ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Σύνδρομο Down και οικογένεια στην Ελλάδα: Η παροχή κοινωνικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών στα άτομα με ειδικές ανάγκες και τις οικογένειές τους (Μια διεπιστημονική προσέγγιση) (9ο μέρος)

Ιαν 2, 2018 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.5. Αναπαραστάσεις

«Ο κόσμος είναι η αναπαράστασή μου» έλεγε ο Schopenhauer (1814). Η Denise Jodelet στο έργο της «Τρελοί και τρέλα σε μια αγροτική περιοχή της Γαλλίας. Μια μονογραφική προσέγγιση» ορίζει την κοινωνική αναπαράσταση ως εξής:

Κοινωνική αναπαράσταση καλείται το προϊόν και η διαδικασία μιας νοητικής δραστηριότητας μέσω της οποίας ένα άτομο ή μια ομάδα ανασυντάσσει την πραγματικότητα που αντιμετωπίζει και της αποδίδει μια ειδική σημασία.

Ο Παπαστάμου Στ. (1993, σ. 192) γράφει «οι κοινωνικές αναπαραστάσεις παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στις σχέσεις που εγκαθιδρύονται ανάμεσα στις ομάδες». Σ΄ αυτό συμφωνεί και ο Gilly M., (1980) ο οποίος τονίζει ότι «το παιχνίδι των διομαδικών σχέσεων καθορίζει τη δυναμική των αναπαραστάσεων. Η ανάπτυξη των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στις ομάδες κατευθύνει τις αναπαραστάσεις που έχουν τα μέλη για τον εαυτό τους, για την ομάδα τους, για τις άλλες ομάδες και τα μέλη τους» (βλ. και Snyder M. & Cantor N., σ. 330-342, 1979, από Μαντόγλου Α., Κοινωνικές αναπαραστάσεις, 1995, σ. 25).

Από τους Moscovici S., Hewstone M. (1983) υπογραμμίζεται ότι ενώ η επιστήμη αναρωτιέται κυρίως για το «γιατί» και το «πώς» οι κοινωνικές αναπαραστάσεις για την απάντηση «επειδή».

Για τις αναπαραστάσεις ένας άλλος ορισμός είναι του Abric J.-C., (1988, σ. 188), «Η αναπαράσταση είναι ένα οργανωμένο σύνολο απόψεων, στάσεων, πεποιθήσεων και πληροφοριών που αναφέρονται σ ένα αντικείμενο ή σε μια κατάσταση. Καθορίζεται δε σ ένα τόσο από το ίδιο το υποκείμενο (την ιστορία του, τα βιώματά του) και από το κοινωνικό και ιδεολογικό σύστημα μέσα στο οποίο υπεισέρχεται, όσο και από τη φύση των σχέσεων που διατηρεί το υποκείμενο με αυτό το κοινωνικό σύστημα» ή «Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις ορίζονται ως η διαδικασία και το αποτέλεσμα μιας κοινωνιοψυχολογικής διεργασίας μέσα από την οποία ένα άτομο ή μια ομάδα ανασυγκροτεί την πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπο και της προσδίδει μια ιδιαίτερη σημασία» (βλ. και Abric J.-C., 1989, από Μαντόγλου Α., 1995, σ. 23).

Η Jodelet D. (από S. Moscovici (ed.), 1984, σ. 131-133) αναφέρει τα εξής: «αναπαριστώ σημαίνει αντικαθιστώ παίρνω τη θέση κάποιου. Με αυτήν την έννοια η αναπαράσταση είναι το νοητικό αναπαριστώμενο κάποιου πράγματος (αντικειμένου, προσώπου, γεγονότος, ιδέας κτλ.)».

Οι αναπαραστάσεις πρωτοεμφανίστηκαν στο χώρο της κοινωνιολογίας με τον Durkheim (1898) ο οποίος έκανε τη διάκριση μεταξύ των συλλογικών και ατομικών αναπαραστάσεων, θέλοντας να επισημάνει την ιδιομορφία της συλλογικής σκέψης σε σχέση με την ατομική. Η πρώτη όμως κοινωνιοψυχολογική θεωρητική προσέγγιση των κοινωνικών αναπαραστάσεων έγινε από τον Moscovici S. (1961) ο οποίος πιστεύει ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι απαραίτητες στην καθημερινή μας ζωή, στις σχέσεις που εγκαθιδρύουμε με τους άλλους, στην επικοινωνία, στις ανθρώπινες γενικότερα δραστηριότητες. Είναι μέσα απ’ αυτές που τα άτομα «διαβάζουν», αποκωδικοποιούν και ελέγχουν κοινωνιογνωστικά την πραγματικότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ύπαρξη και η λειτουργία μιας κοινωνίας στηρίζεται στις κοινωνικές αναπαραστάσεις, (Moscovici S., 1976, από Παπαστάμου Στ., Εισαγωγή: Μαντόγλου Α., 1995, σ. 13-19).

Μετάβαση στο περιεχόμενο