1.1 Είδη και μορφές αναπηρίας
Οι διάφορες μορφές της αναπηρίας μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με βάση τα φυσικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά των ατόμων που τις φέρουν ενώ η εν λόγω οργάνωση θεωρείται σημαντική για την επίτευξη βελτιωμένης και αποτελεσματικότερης αποκατάστασης σε εξατομικευμένο επίπεδο (Gold & Richard 2012). Ένας τρόπος κατηγοριοποίησης των αναπηριών προκύπτει με βάση την ηλικία στην οποία εμφανίζονται σε ένα άτομο και περιλαμβάνουν τις εκ γενετής αναπηρίες, οι οποίες εκδηλώνονται κατά τη βρεφική ηλικία και τις επίκτητες αναπηρίες, οι οποίες εμφανίζονται στη μετέπειτα ζωή του ανθρώπου ως απόρροια κληρονομικότητας, κάποιας νόσου ή ενός ατυχήματος (Σταθόπουλος, 1999).
Από την άλλη πλευρά, ένας άλλος τρόπος κατηγοριοποίησης των αναπηριών βασίζεται στη μειονεξία που συνεπάγονται σε βιολογικό επίπεδο και περιλαμβάνει 4 διακριτές κατηγορίες: κινητική, αισθητηριακή, νοητική ή ψυχική.
1.1.1 Κινητική αναπηρία
Στο πλαίσιο της κίνησης εμπλέκονται το νευρικό, το μυϊκό και το οστικό σύστημα του οργανισμού τα οποία καλούνται να συνεργαστούν αρμονικά για τη διεκπεραίωση βασικών λειτουργιών (Σπετσιώτης & Σταθόπουλος 2003). Η ύπαρξη κινητικής αναπηρίας συνεπάγεται την ολική η μερική απώλεια των κινητικών λειτουργιών η οποία λειτουργεί ανασταλτικά στην ομαλή εκτέλεση των κινήσεων (Ellsum & Pedersen 2005) με αποτέλεσμα το άτομο που την εκδηλώνει να δυσκολεύεται στην καθημερινή του ζωή (Ντόνας και συν., 2015). Η απώλεια της ικανότητας εκτέλεσης βασικών κινήσεων της καθημερινότητας έχουν σημαντικό ψυχολογικό αντίκτυπο στο άτομο με αποτέλεσμα αυτό να διατρέχει 3 φορές υψηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης καταθλιπτικής συμπτωματολογίας συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό καθώς και υψηλότερο βαθμό κοινωνικής απόσυρσης (Nohnetal., 2016; Richardson, 2017) η οποία, κατά ένα σημαντικό βαθμό, οφείλεται στην απουσία των κατάλληλων υποδομών (Nohetal., 2016).
Οι βασικότερες μορφές κινητικής αναπηρίας περιλαμβάνουν:
- Εγκεφαλική παράλυση (cerebralpalsy): Συνιστά την πλέον συχνή σωματική αναπηρία που εκδηλώνεται σε παιδιά και προκαλεί διαταραχή στην κίνηση και τη στάση του σώματος και, δευτερευόντως, με διαταραχές λόγου και επικοινωνίας, νοητική υστέρηση, επιληψία, συμπεριφορικές και συναισθηματικές δυσκολίες, ενώ έχει διαπιστωθεί ότι η λειτουργικότητα του ατόμου επιδεινώνεται κατά την ενηλικίωση (Kimberley et al., 2018). Η ανάπτυξη και διάγνωση της εν λόγω μορφής αναπηρίας λαμβάνει χώρα κατά την πρώιμη παιδική ηλικία και εκδηλώνεται σε 1/500 άτομα σε παγκόσμιο επίπεδο (Eunson, 2012; Oskoui et al., 2013; Krigger, 2006).
- Τετραπληγία (Quadriplegia): Αναφέρεται στην παράλυση που προκαλείται ως συνέπεια κάποιας νόσου (π.χ. πολιομυελίτιδα) ή κάποιου τραυματισμού (π.χ πτώση, τροχαίο), και προκαλεί την απώλεια κίνησης στον κορμό και τα τέσσερα άκρα του ατόμου (Masdeu, 2014).
- Ημιπληγία (Hemiplegia): Πρόκειται για την παράλυση της μίας πλευράς του σώματος η οποία προκύπτει ως συνέπεια της βλάβης των φλοιονωτιαίων οδών του κεντρικού νευρικού συστήματος με το εγκεφαλικό επεισόδιο να αποτελεί τον πλέον συχνό αιτιολογικό παράγοντα ανάπτυξής της. Η προαναφερθείσα παράλυση επιδρά αρνητικά στην εκτέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων του ατόμου (Perna, 2018) με αποτέλεσμα αυτή να συσχετίζεται με υψηλά ποσοστά εκδήλωσης καταθλιπτικής συμπτωματολογίας (Lourenco, 2015).
- Παραπληγία (Paraplegia): Αναφέρεται στη διαταραχή της κινητικής και αισθητηριακής λειτουργίας των κάτω άκρων και των πυελικών οργάνων, η οποία δεν επηρεάζει την αντίστοιχη λειτουργία των άνω άκρων (Fink, 2006). Βασικούς αιτιολογικούς παράγοντες πρόκλησης της συγκεκριμένης μορφής κινητικής αναπηρίας αποτελούν η βλάβη του νωτιαίου μυελού, η αιματομυελία, η οξεία εγκάρσια μυελίτιδα, η πολλαπλή σκλήρυνση, κάποιος τραυματισμός ή ένα επισκληρίδιο απόστημα (Von Stein & Crawford, 2009).
- Ακρωτηριασμός (Amputation): Ο όρος αναφέρεται στην αποκοπή ενός μέλους ή τμήματος αυτού από το σώμα μέσω τραυματισμού (τραυματισμός ακρωτηριασμός) ή χειρουργικής επέμβασης(θεραπευτικός χειρουργικός ακρωτηριασμός). Ο ακρωτηριασμός έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην ψυχική υγεία του ατόμου (Sahu, 2016) λόγω της αρνητικής εικόνας σώματος που αναπτύσσουν και το άγχος σχετικά με την αποδοχή του περιγύρου τους (Horgan & MacLachlan, 2009).
1.1.2 Αισθητηριακή αναπηρία
Πρόκειται για την αναπηρία η οποία επηρεάζει κάποια από τις αισθήσεις ενός ατόμου και οι βασικότερες μορφές της περιλαμβάνουν:
- Οπτική αναπηρία (Visual impairment): Πρόκειται για την κατάσταση κατά την οποία το άτομο αντιμετωπίζει ολική ή μερική απώλεια της αίσθησης της όρασης ως συνέπεια νευρολογικών ή ψυχολογικών αιτιών και μπορεί να είναι εγγενής ή επίκτητη. Σύμφωνα με τη Διεθνή Στατιστική Ταξινόμηση των Νόσων και των Σχετικών Προβλημάτων Υγείας (ICD-10), διακρίνονται τέσσερα επίπεδα οπτικής λειτουργίας: Φυσιολογική όραση, μέτρια οπτική διαταραχή, σοβαρή οπτική διαταραχή και τύφλωση(WHO, 2001).
- Αισθητηριακή αναπηρία ακοής: Η ολική ή μερική απώλεια ακοής αποτελεί την πλέον συχνή αισθητηριακή αναπηρία σε παγκόσμιο επίπεδο με τον παγκόσμιο επιπολασμό της να ανέρχεται σε 5%, ανεξαρτήτως ηλικίας (Sheffield & Smith, 2022). Ένα άτομο θεωρείται ότι παρουσιάζει απώλεια ακοής όταν δεν έχει την ικανότητα να ακούσει ήχους 25 ντεσιμπέλ (dB) σε τουλάχιστον ένα αυτί και διακρίνεται σε ήπια (25 dB έως 40 dB), μέτρια (41 dB έως 55 dB), μέτρια προς σοβαρή (56 dB έως 70 dB), σοβαρή (71 dB έως 90 dB) ή βαθιά (>90 dB) (Zahnert, 2011). Από την άλλη πλευρά, ως κώφωση χαρακτηρίζεται η ολική απώλεια ακοής στο ένα ή και τα δύο αυτιά και αφορούν περιπτώσεις όπου το άτομο εμφανίζει απώλεια ακοής μεγαλύτερη από 90 dB στο αυτί που ακούει περισσότερο ή ολική απώλεια ακοής και στα δύο αυτιά. Αντιθέτως, ως βαρηκοΐα χαρακτηρίζεται η πλήρης ή μερική απώλεια ακοής (Varshney, 2016). Η ύπαρξη ακουστικής αναπηρίας επηρεάζει δυσμενώς την ψυχική υγεία του ατόμου, ιδιαιτέρως όταν αυτή είναι σοβαρή, αφού αυτή έχει συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης αγχωδών διαταραχών, καταθλιπτικής συμπτωματολογίας και ευαισθησίας στις διαπροσωπικές σχέσεις