1.3. Μειονότητα-πλειοψηφία
Η μειονότητα διακρίνεται από την πλειονότητα όχι ποσοτικά αλλά ποιοτικά, δηλαδή δεν είναι η απλή αριθμητική μειοψηφία των μελών της, αλλά η μη συμμετοχή της στους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες και η δημιουργία κοινωνικής σύγκρουσης (Tajfel Η., 1978, Turner J.C., 1978, 1981 (από Παπαστάμου Στ., Μιούνυ Γκ., 1983, σ.117).
Ο Moscovici S. (1989, σ. 296-297) υποστηρίζει ότι «η μειονότητα προσδιορίζεται από δύο χαρακτηριστικά: από την αντινομιστική θέση και το πλήθος της. Το να επιζητούμε να καθορίσουμε τη μειονότητα μόνο από το πλήθος της, είναι σαν να την εξετάζουμε από την πιο αφηρημένη μορφή της. Και ταυτόχρονα της στερούμε την πιο συγκεκριμένη ιδιότητά της, το περιεχόμενο με το οποίο λειτουργεί στον κόσμο (Μαντόγλου Α., 1995, σ. 40 και Παπαστάμου Στ., 1989, σ. 264).
Εκτός από το είδος της συμπεριφοράς της, η μειονότητα διαφέρει από την πλειοψηφία και σε ορισμένες άλλες σημαντικές διαστάσεις. Καταρχάς, εξ ορισμού, είναι «διαφορετική» από τους υπόλοιπους κοινωνικούς φορείς και, κατά κάποιο τρόπο, διακρίνεται από αυτούς (τόσο αναφορικά με τον αριθμό των μελών της όσο και αναφορικά με την κατηγοριακή της υπαγωγή.
Εξαιτίας της ξεχωριστής θέσης που κατέχουν μέσα στο κοινωνικό σύνολο, οι μειονότητες τραβάνε αμέσως την προσοχή πάνω τους και ιδιαίτερα στο μήνυμα και τις απόψεις που υποστηρίζουν). Κατά δεύτερο λόγο είναι, a priori, λιγότερο εχέγγυος, ακριβώς επειδή, συνήθως η αντικειμενικότητα θεωρείται συνάρτηση των μεγάλων αριθμών. Ο κόσμος δηλαδή έχει την τάση να θεωρεί ότι αυτό που πιστεύουν οι πολλοί είναι και το σωστό. Τέλος, η μειονότητα υφίσταται μεγαλύτερες κοινωνικές πιέσεις. Στο σημείο αυτό η μειονοτική σταθερότητα συμπεριφοράς παίζει πρωταρχικό ρόλο. Το γεγονός ότι όχι μόνο δεν υποκύπτουν στις πιέσεις αυτές αλλά επιπλέον εξακολουθούν με σταθερότητα να διαδίδουν τις απόψεις τους παίρνει ξεχωριστή σημασία. Στις περιπτώσεις αυτές η σταθερότητα παίρνει την έννοια της βεβαιότητας, της αυτοπεποίθησης, της γενναιότητας πολλές φορές (Παπαστάμου Στ., 1993 σ. 354).
Ο Vincent B. (1994, σ. 43-47) αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον Μoscovici S., μια πηγή αποτελεί μειονότητα από τη στιγμή που έρχεται σε αντίθεση με το κυρίαρχο σύστημα κοινωνικών αξιών και ότι αυτό που καθορίζει τη θέση μιας μειονότητας είναι κατά πόσο η συμπεριφορά, οι εκτιμήσεις κλπ. μιας τέτοιας κοινωνικής ολότητας διαφέρουν απ’ τις κυρίαρχες νόρμες σχετικά μ’ αυτή τη συμπεριφορά, αυτές τις εκτιμήσεις κλπ.
Το πώς χαρακτηρίζονται οι μειονότητες και πώς αντιμετωπίζονται εξαρτάται από τα διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια αξιολόγησης (Παπαστάμου Στ., Μιούνυ Γκ., 1983, σ.88 και Μαντόγλου Α., 1995, σ. 111).
Ο Moscovici S. (από Moscovici S. κ. ά., 1981, σ. 199-221) θεωρεί ότι υπάρχουν μειονότητες τόσο θετικές (που χαρακτηρίζονται από ανανέωση, προοδευτικότητα κλπ.), όσο και αρνητικές (που χαρακτηρίζονται από περιθωριακότητα, κοινωνική παρέκκλιση, ανωμαλία κλπ.).
Από άλλους πάλι συγγραφείς τονίζεται ότι «η καθημερινότητα των μειονοτήτων σημαδεύεται από διακρίσεις, εχθρότητα, εκμετάλλευση από την πλευρά της εξουσιάζουσας πλειονότητας» (Αζίζι- Καλαντζή Αν. κ. ά., 1996, σ. 6.).
Ο Vincent B., (1994, σ. 18) ονομάζει τους μειονοτικούς περιθωριακούς και αποκλεισμένους, δηλαδή περιθωριακός είναι εκείνος που απομακρύνεται ηθελημένα από την κοινωνία ή εκείνος που ο τρόπος παραγωγής τον πετάει στην άκρη. Αποκλεισμένος είναι εκείνος που έχει αποφασιστικά καταδικασθεί από τη νομοθεσία ή από την κυρίαρχη κουλτούρα. Η περιθωριακότητα είναι μια κατάσταση προσωρινή, εφήμερη, ο αποκλεισμός είναι διαρκής και σε ορισμένες περιπτώσεις οριστικός. Ο περιθωριακός είναι ένας καθρέφτης. Κάθε κοινωνία παράγει περιθωριακούς, κατά κάποιο τρόπο τους εκκρίνει, τους έχει ανάγκη για να ζήσει. Κάθε κοινωνία επιδιώκει να περιχαρακώνει τους περιθωριακούς της μέσα σε ποιοτικά και ποσοτικά όρια. Επιδίδεται έτσι στο ωμό και διπλό παιχνίδι της συμπαράστασης-καταπίεσης. Αν τούτο ή εκείνο το περιθωριακό άτομο ή ομάδα την εκθέτει σε υπερβολικό κίνδυνο, δοκιμάζει να το αφομοιώσει, είτε παρέχοντάς του τα μέσα για μια «ομαλή» ζωή, είτε παραχωρώντας του μια θέση που δεν του αναγνώριζε μέχρι τότε. Αν όμως η απόπειρα αποτύχει, τότε η κοινωνία το καταδικάζει κι έτσι το αποκλείει, αναγκάζοντάς το να παραμείνει σ’ ένα χώρο όπου δεν έχει επαφή με τον κυρίαρχο κόσμο.
Το να απομονώσει το κοινωνικό σύνολο κάποιους ανθρώπους φαίνεται ότι είναι πολύ πιο εύκολο από όσο καταρχήν φαίνεται.
