3.5 Στάσεις και αντιλήψεις εκπαιδευτικών και μαθητών
Η διερεύνηση των στάσεων των μαθητών έναντι των παιδιών με αναπηρίες αποτελεί ένα δημοφιλές ερευνητικό αντικείμενο στο πλαίσιο της διεθνούς βιβλιογραφίας των τελευταίων δεκαετιών. Πιο αναλυτικά, οι Swaim & Morgan (2001) διερεύνησαν τις απόψεις μαθητών σχετικά με τα παιδιά με αυτισμό διαπιστώνοντας ότι η διαμόρφωση θετικών αντιλήψεων σχετίζεται θετικά με την παροχή σε αυτά επεξηγηματικών και περιγραφικών πληροφοριών για την εν λόγω διαταραχή, ενώ οι Morton & Cambell (2007) διαπίστωσαν πως τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά εκφράζουν περισσότερο αρνητικές στάσεις απέναντι στον αυτισμό όταν η παροχή των επεξηγηματικών πληροφοριών γίνεται εκ μέρους των γονέων και όχι του εκπαιδευτικού ή κάποιου επαγγελματία υγείας.
Η επίδραση του επιπέδου γνώσεων σχετικά με κάποιας μορφής αναπηρία στη διαμόρφωση των στάσεων των παιδιών απέναντι σε αυτή επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα της μελέτης των Brook & Geva (2001), οι οποίοι διαπίστωσαν πως οι μαθητές γυμνασίου εκφράζουν πιο θετικές στάσεις για τους συμμαθητές τους που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες σε σχέση με τους συμμαθητές τους που αντιμετωπίζουν ΔΕΠΥ, αφού για την πρώτη διαταραχή ήταν περισσότερο ενημερωμένοι.
Οι Nikolaraitzi et al. (2005) διερεύνησαν τις στάσεις των παιδιών προσχολικής ηλικίας σε Ελλάδα και Αμερική προς τα ΑμεΑ, χρησιμοποιώντας ένα δείγμα 196 ατόμων διαπιστώνοντας πως αυτές είναι, σε γενικές γραμμές, θετικές, και στις δύο χώρες. Επιπλέον, διαπιστώθηκε πως τα παιδιά που παρακολουθούσαν κάποιο ενταξιακό νηπιαγωγείο έτειναν να εκφράζουν θετικότερες στάσεις απέναντι στα ΑμεΑ σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους που φοιτούσαν σε απλά νηπιαγωγεία. Τέλος, βρέθηκε ότι τα παιδιά στην Ελλάδα έρχονται λιγότερο σε επαφή με ΑμεΑ στο σχολικό τους περιβάλλον σε σχέση με τα παιδιά στις ΗΠΑ.
Στόχος της μελέτης που διεξήγαγε η Nowicki (2006) υπήρξε η διερεύνηση των στάσεων των παιδιών ηλικίας 4-10 ετών σχετικά με την αναπηρία, χρησιμοποιώντας ένα δείγμα 100 ατόμων. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι στη διαμόρφωση των στάσεων των παιδιών επιδρούν ποικίλοι παράγοντες όπως η παρουσία ή μη κάποιας αναπηρίας, το είδος της και η ηλικία του παιδιού. Πιο αναλυτικά, διαπιστώθηκε ότι οι πλέον αρνητικές στάσεις εκφράζονται απέναντι σε παιδιά με νοητική και νοητική/σωματική αναπηρία.
Το 2013, οι de Laat et al. διεξήγαγαν μία έρευνα με στόχο τη διερεύνηση των αντιλήψεων μαθητών Λυκείου σε σχέση με τέσσερις μορφές αναπηρίας (κώφωση, τύφλωση, νοητική υστέρηση, παράλυση), καταλήγοντας σε παρόμοια ευρήματα. Πιο αναλυτικά, τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι πλέον αρνητικές στάσεις των συμμετεχόντων εκφράζονταν απέναντι στα άτομα με νοητική υστέρηση, ενώ ακολουθούσαν τα άτομα με παράλυση. Τέλος, η έρευνα των de Boer et al. (2012) διαπίστωσε πως οι απόψεις των μαθητών σχετικά με την αναπηρία επηρεάζονται αρνητικά από τις σχετικές απόψεις των εκπαιδευτικών και θετικά από τις σχετικές απόψεις του οικογενειακού τους περιβάλλοντος.
Από την άλλη πλευρά, και η διερεύνηση των απόψεων και στάσεων των εκπαιδευτικών απέναντι στην ένταξη των μαθητών με αναπηρία στη γενική εκπαίδευση αποτελεί ένα ακόμα δημοφιλές ερευνητικό αντικείμενο. Σε γενικές γραμμές, τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα υποδεικνύουν μία θετική στάση των εκπαιδευτικών απέναντι στο ζήτημα, ωστόσο αυτοί εκφράζουν σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητά τους να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες των εν λόγω μαθητών αφού δε διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση και κατάρτιση στη διαχείριση μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή τον απαραίτητο χρόνο για αυτή (King- Sears, 2008; Rix, 2009).
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι άλλοι ερευνητές έχουν διαπιστώσει αρνητικές στάσεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την ένταξη των μαθητών με αναπηρίες στο γενικό σχολείο παρά το γεγονός ότι αυτοί αναγνωρίζουν το ισότιμο δικαίωμα των εν λόγω παιδιών στην εκπαίδευση (Βλάχου, 2014), ενώ άλλες έρευνες έχουν αναδείξει αντιφατικές απόψεις εκ μέρους των εκπαιδευτικών. Πιο αναλυτικά, οι Zoniou-Sideri &Vlachou (2006) βρήκαν πως οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αρνητικοί απέναντι στην ένταξη των παιδιών με αναπηρίες στη γενική εκπαίδευση, ωστόσο τονίζουν την ύπαρξη σημαντικών ανασταλτικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της άγνοιας για τις εφαρμοζόμενες πρακτικές διαχωρισμού, την έλλειψη υποδομών και την έλλειψη εκπαιδευτικών ευκαιριών.
Αναφορικά με τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των στάσεων και αντιλήψεων των εκπαιδευτικών, όπως αυτοί έχουν αναδειχθεί μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία, αυτοί περιλαμβάνουν το πλαίσιο και την εμπειρία διδασκαλίας, την ύπαρξη ατόμου με αναπηρίες στο οικογενειακό περιβάλλον (Al-Faiz, 2007), την εμπλοκή των εκπαιδευτικών στη διδασκαλία μαθητών ΑμεΑ (Finke et al., 2009), τη σοβαρότητα της αναπηρίας (Avramidis & Norwich, 2002; Rafferty & Griffin, 2005). Από την άλλη πλευρά, οι Ginevra et al. (2021) δε διαπίστωσαν κάποια σημαντική συσχέτιση μεταξύ του φύλου, της ηλικίας και εργασιακής εμπειρίας των εκπαιδευτικών και των στάσεων τους απέναντι στους ανάπηρους μαθητές.