ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Σύνδρομο Down και οικογένεια στην Ελλάδα: Η παροχή κοινωνικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών στα άτομα με ειδικές ανάγκες και τις οικογένειές τους (Μια διεπιστημονική προσέγγιση) (26ο μέρος)

Ιαν 10, 2018 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

2.3.5. Η Αλλαγή των στάσεων

Ο Livneh (1982, p. 342) υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά των α.μ.ε.α. πολλές φορές μπορεί να προκαλέσει αρνητικές στάσεις από το κοινωνικό σύνολο απέναντι στην αναπηρία. Αυτό γίνεται με τους εξής τρόπους:

• Με ανοιχτή πρόσκληση της προκατάληψης:

Τα α.μ.ε.α. προκαλούν αρνητική στάση εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου όταν εμφανίζονται ως εξαρτημένα άτομα, επιδιώκουν δευτερεύοντα οφέλη, συμπεριφέρονται υπό την επίδραση αισθημάτων φόβου, ανασφάλειας και κατωτερότητας.

• Με σιωπηρή πρόσκληση της προκατάληψης:

Τα α.μ.ε.α. συχνά αδιαφορούν για την ίδια τους την κατάσταση και δεν ενδιαφέρονται ούτε για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου σχετικά με την έννοια της αναπηρίας. Μια τέτοια στάση αδιαφορίας εκ μέρους των ίδιων των αναπήρων, είναι αδύνατο να προκαλέσει θετική στάση εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου.

Ο Yuker (1987, 1988a, 1994) τονίζει ότι οι στάσεις των ανθρώπων απέναντι στην αναπηρία διαμορφώνονται μέσα από την επαφή τους με τα α.μ.ε.α.. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι η στενή προσωπική ή κοινωνική επαφή των μη αναπήρων με α.μ.ε.α. εκτός του οικογενειακού περιβάλλοντος, οδηγεί στην ανάπτυξη θετικότερων στάσεων. Έρευνες επίσης δείχνουν ότι αυτή η επαφή σε περιβάλλον αποκατάστασης ή ιατρικό, δεν οδηγεί σε θετικές στάσεις. Απαραίτητη δε κατά την επαφή είναι η πληροφόρηση των μη αναπήρων για τις αναπηρίες. Η απουσία της πληροφόρησης είναι δυνατό να οδηγήσει σε αρνητικές στάσεις.

Ειδικότερα, σημασία για τη διαμόρφωση των στάσεων, έχουν τα χαρακτηριστικά του αναπήρου ατόμου, τα χαρακτηριστικά του μη αναπήρου ατόμου, καθώς και τα χαρακτηριστικά της συνδιαλλαγής τους.

Το ανάπηρο άτομο θα γίνει περισσότερο αγαπητό στους συνανθρώπους του εάν:

• Είναι ικανό σε τομείς που αξιολογούνται ως ιδιαίτερα σημαντικοί από τα μέρη που έρχονται σε επαφή.

• Έχει αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες, οι οποίες το καθιστούν περισσότερο ελκυστικό και αρεστό στους συνανθρώπους του.

• Αποδέχεται την αναπηρία του και είναι πρόθυμο να συζητήσει γι αυτήν. Γενικότερα, ανάπηρα άτομα που είναι φανερό ότι έχουν αυτοπεποίθηση και υψηλή αυτοεκτίμηση, γίνονται περισσότερο ελκυστικά και αποδεκτά από τους άλλους.

Έρευνα ανάμεσα σε επιτυχώς αποκατεστημένους επαγγελματικά ανθρώπους στην Αμερική το 1988, έδειξε ότι τα άτομα αυτά θεώρησαν ως πολύ σημαντικά για την αποκατάστασή τους τα εφόδια που πήραν από τη σχολική τους εκπαίδευση (DeMario, 1992, p.118):

• κοινωνικές δεξιότητες (82%),
• ακαδημαϊκές γνώσεις (60%),
• επαγγελματική εκπαίδευση (48%).

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα επισήμαναν ως εμπόδια για την επαγγελματική τους αποκατάσταση:

• τη χαμηλή αυτοεκτίμηση,
• την εξάρτηση του ατόμου,
• την απουσία εσωτερικής παρώθησης για επιτυχία.

Μάλιστα, η ανάπτυξη θετικότερων στάσεων στο σχολικό χώρο είναι δυνατό να υποστηριχθεί με τους παρακάτω τρόπους (Horne, 1988):

• Με την υποστήριξη της επαφής αναπήρων και μη αναπήρων μαθητών και με την ενημέρωση των ατόμων σχετικά με τις αναπηρίες. Χωρίς ενημέρωση, η επαφή απλώς των δύο πλευρών έχει μικρή επίδραση στην ανάπτυξη θετικών στάσεων απέναντι στην αναπηρία. Αντίστοιχα, χωρίς επαφή, η ενημέρωση δεν ενισχύει σημαντικά το σκοπό αυτό.

• Με τη διοργάνωση ομαδικών εργασιών ή ακόμη και μη ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων, ώστε να ενισχυθεί σταδιακά η αποδοχή των αναπήρων μαθητών από τους μη αναπήρους.

• Με την ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών.

• Με τη σωστή οργάνωση της τάξης (ομαδικές εργασίες μαθητών, κοινοί σκοποί, κ.λπ.), καθώς και με τη σωστή διαχείρισή της από τους Εκπαιδευτικούς.

Έρευνα του 1991 (DeMario, 1992, p. 120) έδειξε ότι καταλυτικό ρόλο για την επιτυχή επαγγελματική αποκατάσταση των α.μ.ε.α. παίζει η θετική αυτοαντίληψη, η οποία επηρεάζεται θετικά ή αρνητικά από τις προσδοκίες των γονιών και των εκπαιδευτικών των ατόμων, την επιθυμία τους για την απόκτηση ανεξαρτησίας από το ανάπηρο άτομο, καθώς και από το βαθμό στον οποίο αποδέχονται τους προσωπικούς περιορισμούς και τις δυνάμεις του ατόμου.

Για την ανάπτυξη θετικότερων στάσεων απέναντι στην αναπηρία, το μη ανάπηρο άτομο θα πρέπει να είναι απαλλαγμένο από αρνητικές πεποιθήσεις, όπως ότι:

• Η αναπηρία αποτελεί το βασικότερο χαρακτηριστικό του αναπήρου ατόμου.

• Τα ανάπηρα άτομα διαφέρουν από τους υπόλοιπους, είναι ανίκανα, κατώτερα και έχουν αρνητικά χαρακτηριστικά.

• Οι μη ανάπηροι δεν είναι δυνατό να συναναστραφούν τους αναπήρους χωρίς δυσκολίες και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους.

Επιπροσθέτως, οι μη ανάπηροι, για να αντιμετωπίσουν θετικότερα την αναπηρία, θα πρέπει:

• Να έχουν τα ίδια δημογραφικά χαρακτηριστικά με τους αναπήρους.

• Να έχουν κοινωνική θέση παρόμοια με αυτήν των αναπήρων.

• Η μόρφωση και το επάγγελμά τους να μην έχουν ενισχύσει αρνητικές πεποιθήσεις σε αυτούς. Εκπαίδευση και επαγγέλματα που διακρίνουν σε ικανούς μη αναπήρους εργαζομένους και σε μη ικανούς αναπήρους εργαζομένους, ενισχύουν την ανάπτυξη αρνητικών στάσεων. Εκπαίδευση και επαγγέλματα που δίδουν έμφαση στην προσωπικότητα και την ικανότητα του αναπήρου εργαζομένου, καθώς και στο διάλογο και την ομαδική εργασία ενισχύουν, αντίθετα, την ανάπτυξη θετικών στάσεων.

Τέλος, για την ανάπτυξη θετικότερων στάσεων απέναντι στην αναπηρία, η διάδραση αναπήρων και μη αναπήρων θα πρέπει:

• Να χαρακτηρίζεται από συνεργασία και αμοιβαιότητα.

• Να ανταμείβει και τις δύο πλευρές με την επίτευξη κοινών στόχων ή άλλες επιτυχίες.

• Να συντελεί τη γνωριμία των δύο πλευρών σε προσωπικό επίπεδο, ώστε να παρεμποδίζεται η ανάπτυξη στερεοτύπων.

• Να διαρκεί στο χρόνο.

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του ατόμου, καθώς και τα χαρακτηριστικά της αναπηρίας του φαίνεται να παίζουν κάποιο ρόλο, ο οποίος όμως γίνεται μηδαμινός στην περίπτωση μακροχρόνιας επαφής των αναπήρων και των μη αναπήρων. Συνήθως, κατά τον πρώτο καιρό της επαφής αναπήρων και μη αναπήρων, θετικότερες στάσεις αναπτύσσονται όταν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των δύο πλευρών μοιάζουν.

Μάλιστα, ο Livneh (1982, pp. 343-344) υποστηρίζει ότι:

• Οι γυναίκες τηρούν θετικότερη στάση απέναντι στην αναπηρία σε σχέση με τους άνδρες.

• Θετικότερες στάσεις παρατηρούνται σε ανθρώπους της ώριμης παιδικής ηλικίας, καθώς και στους ώριμους ενηλίκους, ενώ περισσότερο αρνητικές στάσεις παρατηρούνται σε ανθρώπους της πρώιμης παιδικής ηλικίας, της πρώιμης εφηβείας, καθώς και της τρίτης ηλικίας.

• Το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο των ανθρώπων δε φαίνεται να διαφοροποιεί τη στάση τους απέναντι στα άτομα με σωματικές αναπηρίες. Αντίθετα, οι πλουσιότερες κοινωνικές τάξεις φαίνεται ότι τηρούν θετικότερες στάσεις απέναντι στα άτομα με νοητική ή συναισθηματική αναπηρία, σε σχέση με τις οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις.

• Το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων φαίνεται από τις περισσότερες έρευνες ότι σχετίζεται με την ανάπτυξη θετικότερων στάσεων απέναντι στην αναπηρία.

Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά των μη αναπήρων ανθρώπων, τα οποία επιδρούν στην ανάπτυξη των στάσεών τους απέναντι στην αναπηρία, έτσι όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα ερευνών:

• Ο εθνοκεντρισμός. Όσο περισσότερο εθνοκεντρική είναι μια κοινωνία, τόσο λιγότερο αποδέχεται την αναπηρία.

• Η αυθεντία. Όσο λιγότερο δέχεται μια κοινωνία την αυθεντία, τόσο περισσότερο αποδέχεται την αναπηρία.

• Η επιθετικότητα. Όσο λιγότερο επιθετική είναι μια κοινωνία, τόσο περισσότερο αποδέχεται την αναπηρία.

• Η ενδοσκόπηση. Έχει φανεί ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στην ανάγκη για ενδοσκόπηση και την εμπαθητική κατανόηση των ατόμων με αναπηρία.

• Το άγχος. Η εκδήλωση υψηλού άγχους φαίνεται ότι συνδέεται με μεγαλύτερη απόρριψη των α.μ.ε.α.

• Η αυτοαντίληψη. Η θετική αυτοαντίληψη συνδέεται με θετικότερη στάση απέναντι στην αναπηρία.

• Η δύναμη του Εγώ. Η αδυναμία του Εγώ φαίνεται ότι σχετίζεται με την απόρριψη της αναπηρίας.

• Η ικανοποίηση από το σώμα και τον Εαυτό. Η έλλειψη ικανοποίησης από το σώμα φαίνεται ότι σχετίζεται με την ανάπτυξη αρνητικής στάσης απέναντι στην αναπηρία. Μάλιστα, η θετική αντίληψη του Εαυτού φαίνεται να σχετίζεται με την αποδοχή των α.μ.ε.α.

• Η ανοχή της ασάφειας. Η ικανότητα των μη αναπήρων ανθρώπων να ανέχονται καταστάσεις διφορούμενες και απρόβλεπτες φαίνεται ότι σχετίζεται με την αποδοχή των ατόμων με φυσικές αναπηρίες.

• Η ανάγκη για κοινωνική διάκριση. Η ανάγκη για να είναι κάποιος ελκυστικός στο κοινωνικό σύνολο φαίνεται ότι οδηγεί στην αποδοχή της αναπηρίας.

• Η αποξένωση. Τα απομονωμένα άτομα φαίνεται ότι είναι περισσότερο εχθρικά απέναντι στα α.μ.ε.α.

• Το νοητικό επίπεδο. Φαίνεται ότι ίσως υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στο νοητικό επίπεδο των μη αναπήρων και στο βαθμό αποδοχής της αναπηρίας.

Είναι φανερό ότι υπάρχουν πολλά επίπεδα στα οποία θα πρέπει να επικεντρώσουμε και να εργαστούμε, εφόσον ενδιαφερόμαστε πραγματικά για την ανάπτυξη θετικότερων στάσεων απέναντι στην αναπηρία. Αυτό που θα πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη είναι η σημασία της πληροφόρησης σχετικά με όλα τα θέματα που αφορούν στην αναπηρία. Επιπλέον, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε ανοιχτοί στην επικοινωνία και την επαφή με τα άτομα με αναπηρία, αφού μέσα από αυτή θα γνωρίσουμε καλύτερα τα άτομα αυτά αλλά και τον εαυτό μας. Ωστόσο, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αλλαγή των στάσεων είναι μια υπόθεση που παίρνει χρόνο. Σε όλο αυτό το αναγκαίο χρονικό διάστημα, δεν επιτρέπεται εφησυχασμός τόσο από τους ίδιους τους αναπήρους όσο και από ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο.

Μετάβαση στο περιεχόμενο