Προτομή του Ομήρου

ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

συνέντευξη: Συνέντευξη με τον καθηγητή Γεράσιμο Κουζέλη

Φεβ 3, 2012 | ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, Θέματα Αναπηρίας

Συνέντευξη με τον Καθηγητή Γεράσιμο Κουζέλη

Ο Γεράσιμος Κουζέλης, γεννημένος το 1953 στην Αθήνα, είναι Καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης. Έχει σπουδάσει κοινωνιολογία και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια του Μάρμπουργκ και της Φραγκφούρτης (διδακτορικό δίπλωμα το 1986). Ερευνητική δραστηριότητα στα αντικείμενα: κριτική θεωρία, επιστημολογία και μεθοδολογία των κοινωνικών επιστημών, ιδεολογία, επιστημονική επιχειρηματολογία, εκπαίδευση ενηλίκων και διδακτική, μειονότητες, φιλοσοφικές και κοινωνικές όψεις των νέων τεχνολογιών.

Άτομα με Αναπηρία & Ανθρώπινα Δικαιώματα

Η Ευρώπη εμφανίζεται να είναι ο τόπος των ίσων ευκαιριών για όλους τους ευρωπαίους πολίτες. Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (ΟΗΕ, 2007) είναι η πρώτη σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπογράφεται και κυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η εφαρμογή της μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για όλες τις μελλοντικές συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, τα άτομα με αναπηρία, σε Ελλάδα και Ευρώπη, έρχονται συνεχώς αντιμέτωπα με διακρίσεις.

Πού οφείλεται αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στο θεσμικό πλαίσιο και στην πραγματικότητα;

Το πλαίσιο που θέτουν οι διακηρύξεις των δικαιωμάτων, όχι μόνο εκείνων των ατόμων με αναπηρία, είναι προϊόν μιας διεκδίκησης που, ενώ έχει αποκτήσει επαρκή νομιμοποίηση, διατηρεί τον χαρακτήρα μιας πιο «προωθημένης», επιδιωκόμενης στάσης και συχνά μιας αποκρυστάλλωσης κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών που μπορεί – σε τοπικό ή διεθνές επίπεδο – να έχουν μεταβληθεί. Η τυπική κατοχύρωση δεν συνεπάγεται σε τέτοιες περιπτώσεις και εξασφάλιση.

Για τις κοινωνίες που, όπως οι ευρωπαϊκές, επενδύουν ιδεολογικά και πολιτικά στην προβολή ανθρωπιστικών αξιών, η αναγνώριση και αποδοχή αιτημάτων σχετικών με δικαιώματα του ανθρώπου, του πολίτη ή και ειδικών («ασθενέστερων» ή «μειονεκτουσών») κοινωνικών κατηγοριών αποτελεί πάντα «μέση λύση»: ενισχύει την εικόνα αλλά και την πραγματική διαδικασία εξασφάλισης κοινωνικής συνοχής, χωρίς να υπαγορεύει άμεσα εφαρμογή όρων και συνθηκών που προκύπτουν από αυτή την αναγνώριση.

Η αναντιστοιχία που διαπιστώνετε αποτελεί δυνάμει συστατικό στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας, καθώς αντανακλά τη σχέση μεταξύ μιας πιο διευρυμένης και μιας πιο στενής ερμηνείας των αξιών που συνδέονται με τον χαρακτήρα του καθεστώτος. Έτσι η κοινωνία μας συχνά ορίζει ως θεμελιώδεις αξίες τις οποίες δεν μπορεί να σεβαστεί. Η αντίφαση αυτή χαρακτηρίζει τις κεντρικές διακηρύξεις περί ισότητας ή δικαιοσύνης αλλά και εκείνες του σεβασμού των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία.

Υπό ποιες προϋποθέσεις οι Συμβάσεις είναι δυνατόν να κάνουν τη διαφορά στην πραγματική ζωή;

Η κατοχύρωση δικαιωμάτων σε συμβάσεις είναι κοινωνικά και πολιτικά πράγματι κρίσιμη γιατί αποτελεί μια θεσμική παγίωση. Έστω δηλαδή κι αν τα δικαιώματα αυτά δεν εξασφαλίζονται ή η εφαρμογή απέχει πολύ από τη διακήρυξη, κάτι που έχει διατυπωθεί σε σύμβαση είναι πάντα δυνατόν να ανασυρθεί, να διεκδικηθεί με πολύ ισχυρά επιχειρήματα, με ισχυρή νομιμοποίηση. Οι συμβάσεις ενισχύουν έτσι αποφασιστικά κάθε προσπάθεια κριτικού ελέγχου των κοινωνικών διακρίσεων, κάθε αγώνα χειραφέτησης και κατάκτησης δυνατοτήτων και ευκαιριών πρόσβασης σε κοινωνικά αγαθά.

Ο συσχετισμός που παγιώνεται σε διακηρύξεις σαν κι αυτή των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία είναι υπέρ αυτών των δικαιωμάτων, νομιμοποιεί και τροφοδοτεί την εφαρμογή τους, παρά τις προσπάθειες απαξίωσης, εξουδετέρωσης ή αρνητικής ανασημασιοδότησής τους. Οι συμβάσεις κάνουν τη διαφορά όταν χρησιμοποιούνται ως όρια από τις ομάδες που διεκδικούν δικαιώματα: μέχρι εδώ, αυτά οφείλετε να κάνετε. Φυσικά και η πιο νόμιμη, η πιο πειστική η πιο αγωνιστική διεκδίκηση δεν είναι αναγκαστικά επιτυχής.

Πώς είναι δυνατόν να ορισθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και ποιες οι προϋποθέσεις άσκησής τους;

Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το σύνολο των όρων που εξασφαλίζουν πως «εδώ και τώρα», στο δικό μας δηλαδή πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο, η κοινωνία μας ορίζει και αναγνωρίζει ό,τι μας καθιστά ανθρώπους. Οι όροι ύπαρξης του σημερινού ανθρώπου στην πολιτική και κοινωνική του υπόσταση, οι όροι ύπαρξης του πολίτη, περιγράφονται και δυνάμει κατοχυρώνονται μέσω των δικαιωμάτων αυτών. Γι αυτό κι η οικουμενική διακήρυξη του 1948 εξάγει την ανάγκη κατοχύρωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την «αναγνώριση της αξιοπρέπειας» και ορίζει ρητά τα ίσα και «αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα» ως «το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο», των αρχών και αξιών δηλαδή που περιγράφουν τα ιδεολογικά θεμέλια της νεωτερικής κοινωνίας.

Αντίστοιχα θα πρέπει να κατανοήσουμε τα δικαιώματα του παιδιού ως όρους αναγνώρισής του ως παιδί και δυνάμει πολίτη, πάντως ανθρώπου του οποίου η κοινωνία σέβεται την αξιοπρέπεια παρά την αδυναμία του. Αντίστοιχα και τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία: η απουσία αναγνώρισής τους δεν αφορά μόνο κάποιες αξίες και αρχές, αλλά τα ίδια τα άτομα, τα οποία τότε δεν αναγνωρίζονται πλήρως ως πολίτες, ως πλήρεις άνθρωποι.

Από την άλλη πλευρά, μπορούμε, έστω και λίγο απλουστευτικά, όπως ήδη το έκανα, να ορίσουμε τα δικαιώματα ως το προϊόν της θεσμικής παγίωσης ενός αποτελέσματος διεκδικήσεων, ενός ιστορικά διαμορφωμένου πλέγματος απαιτήσεων και δυνατοτήτων εντός των κοινωνικών συγκρούσεων

Αυτή η διττή τους προσέγγιση και υπόσταση μάς επιτρέπει να σκεφτούμε το ζήτημα των προϋποθέσεων άσκησης των δικαιωμάτων ως το εντέλει κρίσιμο. Ένα αναγνωρισμένο και τυπικά ή θεσμικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δεν είναι αυτομάτως και εξασφαλισμένο ως προς την πλήρωσή του. Η πραγμάτωση του δικαιώματος εξαρτάται από τους ιδεολογικούς, πολιτικούς και οικονομικούς όρους που διαγράφονται από την εκάστοτε συγκυρία, από τον εκάστοτε ενεργό συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων. Η απόσταση μεταξύ τυπικής ισχύος και πραγματικής άσκησης έχει κι αυτή διττό χαρακτήρα, καθώς υπαγορεύεται αφενός από υλικές και θεσμικές προϋποθέσεις που έχουν το χαρακτήρα «υποδομής», συχνά και στο επίπεδο των εκτελεστικών νομικών διατάξεων, αφετέρου δε από ό,τι εμφανίζεται ως «υποκειμενικός» παράγων, από τις ατομικές δυνατότητες άσκησης των δικαιωμάτων.

Να σημειώσω ότι ιστορικά ο δεύτερος παράγων αποδεικνύεται κρισιμότερος. Γιατί είναι βέβαια σαφές ότι τα δικαιώματα παραμένουν απλώς «κενά γράμματα» όταν δεν εξασφαλίζονται οι όροι άσκησής τους – κι αυτό είναι, ειδικά στην Ελλάδα, το συνηθέστερο πρόβλημα. Απουσιάζουν οι νομοθετικές ρυθμίσεις, απουσιάζουν οι υλικές υποδομές, απουσιάζουν οι υποστηρικτικές υπηρεσίες, απουσιάζει η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, απουσιάζει το πολιτικό ενδιαφέρον, απουσιάζουν οι μηχανισμοί ελέγχου, δυστυχώς και ο κριτικός δημόσιος λόγος, η δημοσιότητα. Στο δικό σας χώρο αυτό είναι τόσο φανερό που δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς.

Όμως αυτό που χαρακτηρίζει τις δυτικές νεωτερικές κοινωνίες είναι κυρίως η τάση εναπόθεσης της ευθύνης άσκησης των δικαιωμάτων, της ευθύνης αξιοποίησης των τυπικά προσφερόμενων ευκαιριών στο μεμονωμένο άτομο, ή την οικογένειά του. Και ακριβώς επειδή, εν ονόματι της ουδετερότητας, οι θεσμικές ευκαιρίες παρέχονται σε γενικό επίπεδο, κατά κανόνα δεν είναι καν ορατές για τα άτομα που τις έχουν ανάγκη, για τα άτομα που δεν έχουν πρόσβαση στην πληροφορία και στα μέσα που απαιτούνται για την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Έτσι ο αποκλεισμός είναι – και κυρίως εμφανίζεται ως – αποτέλεσμα ατομικής ανικανότητας. Πόσο μάλλον που η άσκηση δικαιωμάτων προϋποθέτει συνήθως – και υπό τις συνθήκες ελλιπούς θεσμικής και υλικής υποστήριξης – άσκηση πίεσης, ενεργό διεκδίκηση, συλλογική δράση.

Πώς επιδρά η οικονομική κρίση στα δικαιώματα;

Η οικονομική κρίση αφενός ενισχύει την τάση στην οποία μόλις αναφέρθηκα. Το πιο απειλητικό είναι ακριβώς ότι η κρίση μας απομονώνει, μας στρέφει στα του οικείου χώρου, τα του δικού μας οίκου, στις άμεσες δικές μας ανάγκες. Κοιτώντας ο καθένας τον εαυτό του, αυτό που πρωτίστως δεν μπορεί να δει είναι τον εαυτό του εντός του πλέγματος των σχέσεων που ορίζουν τις δυνατότητές του. Η μοναδοποίηση, την οποία συνεπάγεται η κρίση, η κατάλυση των δεσμών αλληλεγγύης και κοινωνικής συναντίληψης, οι συνθήκες που φέρνουν το άτομο αντιμέτωπο με μια τυφλή και αδιαφανή κοινωνική «νομοτέλεια», εμποδίζουν ριζικά την άσκηση των δικαιωμάτων.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Γιατί η κρίση αφορά άμεσα και τα ίδια τα δικαιώματα. Υπό τις παρούσες συνθήκες πολλά, δυστυχώς πάρα πολλά και τα πιο θεμελιώδη ακόμα, αλλά ιδίως όσα συνδέονται με ευπαθείς ή πιο ασθενείς ομάδες, μπορούν να παρουσιαστούν σαν «ψιλά γράμματα» – και πάντως «γράμματα». Μπορούν δηλαδή, τόσο θεσμικά όσο και από την πλευρά των ίδιων των πολιτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με την καθημερινότητα και τη σκληρή πραγματικότητα ή την ιδεολογία της, να αδρανοποιηθούν και σταδιακά να απαξιωθούν, να εμφανιστούν ως «υπερβολικά» ή «μη ρεαλιστικά» και εντέλει να καταργηθούν, τουλάχιστον ως προς την εφαρμογή ή και την επίκλησή τους. «Ποιος νοιάζεται» θα ακούμε να μας λένε, «εδώ δεν έχουμε να φάμε και θα κοιτάμε τις ράμπες;» ή «ποιο δικαίωμά σου στην εργασία όταν δεν υπάρχουν δουλειές;».

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις ώστε η κρίση να μην χρησιμοποιείται ως ευκαιρία για την περιστολή των δικαιωμάτων;

Εδώ τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα, γιατί πάντα τα επιχειρήματα του «προσγειωμένου ρεαλισμού» μοιάζουν αφοπλιστικά. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη απάντηση από την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και την επιμονή στην αντίσταση. Απαιτείται ένας λόγος που επιμένει, που επιμένει να διακρίνει μέσα στη γενική και εσκεμμένη θολούρα, που επιμένει να διακρίνει όρους, απαιτήσεις, δικαιώματα, αξιώσεις και διεκδικήσεις. Ένας τέτοιος ψύχραιμος λόγος θα πρέπει να καθιστά σαφές σε όλους, ή σε όσους περισσότερους, ότι το δικαίωμα του άλλου, αυτού που τώρα το χάνει, αυτού που μοιάζει τόσο διαφορετικός και ειδική, περιθωριακή περίπτωση, είναι δικό τους δικαίωμα, ότι αυτοί είναι, δυνάμει, ο άλλος.

Διανύουμε μια περίοδο που και τα δικαιώματα στο επίπεδο των συνταγματικών κατοχυρώσεων διατρέχουν κίνδυνο αδρανοποίησης και έμπρακτης άρσης τους. Επομένως η ανάγκη επιμονής στις αξιώσεις που συνδέονται με αυτά, στο πλήρες δηλαδή περιεχόμενο του τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης, του τι σημαίνει η αξιοπρέπειά του, η ζωή του, η ελευθερία σκέψης και κίνησης, είναι επιτακτική. Κι εδώ η επίκληση του συντάγματος, των ευρωπαϊκών και διεθνών συμβάσεων θεμελιώνει έναν τέτοιο λόγο, τον νομιμοποιεί και του προσφέρει εργαλεία.

Είναι δυνατόν να γίνει λόγος για κοινωνική κρίση;

Ναι, νομίζω ότι η κρίση είναι πρωταρχικά κοινωνική και με αυτό εννοώ τις συνέπειες που έχει η ακραία οικονομική ανισότητα και η οικονομική εξαθλίωση στον ιστό των κοινωνικών σχέσεων, στις ήδη απαξιωμένες σχέσεις αλληλεγγύης και συλλογικής δράσης. Κοινωνική είναι η κρίση που αναδεικνύει τον ριζικό ατομικισμό που υπαινίχθηκα, την χωρίς όρια εκμετάλλευση, τον ρατσισμό που ζούμε στη νέα μας καθημερινότητα. Αυτή, η καθημερινότητα, είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής κρίσης. Και είναι αυτή που μας δείχνει πώς και σε ποιο βαθμό ήδη αλλάξαμε ως πολίτες και ως πρόσωπα εντός αυτής της κοινωνικής κρίσης. Γιατί μάθαμε κιόλας να δεχόμαστε ως κανονική την εικόνα της γύρω μας εξαθλίωσης, τους δρόμους με τους αστέγους, τους «σιτιζόμενους» από τα σκουπίδια, τους ανήμπορους ασθενείς και εξαρτημένους σε κατάσταση απολύτως απάνθρωπη, την καθημερινή βία, την προσβολή των «οργάνων», την απελπισία των διπλανών. Η εξαχρείωση είναι και δικιά μας, όσο δεν αναγνωρίζουμε στους περιθωριοποιημένους, στους στερημένους δικαιώματα, την ταυτότητα του ίσου μας, το είδωλο του κοινωνικού μας εαυτού. Και σε αυτή την κρίση, την κοινωνική, οι συνέπειες δεν είναι μόνο άμεσα επικίνδυνες, είναι δυστυχώς και μακροχρόνιες. Και να βρεθούν τα λεφτά, η κανονικότητα θα παραμείνει για πολύ στιγματισμένη από αυτή την απανθρωπιά.

Στην εισήγησή σας στο συνέδριο «Εκπαίδευση και δικαιώματα σε συνθήκες κρίσης», αναφέρετε: «Θα διακρίνει (σ.σ. κάποιος) μια σαφή μετάθεση του τόνου από τα δικαιώματα στις ευκαιρίες. Το πολιτικό επιχείρημα είναι πως η ισότητα των δικαιωμάτων δεν συνεπάγεται και εξίσωση των ευκαιριών – οι γυναίκες, οι μειονότητες, οι μετανάστες, οι νέοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες υφίστανται διακρίσεις, παρά τα κατοχυρωμένα οικουμενικά δικαιώματα». Ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες αυτής της τάσης;

Ήθελα να επισημάνω πως η περίοδος που χαρακτηρίστηκε από το κοινωνικό κράτος, τους αγώνες χειραφέτησης και τις αυξημένες προσδοκίες των μεσαίων στρωμάτων είναι εκείνη που ανέδειξε και εντέλει επέτρεψε τη θεσμική κατοχύρωση δικαιωμάτων, δικαιωμάτων ισότητας αλλά και διαφοράς. Απέναντι στην καθολικότητα αυτών των διακηρύξεων οι κοινωνικές δυνάμεις που αγωνίστηκαν για την εξασφάλιση των αντίστοιχων δικαιωμάτων είχαν πάντα να αναδείξουν τις συσσωρευμένες παραβιάσεις, το τεράστιο άθροισμα των εξαιρέσεων, την απόσταση ανάμεσα στην αρχή και την υλοποίησή της. Συμφέροντα και πολιτικές έσπευδαν από την απέναντι πλευρά να διευρύνουν το πεδίο της εξαίρεσης, καθιστώντας το ταυτοχρόνως και λιγότερο ορατό.

Οι ασθενέστεροι και οι μειονότητες, οι του περιθωρίου, οι όχι ακριβώς πολίτες, οι όχι απολύτως κανονικοί, οι όχι πλήρως και αρτιμελώς άνθρωποι, οι εξαιρέσιμοι – αυτά είναι τα εύκολα θύματα. «Εύκολα», γιατί εδώ η αναγνώριση μιας ιδιότητας, μιας δυνάμει αξίωσης, ενός θεωρητικού δικαιώματος μπορεί με πολλούς τρόπους να κρατηθεί σε απόσταση από την πραγματική δυνατότητα άσκησής του. Όσο ίσοι και να είμαστε όλοι, οι δυνατότητές μας, η πρόσβασή μας στους κοινωνικούς πόρους είναι τόσο διαφορετικά κατανεμημένα, που η ανισότητα αναπαράγεται και μάλιστα διευρύνεται και επίσης ως νόμιμη. Αν άτομα με ειδικές ανάγκες δεν έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν μια κοινωνική προσφορά εξαιτίας «δικών τους» δυσκολιών, αυτό δεν μπορεί εύκολα να αποδοθεί στους θεσμούς. Πράγματι η πρόσβαση, η πρόσβαση στα αξιοποιήσιμα δικαιώματα και τις ανάλογες ευκαιρίες, έγινε το καίριο διακύβευμα του κριτικού λόγου αυτής της περιόδου και δικαίως παραμένει και σήμερα.

Μόνο που η έμφαση στις ευκαιρίες, στην οποία αναφέρθηκα, έχει και την άλλη όψη: την μονομερή εστίαση στις ευκαιρίες, που μπορεί να αποβεί ακόμα πιο ισχυρή δύναμη εγκατάστασης διακρίσεων. Γιατί σε μεγάλο βαθμό η – και νεοφιλελεύθερη – κυρίαρχη πολιτική «μοιράζει ευκαιρίες», αναθέτοντας στα απομονωμένα – και ως τέτοια ανίσχυρα- άτομα την ευθύνη αξιοποίησής τους. Λέει σε όλους μας «αν θέλετε, αν προσπαθήσετε, θα τα καταφέρετε» κι «αν δεν τα καταφέρετε, είστε υπαίτιοι της αποτυχίας». Μοιράζει δε τόσο συστηματικά πραγματικές και – κυρίως – πλασματικές ευκαιρίες, που απομακρύνει το δημόσιο διάλογο από τα δικαιώματα, την αναγνώριση και την εφαρμογή τους. Ευκαιρίες εργασίας και όχι δικαίωμα, ευκαιρίες υγείας και όχι καθολική εξασφάλισή της. Σε αυτό τον κίνδυνο αναφέρομαι.

Σε συνθήκες ριζικής ανατροπής του κοινωνικού κράτους, πού πιστεύετε ότι πρέπει να εστιάσει το αναπηρικό κίνημα;

Δεν γνωρίζω καλά τον τομέα αυτό και σίγουρα δεν είμαι ο καταλληλότερος για να σας απαντήσω. Αυτό που αντιλαμβάνομαι από τις γύρω μας συνθήκες είναι πως δεν θα πρέπει να δεχόμαστε «εκπτώσεις» δικαιωμάτων και διεκδικήσεων αυτού του χαρακτήρα με τη δικαιολογία της κρίσης. Η αναπηρία δεν είναι το «εκεί έξω», δεν είναι το «άλλο» και δεν πρέπει να γίνει. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει αποδεκτή ως εξαίρεση. Δεν πρέπει να νομιμοποιήσουμε την αποσιώπηση των αξιώσεων των ατόμων με αναπηρία, τη χαμηλόφωνη και «πραγματιστική» υποβάθμισή τους σε κοινωνική «πολυτέλεια». Ο ρατσισμός απέναντι στην αναπηρία δεν εξαιρεί άλλωστε κανέναν, είναι κοινωνικός ρατσισμός στραμμένος σε «εύκολο» θύμα.

Και νομίζω πως πρέπει να επιμένουμε πως δεν είναι, όπως δεν ήταν και προηγουμένως, θέμα κόστους. Το κράτος δεν είναι, αλλά ούτε ήταν, κοινωνικό σε ό,τι και όποτε μπορούσε να μην είναι. Θα πρέπει λοιπόν να αγωνιστούμε ώστε σε αυτό το πεδίο να μην μπορεί να μην είναι. Φοβάμαι, βέβαια, πως αυτός ο αγώνας, ασκούμενος κατ’ ανάγκη με μοναδικό μέσο την πειστικότητα του λόγου και την αποτελεσματικότητα των πρωτοβουλιών του κινήματος, δεν είναι εύκολος. Και είναι πράγματι δύσκολος όταν όλοι μιλάνε για την οικονομία και όλο και περισσότεροι βρίσκονται σε απόγνωση.

Με μια έννοια όμως, κάθε κοινωνική ομάδα που μέχρι πολύ πρόσφατα βρισκόταν στο περιθώριο βάσει κυρίαρχων κριτηρίων «κανονικότητας», δεν διαφοροποιείται πια τόσο έντονα και τόσο εύκολα, καθώς πολύ περισσότεροι είμαστε πια στο κατώφλι της περιθωριοποίησης. Αυτό δίνει μια ρεαλιστική ελπίδα. Ελπίδα συμμαχιών και συμμετοχής, ελπίδα συναίσθησης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο