κάθε ατόμου, όπως η οικία, το εργασιακό περιβάλλον και το σχολείο και σχετίζονται με την άμεση επαφή με άτομα που περιλαμβάνονται στους προαναφερθέντες χώρους, όπως οι συγγενείς, οι συνάδελφοι, οι φίλοι και τα μέλη της σχολικής κοινότητας καθώς και με τα φυσικά και υλικά στοιχεία του περιβάλλοντος με τα οποία αλληλοεπιδρά ένα άτομο

β) Οι κοινωνικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες αναφέρονται σε όλα τα στοιχεία που έχουν μία δυνητική επίδραση στο άτομο όπως, μεταξύ άλλων οι δομές του εργασιακού χώρου, οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, οι ισχύοντες νόμοι και οι στάσεις και αντιλήψεις των άλλων ατόμων με τους οποίους συναναστρέφεται.

2) Από την άλλη πλευρά, οι ατομικοί παράγοντες αναφέρονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός ατόμου τα οποία δεν σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την υγεία, όπως είναι το φύλο, η ηλικία, το κοινωνικό υπόβαθρο, το μορφωτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο (Μελέτη Δια Βίου Μάθηση και Αναπηρία, 2008).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η έκπτωση και η ανικανότητα δε συνεπάγονται απαραίτητα την ύπαρξη αναπηρίας ενώ, αντιθέτως, η ύπαρξης μίας αναπηρίας συνεπάγεται την ύπαρξη μίας έκπτωσης ή ανικανότητας σε κάποιο τομέα. Με βάση το παραπάνω, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει την αναπηρία ως το αποτέλεσμα της επίδρασης οργανικών ή περιβαλλοντικών παραγόντων, οι οποίοι συνθέτουν ένα σύνολο περιορισμών σε σημαντικές πτυχές της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης, της απασχόλησης και της συμμετοχής στα κοινωνικά δρώμενα (Ζώνιου Σιδέρη, 2004).

Μετάβαση στο περιεχόμενο