1.1.3 Νοητική αναπηρία
Ο όρος νοητική αναπηρία (intellectual disability) αναφέρεται στην συνθήκη κατά την οποία η ικανότητα ενός ατόμου να κατανοήσει καινούριες ή σύνθετες πληροφορίες, η ικανότητα μάθησης και εφαρμογής καινούριων δεξιοτήτων υπολείπεται σημαντικά από τις αντίστοιχες ικανότητες του γενικού πληθυσμού (Παντελιάδου, 2021). Η ύπαρξη μίας τέτοιας μορφής αναπηρίας έχει σημαντικό αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή του ατόμου και την ικανότητά του να λειτουργεί ως μέλος της κοινωνίας από τα πρώτα χρόνια της ζωής του έως και την ενηλικίωση, και έχει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική του εξέλιξη. Πράγματι, υπολογίζεται ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός που αντιμετωπίζει κάποιου είδους αναπηρία ανέρχεται σε 150-200 εκατομμύρια, εκ των οποίων τα 26 εκατομμύρια έχουν εισόδημα μικρότερο του 1 δολαρίου ημερησίως (Robertson et al., 2018). Επιπροσθέτως, η ύπαρξη νοητικής αναπηρίας θεωρείται ότι καθιστά τα άτομα περισσότερο ευάλωτα σε περιστατικά παρενόχλησης και κακοποίησης (Ditchman et al., 2016).
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κατηγοριοποιεί τα διάφορα επίπεδα νοητικής αναπηρίας ως εξής (Patel, 2020):
- Ελαφριά νοητική ανεπάρκεια (Handicap mental leger): δείκτης νοημοσύνης (Δ.Ν): +/- 50-55 μέχρι +/- 70-75
- Μέση νοητική ανεπάρκεια (Handicap mental moyen): δείκτης νοημοσύνης (Δ.Ν): +/- 35 μέχρι +/- 50-55
- Αυστηρή νοητική ανεπάρκεια- (Handicap mental grave) δείκτης νοημοσύνης (Δ.Ν): +/- 20-25 μέχρι +/- 35 14
- Βαριά νοητική ανεπάρκεια- (Handicap mental profond) δείκτης νοημοσύνης (Δ.Ν): 0 μέχρι +/- 20-25
1.1.4 Ψυχική/ Συναισθηματική αναπηρία
Η ύπαρξη σοβαρής μορφής συναισθηματικής ή ψυχικής αναπηρίας είναι δυνατό να εκδηλώνεται με παραισθήσεις, ελλειμματική προσοχή, σωματικές επιθέσεις, καταστροφή ιδιοκτησίας, ή αδικαιολόγητα αισθήματα θυμού ή φόβου, με αποτέλεσμα τα άτομα που τις εκδηλώνουν να αντιμετωπίζουν μείζονες δυσκολίες στην καθημερινότητά τους. Κατά πλειοψηφία, η εκδήλωση τέτοιου είδους αναπηρίας είναι περισσότερο συχνή σε άνδρες, και σε άτομα από μονογονεϊκές οικογένειες ή οικογένειες με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό προφίλ. Επιπροσθέτως, υψηλός επιπολασμός τέτοιων αναπηριών καταγράφεται σε άτομα που έχουν υπάρξει θύματα κακοποίησης κατά την παιδική τους ηλικία από άτομα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος (Wagner, 1995).
Η διπολική ή μανιοκαταθλιπτική διαταραχή συνιστά μία ψυχική νόσο η οποία εκδηλώνεται μέσω της βίωσης εναλλασσόμενων επεισοδίων υπερκινητικής ή ευερέθιστης διάθεσης (φάση μανίας) και καταθλιπτικών επεισοδίων, τα οποία μπορεί να διαρκούν από μερικές ημέρες έως και μερικούς μήνες (Anderson et al., 2012). Πρόκειται για μία χρόνια διαταραχή, η οποία δε θεραπεύεται αλλά ελέγχεται μέσω φαρμακευτικής αγωγής (Grande et al., 2016).
Η συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή αποτελεί μίας από τις βασικότερες αιτίες αναπηρίας σε νέους ανθρώπους αφού προκαλεί σημαντική έκπτωση σε γνωστικό και λειτουργικό επίπεδο και συνδέεται με αυξημένους δείκτες θνησιμότητας, ιδιαιτέρως ως συνέπεια αυτοκτονίας. Ο παγκόσμιος επιπολασμός της νόσου υπερβαίνει το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού και δεν παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις με βάση το φύλο, την εθνικότητα, την καταγωγή, το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο (Grande et al., 2016).