4.2.2 Υποστηριζόμενη απασχόληση (Supported Employment)
Οι απαρχές της υποστηριζόμενης απασχόλησης εντοπίζονται στις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1970 όπου αναπτύχθηκε το αίτημα θέσπισης ενός κοινοτικού προγράμματος παροχής υπηρεσιών σε άτομα με αναπηρία. Αφορμή για την ανάδυση του εν λόγω κοινωνικού αιτήματος αποτέλεσε ο δραστικός περιορισμός των ιδρυμάτων στέγασης ατόμων με μείζονες αναπηρίες που τόνισε την ανάγκη θέσπισης εναλλακτικών προγραμμάτων υποστήριξης της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας. Τα εν λόγω προγράμματα έδωσαν την ευκαιρία σε άτομα με μείζονες αναπηρίες να λάβουν μέρος σε διάφορες πτυχές κοινωνικής δραστηριότητας όπως προστατευόμενα εργαστήρια, κέντρα δραστηριότητας ενηλίκων, θεραπευτικά προγράμματα που απευθύνονται σε άτομα με ψυχικές και νοητικές αναπηρίες και κοινοτικά προγράμματα μερικής απασχόλησης (Wehman, Brooke, Lau, &Targett, 2013). Βασικό στόχο της υποστηριζόμενης απασχόλησης αποτελεί η παράλληλη προώθηση της ένταξης των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας και η ενίσχυση της κοινωνικής τους ένταξης μέσω της συναναστροφής με εργαζομένους που δεν αντιμετωπίζουν κάποια αναπηρία (Wehman et al. , 2013).
Η διερεύνηση των μοντέλων υποστηριζόμενης απασχόλησης αποτελεί ένα αρκετά δημοφιλές ερευνητικό αντικείμενο στο πλαίσιο της διεθνούς βιβλιογραφίας, με τους περισσότερους ερευνητές να επικεντρώνονται στο μοντέλο Individual Placement and Support (IPS) (Bondetal., 2008; Bond & Drake, 2014; Campbell, et al., 2011)., το οποίο δομείται πάνω σε 7 βασικές αρχές:
- Έμφαση στα ανταγωνιστικά αποτελέσματα απασχόλησης,
- Παροχή εργασιακών ευκαιριών σε όλους τους ενδιαφερόμενους
- Ανάπτυξη μίας ταχείας διαδικασίας αναζήτησης εργασίας,
- Εστίαση στις προτιμήσεις των συμμετεχόντων και τις προσφερόμενες υπηρεσίες,
- Διαχρονική και εξατομικευμένη υποστήριξη
- Στενή συνεργασία ειδικών στην απασχόληση με την ομάδα θεραπείας,
- Παροχή εξατομικευμένης συμβουλευτικής αναφορικά με την κοινωνική ασφάλιση και άλλα οφέλη της απασχόλησης
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη εναλλακτική μορφή απασχόλησης σχετίζεται με υψηλότερους δείκτες αποτελεσματικότητας αναφορικά με την εργασιακή αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία. Πιο αναλυτικά, οι Hoffmann et al. (2014) διεξήγαγαν μία έρευνα με δείγμα 100 άνεργα άτομα που αντιμετωπίζουν σοβαρές ψυχικές αναπηρίες και βρήκαν πως τα άτομα που έλαβαν μέρος σε κάποιο πρόγραμμα υποστηριζόμενης απασχόλησης χαρακτηρίζονταν από 65% πιθανότητες να κερδίσουν μια ανταγωνιστική θέση εργασία;, εργαζόταν περισσότερες ώρες και εβδομάδες απολαμβάνοντας καλύτερες μισθολογικές απολαβές και διατηρούσαν περισσότερο την εργασία τους. Αντιθέτως, οι συμμετέχοντες που συμμετείχαν σε παραδοσιακά προγράμματα επαγγελματικής αποκατάστασης συνδέθηκαν με 33% πιθανότητες εύρεσης μίας ανταγωνιστικής θέσης εργασίας και λιγότερο καλές εργασιακές προοπτικές. Επιπροσθέτως, διαπιστώθηκε πως οι συμμετέχοντες που συμμετείχαν σε προγράμματα υποστηριζόμενης απασχόλησης ανέφεραν μικρότερη συχνότητα νοσηλείας και μεγαλύτερο βαθμό συμμετοχής σε κοινωνικές δραστηριότητες, ένα εύρημα που υποδεικνύει το θετικό αντίκτυπο της υποστηριζόμενης απασχόλησης στην κοινωνική ένταξη και τη βελτίωση του γενικού επιπέδου υγείας των ατόμων με αναπηρίες (Hoffmann et al., 2014).