ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Σύνδρομο Down και οικογένεια στην Ελλάδα: Η παροχή κοινωνικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών στα άτομα με ειδικές ανάγκες και τις οικογένειές τους (Μια διεπιστημονική προσέγγιση) (8ο μέρος)

Ιαν 2, 2018 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.4. Κοινωνική επιρροή

Είναι διάφορα γνώμες, στάσεις, στερεότυπα, κοινοτοπίες, δημιουργία εντυπώσεων, αντίληψη (μήκους, χρώματος, γωνίας κ.λπ.), αντιληπτικές ψευδαισθήσεις, μνημονικές ή διανοητικές δραστηριότητες, επίλυση προβλημάτων, αισθητικές προτιμήσεις, συγκινήσεις και διάφορες συμπεριφορές, για να μην αναφέρουμε μόνο αυτά» (Παπαστάμου Στ., 1996, σ. 25, βλ. και Allen V.L. 1965, Maass A. & Clark R.D., 1984, 428-450).

Η κοινωνική επιρροή ορίζεται ως η διαδικασία, διαμέσου της οποίας ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα αλλάζει τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του/ της, όταν βρίσκεται σε κατάσταση κοινωνικής αλληλεπίδρασης, πραγματικής ή συμβολικής, με ένα άλλο άτομο ή ομάδα. Η κοινωνική επιρροή αγκαλιάζει ένα μεγάλο σύνολο φαινομένων. Από τη μίμηση, που συνίσταται σ΄ έναν από τους τρόπους προσαρμογής στις κοινωνικές καταστάσεις και επιτρέπει στο άτομο να εγκαθιδρύσει και να διατηρήσει αλληλεπιδράσεις με τους γύρω του, τη συμμόρφωση, την υπακοή, την υποταγή, περνώντας από την υποβολή και την επικοινωνία σκέψεων, για να καταλήξει στην καινοτομία και την ιδεολογική μεταστροφή (Paicheler G., 1985, σ. 18 από Μαντόγλου Α., 1995, σ. 28).

«Η κοινωνική επιρροή ποικίλλει τόσο από την άποψη των μορφών, όσο και από την άποψη των αποτελεσμάτων. Μπορεί να είναι πλειονοτική ή μειονοτική, συνειδητή ή ασυνείδητη, άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή διαρκείας, για να αναφέρουμε τους κύριους άξονες που μπορούν να τη χαρακτηρίσουν. Κατά συνέπεια, πρέπει να μιλάμε όχι για επιρροή αλλά για επιρροές» (Paicheler G. & Moscovici S., 1984, σ. 147 από Μαντόγλου Α., 1995).

Οι Moscovici S. και Lage E. (1976, σ. 349-365) σε μια μελέτη τους συμπεραίνουν ότι οι πλειοψηφικές και μειονοτικές πηγές επιτυγχάνουν διαφορετικές επιρροές. Ο Moscovici προσδίδει μια θεωρητική υπόσταση σ’ αυτή την ιδέα υποστηρίζοντας ότι οι πλειονοτικές πηγές επιτυγχάνουν περισσότερο έκδηλη επιρροή παρά λανθάνουσα (φαινόμενο κοινωνικής ενδοτικότητας) και οι μειονότητες περισσότερο λανθάνουσα παρά έκδηλη (φαινόμενο ιδεολογικής μεταστροφής), (βλ. Hellman M.E., 1976 από Παπαστάμου Στ., 1989, σ. 29-30).

«Η κοινωνική επιρροή έχει σκοπό να μειώνει τις διαφορές ανάμεσα στα υποκείμενα, ώστε να αντιλαμβάνονται το ίδιο την πραγματικότητα και να απομακρύνει τους παραβατικούς. Επιδρά επίσης στην αλλαγή του περιβάλλοντος ή στην οργάνωσή του και επιτρέπει σε μια ομάδα να πραγματοποιήσει τους στόχους της ή να μεταλλαχθεί καλώντας για συμμετοχή όλα της τα μέλη ακόμη και τους παραβατικούς» (Doms M., Moscovici S., 1984, σ. 54).

Μόλις ασχοληθεί κανείς με τους μηχανισμούς που διέπουν τις διαδικασίες κοινωνικής επιρροής αντιλαμβάνεται αμέσως ότι πρέπει να βρίσκονται στο επίπεδο του συνόλου των κοινωνικών αναπαραστάσεων που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της κοινωνικής αλληλεπίδρασης κι ότι μέσα απ’ αυτές τις αναπαραστάσεις δημιουργούνται και επιλύονται οι διάφορες κοινωνικο-γνωστικές και δια-ατομικές συγκρούσεις (Παπαστάμου Στ., 1989, σ. 40).

Στο ίδιο θέμα η Μαντόγλου Α. (1995, σ. 53) απαριθμεί τους ακόλουθους κοινωνιοψυχολογικούς μηχανισμούς που παρεμβαίνουν στη διαδικασία κοινωνικής επιρροής: τις κοινωνικές αναπαραστάσεις που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια αλληλεπίδρασης, τις γνωστικές διαδικασίες που εγείρει ο πομπός κοινωνικής επιρροής, η εστία προσοχής του στόχου, την κοινωνική κατηγοριοποίηση και κοινωνιοψυχολογική ταύτιση που υπεισέρχονται, καθώς και την ψυχολογιοποίηση ως στρατηγική αντίστασης στην κοινωνική αλλαγή.

Ένα από τα πιο ισχυρά μέσα που διαθέτει η πλειονότητα για να αντισταθεί στην κοινωνική μειονοτική επιρροή είναι η ψυχολογιοποίηση. Η ψυχολογιοποίηση φαίνεται να αποτελεί μια αποτελεσματική αντίσταση στην επιρροή των ενεργών μειονοτήτων, στο βαθμό που κάνει αφαίρεση των ατομικών ψυχολογικών διαφορών οι οποίες μπορεί να διαπερνούν τις μειονότητες. Οδηγώντας το δέκτη μειονοτικής επιρροής να θεωρήσει ότι οι μειονότητες είναι ψυχολογικά ταυτόσημες η μια με την άλλη (ή τουλάχιστον πως τα μέλη μιας μειονότητας έχουν όλα τους τα ίδια γνωρίσματα της προσωπικότητας), η ψυχολογιοποίηση προτείνει ή επιβάλλει μια ντετερμινιστική εξήγηση των μειονοτικών ιδεολογιών ανάγοντάς τες στις μόνες ψυχολογικές σταθερές τους. Θεωρώντας ότι η μειονότητα έχει έναν αδιαφοροποίητο-και αμετάβλητο- ψυχισμό ο οποίος εξαρτάται ελάχιστα (αν όχι καθόλου) από τις ατομικές ιδιοσυγκρασίες των μελών της, οδηγεί κάθε δέκτη μειονοτικής επιρροής να μην αναγνωρίζει τη μοναδική «δύναμη» των μειονοτήτων: τη σταθερότητα συμπεριφοράς, την ομοιογένεια και την ομοθυμία τους. Τα χαρακτηριστικά αυτά παύουν να αποτελούν ενδείξεις αποφασιστικότητας και αντικειμενικότητας και θεωρούνται απλές (;) συνέπειες της μειονοτικής ψυχολογίας (Παπαστάμου Στ., 1993, σ. 450).

Ο Moscovici (1979) κωδικοποίησε τα δύο μοντέλα της κοινωνικής επιρροής, το λειτουργικό και το γενετικό μοντέλο. Το πρώτο μελετά τις διαδικασίες κοινωνικής επιρροής ως ίδιον της πλειονότητας ή της πλειοψηφίας, ρίχνοντας το βάρος στην ομοιομορφία, τη συναίνεση και τη συμμόρφωση, ενώ το δεύτερο επικεντρώνεται στην κοινωνική αλλαγή και την καινοτομία, δίνοντας κεντρικό ρόλο στη σύγκρουση και σε μειονοτικά άτομα και ομάδες.

Όπως, όμως, γράφει και ο Παπαστάμου Στ. (1989α, σ. 262-263) «…η πολεμική (αναφορικά πάντοτε με την έννοια της σύγκρουσης) η οποία εγκαθιδρύθηκε μεταξύ των δύο θεωρητικών μοντέλων που δεσπόζουν σήμερα στην κοινωνική ψυχολογία των φαινομένων κοινωνικής επιρροής, πηγάζει από δύο διαφορετικές ερμηνείες μιας ίδιας πραγματικότητας, κι ότι οφείλεται λιγότερο στις διαφορετικές ικανότητες ανάλυσης και σύνθεσης κοινωνικών ψυχολόγων και περισσότερο σε στοιχεία οικονομικής, ιστορικής και πολιτικής υφής»,

Ο Moscovici (1979, σ. 80) κάνοντας την καταγραφή του λειτουργικού ρεύματος, συμπεραίνει ότι αυτό προϋποθέτει πως η κοινωνική επιρροή, όποια κι αν είναι, καταλήγει στη συμμόρφωση και ότι η συμμόρφωση είναι το μόνο φαινόμενο αλληλεπίδρασης που συνδέεται με την επιρροή: η πλειονοτική επιρροή ασκείται για να θέσει σε κίνηση τη συμμόρφωση στις υπάρχουσες κοινωνικές νόρμες, να εξαλείψει τη σύγκρουση και να εξασφαλίσει έτσι την καλή λειτουργία και συνοχή της ομάδας ή της κοινωνίας. Κατ΄ αντίθεση με το λειτουργικό μοντέλο, το οποίο είναι στατικό και μονοσήμαντο, το γενετικό μοντέλο είναι δυναμικό και αποδέχεται την αρχή της αλληλεπίδρασης μεταξύ πομπού και δέκτη κοινωνικής επιρροής. «Η επιρροή ασκείται προς δυο κατευθύνσεις: από την πλειονότητα προς τη μειονότητα και από τη μειονότητα προς την πλειονότητα(…), και απέχει πολύ από το να είναι μονοσήμαντη από την πηγή προς το στόχο, είναι μια αμοιβαία διαδικασία η οποία προϋποθέτει δράση και αντίδραση και της πηγής και του στόχου».

Ο ίδιος μάλιστα συγγραφέας (1980) υποστηρίζει ότι η πλειονοτική επιρροή (ή η κοινωνική συμμόρφωση) μπορεί να εξηγηθεί από μια διαδικασία κοινωνικής σύγκρισης, όπου τονίζεται η ομοιότητα ή η διαφορά των απόψεων, χωρίς να δίνεται σημασία στο περιεχόμενό τους. Η προσοχή επικεντρώνεται περισσότερο στη σχέση με τα άλλα μέλη της ομάδας και όχι στο αντικείμενο. Αντίθετα, η μειονοτική επιρροή, η μεταστροφή, απορρέει από μια διαδικασία επικύρωσης, η οποία ενεργοποιεί γνωστικούς μηχανισμούς που επικεντρώνονται στο πρόβλημα που θέτει η μειονότητα.

Ο μηχανισμός που επιτρέπει σε μια μειονότητα να γίνει πηγή μειονοτικής επιρροής είναι ο τρόπος συμπεριφοράς της. Αυτό διατυπώνεται με επιτυχία από τους Mugny G. & Papastamou St. (1983) που γράφουν ότι, αυτό που καθορίζει την κοινωνική απήχηση μιας πηγής επιρροής δεν είναι τόσο το περιεχόμενο των προτάσεών της, όσο το ύφος συμπεριφοράς της: πεπεισμένη η ίδια, γίνεται πειστική.

Η πλειονοτική επιρροή λοιπόν ή η κοινωνική συμμόρφωση είναι μια ενδοτική συμπεριφορά, μια δημόσια αποδοχή, μια επιφανειακή επιρροή η οποία εξαλείφεται εύκολα, διότι δε θίγεται το γνωστικο-αντιληπτικό σύστημα των υποκειμένων. Αντίθετα, η μειονοτική επιρροή ή η καινοτομία είναι μια συμπεριφορά ιδεολογικής μεταστροφής, μια βαθιά προσκόλληση, μια «κατ’ ιδίαν» κοινωνική επιρροή, η οποία αλλάζει το γνωστικό και αντιληπτικό σύστημα των υποκειμένων

Γιατί όμως η πλειοψηφία αρνείται τη μειονοτική κοινωνική επιρροή;

Ένας από τους λόγους, για τον οποίο ο πληθυσμός αρνείται τη μειονοτική επιρροή και παραμένει μέσα στα κανονιστικά πλαίσια, είναι ο φόβος διαφοροποίησης και κατηγοριοποίησης του στην ομάδα των παρεκκλινόντων. Εάν αποδεχτεί τις μειονοτικές απόψεις κινδυνεύει να τον ταυτίσουν και να ταυτιστεί με τη μειονότητα. Ή όπως τονίζει ο Turner J. (1981) η επιρροή του στόχου / πληθυσμού ανάγεται σε μια διαδικασία επανορισμού της κοινωνιοψυχολογικής του ταυτότητας και αυτο-απόδοσης όλων των στερεότυπων μειονοτικών γνωρισμάτων. Όποιος συμφωνεί με τη μειονότητα, ταυτίζεται με αυτή και δέχεται να ξεχωρίζει. Εύκολα μπορούμε να κατανοήσουμε ότι μια μειονότητα, η οποία κατηγοριοποιείται ως μέλος της ενδοομάδας (διαθέτει κοινά γνωρίσματα με το στόχο), θα ασκήσει μια επιρροή πολύ πιο σημαντική από αυτήν μιας εξω-ομαδικής μειονότητας. Όταν η μειονότητα γίνεται αντιληπτή ως μέλος της εξω-ομάδας, ο πληθυσμός της προσδίδει αρνητικά φορτισμένα χαρακτηριστικά, πράγμα που συνεπάγεται μια δύσκολη κοινωνιοψυχολογική ταύτιση με αυτή, καθότι είναι ασυμβίβαστη με την αναζήτηση μιας θετικής ταυτότητας (Μαντόγλου Α., 1995, σ. 32-57).

Μετάβαση στο περιεχόμενο