5.2. Μορφές οικογενειακής οργάνωσης.
Οι βασικές μορφές και τα διάφορα μοντέλα οικογένειας που εμφανίζονται στις σύγχρονες κοινωνίες ή που αφορούν τις σχέσεις ανάμεσα σε άτομα που συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς. Οι σχέσεις αυτές προσπαθούν να εκφράσουν τις σύγχρονες ανάγκες των ατόμων – μελών της. Η μελέτη της εξέλιξης της οικογένειας μας δίνει αφ’ ενός μεν τη δυνατότητα εμβάθυνσης των σημερινών σχέσεων της οικογένειας, αφ΄ ετέρου δε την αντίληψη της διαχρονικότητας του θεσμού.
Από κοινωνιολογική άποψη η προσέγγιση του φαινομένου μπορεί να γίνει μέσα από διαφορετική οπτική γωνία κάθε φορά, ανάλογα με τη φιλοσοφική θέση ή το αξίωμα που χρησιμοποιούμε ως πεδίο αναφοράς.
Κατά τον Κarl Marx στην εξέλιξη των κοινωνιών, ο τρόπος παραγωγής των υλικών αγαθών αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο. Η μαρξιστική προσέγγιση θεωρεί ότι τα στάδια εξέλιξης της υλικής παραγωγής προχωρούν από το κατώτερο στο ανώτερο και από το απλό στο σύνθετο. Από τους τρόπους παραγωγής διαμορφώνεται η τυπολογία των Κοινωνικών Συστημάτων. Τα συστήματα αυτά είναι:
• Το Πρωτόγονο Κοινοτικό Σύστημα
• Το Δουλοκτητικό Κοινωνικό Σύστημα
• Το Φεουδαρχικό Κοινωνικό Σύστημα
• Το Προκαπιταλιστικό Κοινωνικό Σύστημα
• Το Καπιταλιστικό Κοινωνικό Σύστημα
Σε σχέση με τα παραπάνω συστήματα οργανώνονται οι αντίστοιχες μορφές κοινωνικής συμβίωσης που τα εκφράζουν και τα πραγματώνουν. Έτσι στο Πρωτόγονο Κοινοτικό Σύστημα, εμφανίζεται αρχικά ως μορφή οργάνωσης η ορδή ή ανθρώπινη αγέλη, η οποία στο δεύτερο στάδιό της εξελίσσεται στην κυρίαρχη μορφή κοινωνικής συμβίωσης του γένους. Μέσα στην ίδια περίοδο το γένος μετεξελίσσεται στη μητριαρχία, όπου η συγγένεια των μελών του γένους υπολογιζόταν κατά γυναικεία γραμμή και σχετίζεται με την μόνιμη εγκατάσταση των οικογενειών, των μητέρων ε τα παιδιά τους. Μετη σειρά της μητριαρχία μεταπίπτει στην πατριαρχία, όπου η συγγένεια των μελών του γένους υπολογιζόταν κατά αντρική γραμμή. Γενικά κριτήριο ένταξης ενός ατόμου στο γένος, ήταν η εξ αίματος συγγένεια με κάποιον κοινό πρόγονο, αρχικά με τη μητέρα και αργότερα με τον πατέρα, άρα υφίστατο συγγένεια α΄, β΄, γ΄ κ.λ.π. βαθμού με τα άλλα μέλη του γένους.
Ανώτερη μορφή κοινωνικής συμβίωσης από το γένος είναι η φυλή. Διατηρεί όπως και το γένος, ως κριτήριο ένταξης για τα μέλη, την συγγένεια εξ αίματος. Η μόνιμη εγκατάσταση των φυλών σε συγκεκριμένο εδαφικόχώρο δημιούργησε την έννοια της εδαφικής και οικονομικής κοινότητας και συνέτεινε στη διαμόρφωση κοινωνικής συνείδησης, ενιαίας γλώσσας, μεταξύ των μελών της φυλής και η εξωγαμία αντικαταστάθηκε από την ενδογαμία, μέσα στα πλαίσια της φυλής.
Η εμφάνιση της Πόλης – Κράτους συμπίπτει με τη δημιουργία μιας νέας μορφής κοινωνικής συμβίωσης, της λαότητας. Η λαότητα προήλθε είτε από την ένωση συγγενικών από άποψη καταγωγής και γλώσσας φυλών, είτε από φυλές με διαφορετική γλώσσα, οι οποίες προήλθαν σαν αποτέλεσμα της κατάκτησης ορισμένων φυλών από άλλες. Ιστορικά, οι λαότητες λειτουργούν στο Δουλοκτητικό και Φευδαρχικό Κοινωνικό Σύστημα. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να περάσει η ανθρωπότητα, με την εμφάνιση του Καπιταλιστικού Κοινωνικού Συστήματος, σε μια άλλη μορφή κοινωνικής συμβίωσης, το έθνος.
Σύμφωνα με τη μαρξιστική ανάλυση, η δημιουργία του έθνους ήταν κοινωνική αναγκαιότητα και ιστορικά συμπίπτει με τα τέλη του μεσαίωνα, την εποχή της Αναγέννησης.
Η οικογένεια ως ιστορική μορφή κοινωνικής συμβίωσης διαπερνά όλες τις άλλες μορφές κοινωνικής συμβίωσης που αναφέρθηκαν, καθώς και όλους τους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς. Η βασική αναγκαιότητα που καλύπτει είναι αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους, η προστασία και η ανατροφή των παιδιών. Η εξέλιξη της οικογένειας, σύμφωνα με τη μαρξιστική προσέγγιση, διέπεται από τους γενικότερους νόμους που χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη της κοινωνίας στο σύνολό της, αλλά και συμβαδίζει με αυτή την ανάπτυξη.
Η πρώτη μορφή οικογένειας στη μονογαμία είναι η πατριαρχική οικογένεια, η οποία βασίζεται στο πατρικό δίκαιο. Σύμφωνα με την μαρξιστική ανάλυση, ενώ όλες οι προηγούμενες μορφές οικογένειας λειτούργησαν με βάση την αρχή της «φυσικής επιλογής», η πατριαρχική οικογένεια είναι η πρώτη μορφή οικογένειας που βασίζεται σε οικονομικά κριτήρια – το συμφέρον κληρονομίας της πατρικής περιουσίας.
Κατά τον Max Weber η κοινωνία διαιρείται ταυτόχρονα σε πολλά αυτοτελή συστήματα, ( στρώματα ), τα οποία αφενός συνυπάρχουν και αφετέρου είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, (νομιναλιστική αντίληψη). Η κοινωνική διαστρωμάτωση δεν εξαντλείται με το χωρισμό της κοινωνίας σε οικονομικά στρώματα, αλλά ότι συνυπάρχουν με αυτά, στρώματα που διακρίνονται από κοινωνικά ή πολιτικά γνωρίσματα. Καταλήγει στη διάρθρωση της κοινωνίας με βάση τους εξής τύπους κοινωνικής διαστρωμάτωσης:
i) Τον Οικονομικό, όπου αντιστοιχεί η «κοινωνική τάξη». Στην ίδια κοινωνική τάξη κατατάσσει τα άτομα ανάλογα με τη σχέση τους προς την κατανάλωση των αγαθών, ( της κατοχής αγαθών και εισοδηματικών ευκαιριών), δηλαδή την αγοραστική τους ικανότητα, ανεξάρτητα από το αν προέρχεται από περιουσιακή κατάσταση του ατόμου ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα – πάντως, η σχέση προς τα μέσα παραγωγής αποτελεί στον ορισμό του μόνο μία πιθανότητα (ή της εργασίας).
ii) Τον Κοινωνικό , όπου αντιστοιχεί η «κοινωνική θέση» (θέση γοήτρου – status). Κατά τον Weber, η κοινωνική θέση υπαγορεύει ένα τρόπο ζωής, ο οποίος είναι δεσμευτικός για τα άτομα, γιατί ανταποκρίνεται στις κοινωνικές αναμονές. Μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης το άτομο εντάσσεται και ενσωματώνεται σε ένα κοινωνικό σύνολο, αποκτά δηλαδή μια θέση μέσα στο σύνολο και γίνεται φορέας της κοινωνικής κληρονομιάς που συνιστά τη συλλογική ταυτότητα των μελών της συγκεκριμένης κοινωνικής θέσης. Από την ιεραρχική του κατάταξη (θέση) στην κοινωνική πυραμίδα απορρέει ο κοινωνικός του ρόλος. Η κοινωνική θέση, κατά τον Weber, είναι ανεξάρτητη από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει το άτομο.
iii) Τον Πολιτικό, όπου αντιστοιχούν οι «ομάδες εξουσίας»(ομάδες δύναμης – πολιτικά κόμματα). Εδώ δηλαδή ο Weber εντάσσει τις ομάδες συλλογικής δράσης, ανεξάρτητα από την κοινωνική και πολιτική τους προέλευση.
Η θεωρία που ανέπτυξε ο Durkheim (1888) για την οικογένεια είναι εξελικτική, όπως και του Engels, χωρίς κανέναν επηρεασμό όμως από το διαλεκτικό υλισμό. Αντίθετα θεωρείται αιτιοκρατική γιατί θεωρεί ως αίτια εξέλιξης της δομής της οικογένειας την εξέλιξη των κοινωνικών θεσμών. Το θέμα της μορφής, της δομής και της λειτουργίας της οικογένειας αντιμετωπίζεται από τον Durkheim ως θέμα καθαρά κοινωνιολογικό, δεν αφορά την ψυχολογία, αφού από μόνα τους τα φυσικά πρόσωπα δεν συστήνουν οικογένεια, αν αυτή δεν υπόκειται στους παρόντες θεσμούς.
Η προσέγγιση του Parsons για την οικογένεια θεωρείται δομολειτουργική. Ένα μεγάλο μέρος της ανάλυσής του περιγράφεται στη συνέχεια, μέσα και από τις πιο σύγχρονες θεωρίες για την οικογένεια, συνδεόμενη και με τις σύγχρονες έρευνες που έχουν γίνει στη χώρα μας από τον Δ. Γεώργα και τους συνεργάτες του. Χαρακτηριστικό της θεωρίας πάντως είναι πως η οικογένεια μετασχηματίζεται από μονάδα αυτόνομης παραγωγής, σε μονάδα κατοικίας και κατανάλωσης, σπάζοντας και τους αντίστοιχους δεσμούς μεταξύ των σχετικά αυτόνομων μελών της.
Παρόλο που η θεωρία του Parsonς δεν έχει επιβεβαιωθεί ερευνητικά σε πολλά σημεία, όπως για παράδειγμα στη χώρα μας για το θέμα της κατοίκησης με την έννοια της γειτονίας των μελών της πυρηνικής με την εκτεταμένη οικογένεια είναι σημαντική γιατί αποτέλεσε τη βάση για τη διατύπωση θεωριών σχετικών με τη δομή, (ως αριθμός μελών, θέσεις και ρόλοι), και τη λειτουργία (ως τρόποι ικανοποίησης των φυσικών και ψυχολογικών αναγκών των μελών της, με στόχο την επιβίωση) της οικογένειας, διαμορφώνοντας κριτήρια τα οποία κρίθηκαν και ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκαν και από τις σύγχρονες θεωρίες για την οικογένεια.
Οι περισσότεροι ερευνητές καταλήγουν σε ορισμούς όπου προέχουν οι νομικοί ή βιολογικοί δεσμοί για το χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως οικογένειας, από τους οποίους δημιουργείται η βασική τριάδα «μητέρα – πατέρας – παιδί». Κάθε οικογένεια αποκλίνουσα από αυτό το σχήμα, αντανακλά το κοινωνικό στερεότυπο του κυρίαρχου τύπου. Έτσι, μέσα στο κλίμα της σύγχυσης που επικρατεί αναφορικά με τους ρόλους και τους σκοπούς της οικογένειας, αναδύεται μια άλλη λογική, η οποία είναι σε θέση να δικαιολογήσει τα υπάρχοντα σχήματα οικογένειας στις σύγχρονες κοινωνίες, ενισχύοντας την άποψη της ανθεκτικότητας του θεσμού. Κατά την Μουσούρου:
«…η ερμηνεία των φαινομένων που συνδέονται με τη συμβατική οικογένεια, αυτή η ίδια η έννοια και η διαδικασία αποδοχής των ορίων του συμβατικού, όπως και τα εναλλακτικά προς την οικογένεια αυτή σχήματα οργάνωσης του ιδιωτικού βίου, παραμένουν εν πολλοίς εκτός των θεωρητικών προβληματισμών. Άρα βασικές προϋποθέσεις του ιδεότυπου λείπουν. Και, αντίθετα, αυτό που ενδεχομένως εκλαμβάνεται ως ιδεότυπος δεν είναι παρά ένα στερεότυπο, η περιγραφή ενός ιδεώδους που υπάρχει όχι στην πραγματικότητα, αλλά στη φαντασιακή της σύλληψη, ένας μύθος… Η αναγνώριση της ρευστότητας αυτής δεν υποσκάπτει την οικογένεια, αλλά, αντίθετα, ενισχύει την εμπιστοσύνη στην ανθεκτικότητά της. Σε μια έντονα διαφοροποιημένη και μεταβαλλόμενη κοινωνία, όπως είναι η σύγχρονη, τι πιθανότητες θα είχε ένα (οποιοδήποτε) μοναδικό και απολύτως σταθερό σχήμα;».
Κατά τη συστημική προσέγγιση συνδέεται το άτομο με τη μορφή της οικογένειας και τις εξελίξεις των κοινωνιών στα πλαίσια της Γενικής Θεωρίας Συστημάτων. Πρόκειται για μια προσπάθεια της γνωστικής ψυχολογίας να αναλύσει και να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά ατόμων, οικογενειών και ευρύτερων συστημάτων μέσω της πληροφορίας, δηλαδή των κωδίκων επικοινωνίας μεταξύ των ατόμων ή των κοινωνικών ομάδων. Σύστημα κατά τον Rapoport είναι: «ένα δομημένο σύνολο, ένα σύνολο στοιχείων λειτουργικά συνδεδεμένων…. είναι ένα τμήμα του κόσμου που θεωρείται μια ενότητα ικανή να διατηρεί την ταυτότητά της εν μέσω αλλαγών που συμβαίνουν γύρω της και μέσα της».
Ο Ζαφρανάς τονίζει, «ως σύστημα μπορούμε να ορίσουμε τα πάντα, από έναν άνθρωπο, ένα κτίριο, μέχρι ένα σύννεφο, μια πηγή ή μια διαδήλωση». Όσον αφορά την οικογένεια, πρόκειται για ένα συγκεκριμένο, ανοικτό, μικτό, τελεολογικό σύστημα, για τους εξής λόγους:
α) Είναι συγκεκριμένο σύστημα, δηλαδή πραγματικό, αληθινό και όχι υποθετική θεωρητική κατασκευή, όπως π.χ. θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το σύμπαν. Η οικογένεια, ως συγκεκριμένο σύστημα, αποτελείται από συγκεκριμένα στοιχεία ή υποσυστήματα καθώς και από πλέγματα στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση μεταξύ τους. Οι σχέσεις μεταξύ των μερών ενός συστήματος αποτελούν και τις μεταβλητές του συστήματος, στην περίπτωση της οικογένειας δηλαδή μεταβλητές αποτελούν ο αριθμός των μελών της, το μέγεθος, η ταχύτητα ροής της πληροφορίας και οι οδοί επικοινωνίας.
β) Είναι ανοικτό σύστημα, δηλαδή επιβιώνει μέσω της ανταλλαγής μάζας-ύλης, ενέργειας και πληροφορίας. Έτσι, η οικογένεια δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από τη δομή της κοινωνίας στην οποία εντάσσεται, αλλά και οι οποιεσδήποτε μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία της, που προκαλούνται λόγω των εισερχόμενων πληροφοριών και μετατρέπονται σε νέα ποιότητα, δεν μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις κοινωνικές δομές, παρά μόνο μέσα από μακροχρόνιες διαδικασίες. Προσεγγίζοντας την οικογένεια ως σύστημα, θεωρείται «υπερσύστημα», (supra-system ), σε σχέση με τα μέρη που την αποτελούν, δηλαδή τα άτομα, τα οποία θεωρούνται «υποσυστήματα», (sub-system). Τότε μπορούμε να φανταστούμε την οικογένεια σαν ένα μεγάλο κύκλο που περιλαμβάνει άλλους ομόκεντρους κύκλους.
γ) Είναι μικτό σύστημα, δηλαδή αποτελείται από έμβια και άβια στοιχεία, π.χ. η οικογένεια δημιουργείται από ζωντανούς ανθρώπους, αλλά η επιβίωσή της προϋποθέτει και την ύπαρξη στέγης, επίπλων, χρήματος, υλικών αγαθών.
δ) Είναι τελεολογικό σύστημα, δηλαδή κινείται προς μια κατεύθυνση, προς ένα τελικό σκοπό (finality). Για το λόγο αυτό, τα ζωντανά συστήματα έρχονται σε σχέσεις εξ ανάγκης, μέσα από τις οποίες ανιχνεύουν το περιβάλλον τους, διαπιστώνουν ποια είναι τα χρήσιμα στοιχεία για την επιβίωσή τους και ποια τα άχρηστα ή εχθρικά, καθιερώνουν συμπεριφορές που εναρμονίζονται με το σκοπό τους. Όλες οι παραπάνω διεργασίες συνεπάγονται μάθηση και προσαρμογή. Γι΄ αυτό και ονομάζονται συστήματα με κατεύθυνση, (goal oriented), ή κυβερνητικά , πέρα από το γεγονός ότι είναι συγκεκριμένα και ανοιχτά. Ο σκοπός, δηλαδή του συστήματος, είναι ένα πρόσθετο στοιχείο, προϋπόθεση για τη διατήρηση της σταθερότητάς του. Η οικογένεια ως ανοικτό τελεολογικό σύστημα, προβάλλει τις δικές της άμυνες για την επιβίωσή της, προϋπόθεση απαραίτητη για την εκπλήρωση του σκοπού της. Ο σκοπός ως έννοια είναι διαχρονική και κεντρικής σημασίας για την ύπαρξη του συστήματος.
ε) Έχει ιεραρχία, δηλ. κατάταξη σε επίπεδα.
