«Τα δικαιώματα των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην εργασία, στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη. Ο ρόλος του φυσικοθεραπευτή και βιοηθικά διλήμματα»-Μεταπτυχιακή Εργασία της Σοφίας Πασβάντη-Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης-ΠΜΣ Βιοηθικής-Μέρος 9ο

Νοέ 3, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

2.2          Το αναπηρικό κίνημα

 

2.2.1      Το διεθνές αναπηρικό κίνημα

 

Οι απαρχές του διεθνούς αναπηρικού κινήματος πρέπει να αναζητηθούν στις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1950, όταν οι βετεράνοι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που είχαν αποκτήσει κάποια αναπηρία άρχισαν να διεκδικούν πιεστικά από την κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την κοινωνική και την επαγγελματική τους αποκατάσταση ως μία ελάχιστη αναγνώριση της υπηρεσίας τους προς την πατρίδα (Stroman, 2003). Ωστόσο, η επίσημη γέννηση του αναπηρικού κινήματος έλαβε χώρα στα μέσα της επόμενης δεκαετίας όταν αυτό οργανώθηκε στα πρότυπα του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων των Αφρο- Αμερικανών και των γυναικών, ενώνοντας ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων με διαφορετικές αναπηρίες και επιμέρους χαρακτηριστικά, στην επιδίωξη ενός κοινού σκοπού. Βασικό στόχο του αναπηρικού κινήματος αποτέλεσε η ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας, με την υποστήριξη της Πολιτείας όπου αυτή κρινόταν αναγκαία, προκειμένου να επιτευχθεί ο μέγιστος δυνατός βαθμός αυτονομίας στην καθημερινότητα των αναπήρων (Meldon, 2024).

Την ίδια εποχή, ένα παρόμοιο κοινωνικό κίνημα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των αναπήρων αναπτύχθηκε και στη Βρετανία ως συνέπεια των αυξανόμενων κοινωνικών αντιδράσεων σχετικά με το ιατρικό μοντέλο ερμηνείας της αναπηρίας και της ανάπτυξης του κοινωνικού μοντέλου, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «η μεγάλη ιδέα» και προωθήθηκε σθεναρά από τα μέλη του κινήματος ως μέσο ανάδειξης των υφιστάμενων ανεπαρκειών σε νομοθετικό, θεσμικό και ιδεολογικό επίπεδο. Σε πλήρη συμπόρευση με το αμερικανικό αναπηρικό κίνημα, το αντίστοιχο κίνημα της Βρετανίας διεκδίκησε το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην ανεξάρτητη διαβίωση (Osterwitz, 1994).

Το νομοσχεδίου της Αποκατάστασης του 1973 (άρθρο 504) υπήρξε πρωτοποριακό με την έννοια ότι, για πρώτη φορά, προβλέπονται ίσες ευκαιρίες στην απασχόληση για τα ΑμεΑ, μέσω της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ύπαρξης κάποιας σωματικής ή νοητικής αναπηρία καθώς και η ισότιμη πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες (όπως η δημόσια στέγαση) και στις δημόσιες υπηρεσίες µμεταφορών, καθώς και θέσπιση κεφαλαίων για την επαγγελματική κατάρτιση των εν λόγω ατόμων. Το επόμενο έτος λαμβάνει χώρα η ψήφιση του νόμου για την Εκπαίδευση όλων των Αναπήρων Παιδιών, ο οποίος προβλέπει το καθολικό δικαίωμα των παιδιών στην εκπαίδευση και θεσπίζει την πλήρη ένταξη των παιδιών µε αναπηρία στη γενική εκπαίδευση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η φύση της αναπηρίας ενός παιδιού καθιστά αδύνατη την επίτευξη ενός ικανοποιητικού επιπέδου εκπαίδευσης (ADL Education, 2025).

Το 1990 ψηφίζεται ο σημαντικότερος νόμος στις ΗΠΑ για την αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία «American with Disabilities Act» (ADA), ο οποίος προβλέπει την πλήρη πολιτική προστασία των δικαιωμάτων των αναπήρων. Πιο αναλυτικά, μέσα από τις διατάξεις του εν λόγω νομοθετήματος προβλέπεται η υποχρέωση των τοπικών, πολιτειακών και ομοσπονδιακών κυβερνήσεων να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία σε δημόσια κτίρια, όπως καταστήματα και του περιορισμού των εμποδίων που τα εν λόγω άτομα αντιμετωπίζουν στους τομείς της απασχόλησης και της εκπαίδευσης. Ο συγκεκριμένος νόμος βελτίωσε σημαντικά την ποιότητα ζωής των ατόμων με αναπηρία στις ΗΠΑ αφού βελτίωσε τη δυνατότητα πρόσβασής τους σε πολλές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, όπως τα μέσα μαζικής μεταφοράς (Emans, 2013).

Ωστόσο, και το ισχυρό βρετανικό κίνημα της Βρετανίας κατάφερε την ψήφιση ενός αντίστοιχου νόμου στη Βρετανία στο 1995, με την ονομασία «Disability Discrimination Act «(DDA), 1995), ο οποίος προέβλεπε την ποινικοποίηση των διακρίσεων σε βάρος ατόμων με αναπηρίες σε ποικίλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της απασχόλησης και της εκπαίδευσης, καθώς και την εφαρμογή των απαραίτητων μετατροπών σε δημόσιους χώρους και υπηρεσίες προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβαση των εν λόγω ατόμων (Meldon, 2024).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις δύο προαναφερθείσες χώρες, ΗΠΑ και Μ. Βρετανία, έλαβε χώρα η πρώτη εμφάνιση ισχυρών κινημάτων για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, ωστόσο αντίστοιχα κινήματα αναπτύχθηκαν και σε πολλές άλλες χώρες του πλανήτη (Pfeiffer, 1995), και όλα μαζί συνθέτουν το διεθνές αναπηρικό κίνημα το οποίο έχει διαδραματίσει ένα κομβικό ρόλο στην θέσπιση των ίσων δικαιωμάτων για τα άτομα με αναπηρίες και τη σημαντική βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους (Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, 2008).

 

2.2.2      Το ελληνικό αναπηρικό κίνημα

 

Το αναπηρικό κίνημα στη χώρα μας έχει τις ρίζες του στα νοσοκομεία όπου νοσηλεύονταν οι τραυματίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι εν λόγω τραυματίες που έχουν αποκτήσει αναπηρίες στο μέτωπο, παράλληλα με την αντιστασιακή τους δράση απέναντι στη Γερμανική Κατοχή, προχωρούν στην οργάνωση νοσοκομειακών επιτροπών διεκδικώντας ιατρική περίθαλψη και καλύτερη διατροφή. Οι ίδιοι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην ανάγκη οργάνωσης του κινήματος τους και της συμμετοχής τους στις διαδηλώσεις προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους των κινητοποιήσεων τους. Πράγματι, οι ανάπηροι πολέμου οργάνωσαν διαδήλωση κατά την Κατοχή στην οποία συμμετείχαν με διάφορα μέσα υποστήριξης (πατερίτσες, αναπηρικά αμαξίδια) με αίτημα την αναβάθμιση της ποιότητας της νοσοκομειακής περίθαλψης που λάμβαναν και της γενικότερης ποιότητας ζωής τους. Η μεγάλη δυναμική του κινήματος  οδήγησε  σε  ικανοποίηση  των  αιτημάτων  τους  (Φύκα,  2010).

Μετάβαση στο περιεχόμενο