2.3.2. Οι στάσεις
2.3.2.1.Οι στάσεις της οικογένειας
Η Ζώνιου-Σιδέρη (1998, σ. 47) αναφέρει ότι το οικογενειακό πλαίσιο αποτελείται από τρία υποσυστήματα:
• το ζευγάρι,
• τους γονείς και τα παιδιά,
• τα αδέλφια.
Επομένως, η στάση της οικογένειας απέναντι στην αναπηρία ενός της μέλους θα καθοριστεί από τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, τη σημασία που δίνει η οικογένεια σε προσωπικές και υλικές αξίες, καθώς και τη λειτουργία και δυναμική της.
H στάση των γονιών απέναντι στα παιδιά με αναπηρία, είναι δυνατό να εκφραστεί με τις ακόλουθες μορφές (Πολυχρονοπούλου-Ζαχαρόγεωργα, 1999, σ. 20):
• ως ανοικτή απόρριψη,
• ως υποσυνείδητη απόρριψη,
• ως υπερπροστατευτική συμπεριφορά,
• ως ασταθής συμπεριφορά.
Οι γονείς, στις περισσότερες περιπτώσεις, συμπεριφέρονται στο παιδί με ανάμικτα συναισθήματα ενοχής, τύψεων αλλά και αγάπης. Συναισθήματα όπως η αμφιθυμία, η απελπισία, ο θυμός και η ντροπή, παρουσιάζονται συχνά στη βιβλιογραφία ως αντιδράσεις γονιών παιδιών με αναπηρία. Το αρνητικό είναι ότι πολλές φορές τα μέλη της οικογένειας βλέπουν την εικόνα τους μέσα από τον τρόπο που πιστεύουν ότι τη βλέπουν οι άλλοι, με αποτέλεσμα να αισθάνονται ότι η κοινωνία νιώθει οίκτο γι αυτούς ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτό δεν ισχύει, και στη συνέχεια, να απορρίπτουν τον εαυτό τους και το ανάπηρο άτομο.
O Yuker (1994) θεωρεί πολύ σημαντική στη διαμόρφωση των στάσεων των γονιών απέναντι στην αναπηρία του παιδιού τους τις πρώτες αντιδράσεις τους μετά τη γέννησή του, οι οποίες μπορεί να είναι αρκετά αρνητικά φορτισμένες. Ωστόσο, πολλοί είναι οι γονείς οι οποίοι αντιμετωπίζουν θετικότερα τη γέννηση ενός παιδιού με αναπηρία. Μια τέτοια θετική αντιμετώπιση είναι δυνατό να πηγάζει από τη συνολική προσωπικότητα των γονιών, τις αντοχές τους, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τις ευθύνες τους και που αντιμετωπίζουν τα απροσδόκητα γεγονότα της ζωής, την πληρότητα που αισθάνονται μέσα στο γάμο τους, καθώς και από άλλους εξωτερικούς παράγοντες οι οποίοι παρεμποδίζουν ή υποβοηθούν τη λειτουργία της οικογένειας. Είναι σημαντικό οι γονείς να αποδέχονται ένα παιδί με αναπηρία. Εξίσου όμως σημαντική είναι και η ανταπόκριση του παιδιού, η ανάγκη του για φροντίδα, το νοητικό του επίπεδο και το γενικότερο επίπεδο ικανοτήτων του.
Συχνά οι γονείς δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι σχετικά με τη συμπεριφορά που θα πρέπει να αναμένουν από το ανάπηρο παιδί. Αυτό μοιραία οδηγεί σε σύγχυση και σε αρνητική στάση απέναντι στην αναπηρία. Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν η πληροφόρηση των γονιών είναι λανθασμένη. Συνήθως, οι μητέρες του αναπήρου παιδιού, για τις οποίες υφίστανται περισσότερες έρευνες, περνούν από τις εξής φάσεις (Ζώνιου-Σιδέρη, 1987, σσ. 8-9, 1998, σσ. 54-55):
α. Κατάσταση σοκ: επιθυμεί τόσο το θάνατο του παιδιού της όσο και το δικό της. Προσπαθεί να κάνει και δεύτερο παιδί, ώστε να αποκαταστήσει την αυτοπεποίθησή της αλλά και τις τύψεις της.
β. Φάση προσαρμογής ή αποκατάστασης: συνδέεται υπερβολικά με το παιδί ή συγκρούεται συνειδητά με την αναπηρία του.
Όταν οι γονείς, και μάλιστα οι μητέρες, έχουν θετική αντίληψη για τα παιδιά τους, τότε αναπτύσσουν θετική στάση απέναντί τους. Και αντίστροφα. Μάλιστα, οι μητέρες που αποδίδουν τα χαρακτηριστικά των παιδιών τους σε εσωτερικούς παράγοντες, τείνουν να έχουν πιο αρνητική στάση απέναντι στην αναπηρία. Το αποτέλεσμα είναι, κάποιες μητέρες, ακόμη κι αν τα παιδιά τους έχουν σοβαρή αναπηρία, να τα αποδέχονται πλήρως, ενώ άλλες, να είναι περισσότερο απορριπτικές.
Ο Yuker (1988b, p.218) παρουσιάζει αποτελέσματα ερευνών που δείχνουν ότι συχνά οι μητέρες έχουν θετικότερη στάση απέναντι στην αναπηρία του παιδιού τους, συγκριτικά με τη στάση τους απέναντι σε άλλα παιδιά με αναπηρία. Μάλιστα, οι προσδοκίες που έχουν από τα παιδιά τους, εφόσον είναι υψηλές, μπορούν να οδηγήσουν σε ανάλογη συμπεριφορά του παιδιού. Εάν όμως οι γονείς περιμένουν μόνο αρνητική συμπεριφορά από τα παιδιά τους, είναι πιθανό τα πράγματα να οδηγηθούν μοιραία προς αυτήν την κατεύθυνση. Παιδιά που αισθάνονται ότι οι γονείς τους δεν περιμένουν και πολλά από αυτά, στάση που απαντιέται συχνότερα, νιώθουν ανίκανα, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και κατηγορούν τον εαυτό τους για καθετί που τους συμβαίνει. Η απόδοση από τους γονείς της αρνητικής συμπεριφοράς του αναπήρου παιδιού σε εσωτερικούς παράγοντες, δηλαδή στο ίδιο το παιδί, και της θετικής συμπεριφοράς σε εξωτερικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες, οδηγεί το παιδί σε αρνητική σκέψη και συμπεριφορά. Αντίθετα, η απόδοση της αρνητικής συμπεριφοράς σε εξωτερικούς παράγοντες και της θετικής συμπεριφοράς σε εσωτερικούς παράγοντες, οδηγεί το παιδί σε θετική σκέψη και συμπεριφορά. Μάλιστα, όταν η αντίληψη των πραγμάτων από γονείς και παιδιά είναι κοινή, η συνδιαλλαγή των δύο πλευρών είναι θετική και η επίδραση τους πάνω τους ακόμη δυνατότερη.
Οι Μπεζεβέγκης, Καλαντζή-Αζίζι, Ζώνιου-Σιδέρη (1994, σσ. 706-711) παρουσιάζουν τα αποτελέσματα έρευνας των στάσεων απέναντι σε παιδιά με ειδικές ανάγκες ανάμεσα σε 1088 γονείς φυσιολογικών παιδιών. Η έρευνα δείχνει ότι οι γονείς διάκεινται θετικά σε ενέργειες που αναφέρονται σε μια ενδεχόμενη σχέση τους με παιδιά με ειδικές ανάγκες. Λιγότερο θετικοί παρουσιάζονται μπροστά στο ενδεχόμενο να εμπλακούν τα παιδιά τους σε δραστηριότητες κοινές με παιδιά με ειδικές ανάγκες. Οι διαφορές που παρουσιάζονται στις απαντήσεις δείχνουν θετικότερη στάση στους νεότερους γονείς και στις γυναίκες, ενώ η μόρφωση δε φαίνεται να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.
Τα αδέλφια των παιδιών με αναπηρία, επηρεάζονται ως προς τη στάση τους απέναντι στην αναπηρία από τη στάση των γονιών, την επαφή τους με αυτούς, καθώς και την επαφή τους με τα ανάπηρα αδέλφια τους. Είναι δεδομένο ότι τα αδέλφια των παιδιών με αναπηρία αναλαμβάνουν πολλές ευθύνες από νωρίς, ακόμη και υποχρεωτικά, σχετικά με την προστασία του αδελφιού τους. Έρευνες έχουν δείξει ωστόσο, ότι θετικότερες στάσεις αναπτύσσονται όταν τα μη ανάπηρα παιδιά καθοδηγούν και βοηθούν σε πολλά πράγματα τα ανάπηρα αδέλφια τους, χωρίς όμως αυτό να τα επιβαρύνει και να τα επιφορτίζει με ένα ανεπιθύμητο χρέος. Τα μη ανάπηρα αδέλφια, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν καθημερινά τη στάση του κοινωνικού περίγυρου, γεγονός που αναπόφευκτα δημιουργεί ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση. Είναι επιπλέον πιθανό τα μη ανάπηρα αδέλφια να νιώσουν παραμελημένα από τους γονείς τους, οι οποίοι έχουν αφοσιωθεί στο ανάπηρο παιδί. Συμβαίνει όμως τα μη ανάπηρα αδέλφια να μην επηρεάζονται από την παρουσία του αναπήρου μέλους αρνητικά, να ασχολούνται με τα δικά τους ζητήματα και να στενοχωριούνται μόνο με το γεγονός της δύσκολης θέσης των γονιών τους.
Το φιλικό περιβάλλον του ατόμου με αναπηρία, συχνά είναι περισσότερο υποστηρικτικό απέναντι στο άτομο συγκριτικά με την οικογένεια. Η νοημοσύνη και οι κοινωνικές δεξιότητες του αναπήρου ατόμου επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό μια φιλική σχέση. Οι περιστασιακές επαφές ενισχύουν την προκατάληψη, ενώ η μακρόχρονη και σταθερή επαφή ενισχύει την ανάπτυξη θετικότερων στάσεων (Yuker, 1994).
Έρευνα των Crudden and McBroom (1999, p. 345) σε 176 εργαζομένους με προβλήματα όρασης έδειξε ότι τα άτομα του περιβάλλοντός τους τους βοήθησαν με τους εξής τρόπους στην προσπάθειά τους για επαγγελματική αποκατάσταση:
• με υποστήριξη και εμψύχωση (45%),
• με τη μετακίνησή τους (25%),
• με τη στήριξή τους από προσωπικό σε θέματα που είχαν ανάγκη, καθώς και για ανάγνωση (16%),
• με βοήθεια στις οικιακές εργασίες (4%),
• με οικονομική υποστήριξη (3%),
• με καθοδήγηση σχετικά με τα επαγγέλματα (3%),
• με τον απαραίτητο εξοπλισμό και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος (3%).
2.3.2.2. Οι στάσεις των Εκπαιδευτικών
H Hannah (1988) σχολιάζοντας τις στάσεις των Εκπαιδευτικών απέναντι στους ανάπηρους μαθητές, αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά, ως καθοριστικά για τη δημιουργία είτε θετικών είτε αρνητικών στάσεων:
α) Χαρακτηριστικά του Εκπαιδευτικού:
• Το επίπεδο της τάξης του. Γενικά, στις πρώτες σχολικές τάξεις, οι Εκπαιδευτικοί είναι περισσότερο πρόθυμοι να εντάξουν στην τάξη τους αναπήρους μαθητές. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν αφορά στην αναπηρία στην αίσθηση της όρασης.
• Ο βαθμός της γνώσης του όσον αφορά στην αναπηρία, αφού συχνά αυτή αποδεικνύεται ανεπαρκής.
• Η αυτοπεποίθηση που διαθέτει, η οποία συνδέεται με θετικές στάσεις, ή αντίθετα η ανασφάλεια καθώς και άλλα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, όπως ο δογματισμός και η εχθρικότητα, χαρακτηριστικά που συνδέονται με αρνητικές στάσεις.
• Η ποιότητα της επαφής με τους ανάπηρους μαθητές.
β) Χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος:
• Το μέγεθος της τάξης, αφού πολλοί Εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι ο μικρός αριθμός των μαθητών θα τους επιτρέψει να ασχοληθούν περισσότερο με τα ανάπηρα παιδιά της τάξης και ως συνέπεια, έχουν θετικότερη στάση απέναντι στην ενσωμάτωσή τους.
• Η ύπαρξη υποστηρικτικού προσωπικού, το οποίο κρίνεται απαραίτητο στις περιπτώσεις που οι Εκπαιδευτικοί θεωρούν τους εαυτούς τους ανεπαρκείς για να αντιμετωπίσουν την αναπηρία μέσα στη σχολική τάξη.
• Η εκπαίδευση των Εκπαιδευτικών μέσα από ειδικά προγράμματα στη διαχείριση της τάξης στην οποία εντάσσονται παιδιά με αναπηρία.
Δεν είναι ξεκάθαρος ο ρόλος των στάσεων του υπόλοιπου προσωπικού του σχολείου, καθώς και άλλων κοινωνικών φορέων στη διαμόρφωση των στάσεων των Εκπαιδευτικών απέναντι στην αναπηρία.
γ) Χαρακτηριστικά του παιδιού με αναπηρία:
• Η κοινωνικότητα του μαθητή, καθώς και η συμπεριφορά που θα επιδείξει και από την οποία θα εξαρτηθεί η ομαλή ένταξή του στο κλίμα και στις απαιτήσεις της τάξης.
• Οι επιδόσεις του μαθητή, αφού οι έρευνες δείχνουν ότι οι Εκπαιδευτικοί προτιμούν να συνεργάζονται με παιδιά υψηλότερων επιδόσεων.
Το φύλο του μαθητή δεν έχει ξεκάθαρο ρόλο στη διαμόρφωση των στάσεων του Εκπαιδευτικού, ενώ η φυλή, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και η φυσική ελκυστικότητά του δεν παίζουν κανένα ρόλο.
Η Fichten (1988) σχολιάζει αποτελέσματα ερευνών σχετικά με τις στάσεις στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης απέναντι στην αναπηρία. Οι φοιτητές χωρίς αναπηρία παρουσιάζονται να έχουν θετικότερες στάσεις από τους μαθητές χωρίς αναπηρία, τις νεότερες δηλαδή ηλικίες, και μάλιστα οι γυναίκες. Η μερίδα των φοιτητών που τηρεί αρνητική στάση απέναντι στους αναπήρους φοιτητές θεωρεί τους τελευταίους ως πολύ διαφορετικούς από τους ίδιους και μάλιστα σε τομείς που βαρύνουν ιδιαίτερα σε αυτήν την ηλικία, όπως ως προς την κοινωνικότητα, την ανθεκτικότητα του χαρακτήρα και της προσωπικότητας, την ανεξαρτησία, τη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα.
Οι καθηγητές στις ανώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης έχει φανεί ότι τηρούν θετική στάση απέναντι στους αναπήρους φοιτητές, η οποία όμως δε διατηρείται σε υψηλό ποσοστό εφόσον πρόκειται για φοιτητές στο δικό τους τμήμα.
Οι ανάπηροι φοιτητές φαίνονται να θεωρούν ότι οι άλλοι τηρούν αρνητική στάση απέναντί τους, χωρίς η πεποίθησή τους αυτή να τους κάνει να νιώθουν άβολα με τους μη αναπήρους συμφοιτητές ή καθηγητές τους.
2.3.2.3. Οι στάσεις του ιατρικού προσωπικού
Συχνά, το ιατρικό προσωπικό δε χαρακτηρίζεται από τόσο θετικές στάσεις απέναντι στα α.μ.ε.α. (Yuker, 1994). Η εξοικείωση των επαγγελματιών στον ιατρικό τομέα με τις αναπηρίες είναι σημαντική σε επίπεδο επιστημονικής ενημέρωσης. Ωστόσο, οι επαγγελματίες αυτοί δεν ενημερώνονται επαρκώς για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ατόμων με αναπηρία, καθώς και για τη συνήθη συμπεριφορά τους. Επιπλέον, στον ιατρικό κλάδο, δεν ενδείκνυται η ανάπτυξη στενής επαφής με τους ασθενείς, με αποτέλεσμα, στο χώρο αυτό, να μην μπορούν να φανούν τα ευεργετικά της αποτελέσματα.
2.3.2.4. Οι στάσεις των εργοδοτών
Η Safilios-Rothschild (1970, pp. 264-265) θέτει το ερώτημα γιατί παρά την εκτενή διαφήμιση και τις εκστρατείες που διοργανώνονται για την ενημέρωση σχετικά με τα α.μ.ε.α. και την επαγγελματική τους αποκατάσταση, οι εργοδότες δεν αλλάζουν τόσο εύκολα την εικόνα που έχουν για αυτά. Συνεχίζουν να τα θεωρούν ως άτομα τα οποία έχουν συνεχώς ανάγκη από βοήθεια, ενώ πολύ δύσκολα θα τα αντιμετώπιζαν όπως ένα μέσο εργαζόμενο. Είναι δεδομένο ότι οι εργοδότες για τις αποφάσεις τους έχουν ως κίνητρο πάντοτε το κέρδος και όχι την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων. Συχνά, οι στάσεις τους απέναντι στους αναπήρους μεταβάλλονται και τους προσλαμβάνουν ως εργαζόμενους, στην περίπτωση που διαπιστώσουν ότι η ενδεχόμενη άρνησή τους θα έβλαπτε τη δημόσια εικόνα τους προς το κοινό. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, τείνουν να προσλαμβάνουν άτομα με άμεσα ορατή αναπηρία, ώστε αυτό να λειτουργεί ως διαφήμιση για τους ίδιους. Επιπλέον, οι εργοδότες, τις περισσότερες φορές, προτιμούν να προσλαμβάνουν και πάλι άτομα που πριν την εκδήλωση της αναπηρίας τους εργάζονταν σε αυτούς, προφανώς για τους λόγους της οικονομικής αποζημίωσης. Η αρνητική στάση των εργοδοτών απέναντι στην πρόσληψη αναπήρων ατόμων, οφείλεται και στην πεποίθησή τους ότι ως εργαζόμενοι, εξαιτίας της αναπηρίας τους, είτε θα χρειαστεί να απουσιάσουν πολλές φορές είτε δε θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στα καθήκοντά τους, μειώνοντας και στις δύο περιπτώσεις το κέρδος. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι τελικά το όφελος είναι μεγαλύτερο σε σχέση με το κόστος, όταν οι εργοδότες προσλαμβάνουν άτομα με αναπηρία (Yuker, 1994).
Το είδος της αναπηρίας αναμφίβολα επηρεάζει τη στάση του περιβάλλοντος απέναντι στο άτομο με ειδικές ανάγκες και την επαγγελματική του αποκατάσταση. Οι Drummond & Ryan (1995) χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι όσο λιγότερο εμφανής και σοβαρή είναι η αναπηρία του ατόμου, τόσο περισσότερο αποδεκτό γίνεται αυτό από τα μέλη του κοινωνικού συνόλου στο οποίο κάθε φορά εντάσσεται, π.χ. φιλικό εκπαιδευτικό, εργασιακό, κ.λπ..
Η στάση των εργοδοτών απέναντι στην αναπηρία είναι δυνατό να διαφέρει ανάλογα με το είδος της πληροφόρησης που αυτοί δέχονται, το μέγεθος και το είδος της επιχείρησης, τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας (Yuker, 1994). Τα παραπάνω, καθώς και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των α.μ.ε.α. που είναι δυνατό να επηρεάσουν τους εργοδότες, θα πρέπει να αποτελούν συνεχώς αντικείμενο έρευνας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο, ώστε να προλαμβάνονται τυχόν ανεπιθύμητες καταστάσεις, οι οποίες θα επιφέρουν αρνητικές συνέπειες για ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο.
Οι γυναίκες με αναπηρίες πέφτουν συχνότερα θύματα των στάσεων των εργοδοτών, αφού ακόμη και στις περιπτώσεις που θα τοποθετηθούν σε κάποια θέση εργασίας, αμείβονται λιγότερο σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους με αναπηρίες (Σιδηροπούλου-Δημακάκου, 1994, 1999). Στα περισσότερα επαγγέλματα που παραδοσιακά χαρακτηρίζονται ως γυναικεία, απαιτείται συνήθως το προσόν της καλής εξωτερικής εμφάνισης της γυναίκας. Αυτό, αποκλείει τη γυναίκα με αναπηρία από θέσεις γυναικείες, ενώ για τις παραδοσιακά ανδρικές θέσεις, συνήθως η γυναίκα αυτή δεν έχει ενθαρρυνθεί ποτέ να εκπαιδευτεί.
Η στάση των εργοδοτών απέναντι στα άτομα με αναπηρία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προηγούμενη επαφή τους με αναπήρους εργαζομένους. Άλλωστε, έρευνες έχουν δείξει ότι οι ανάπηροι εργαζόμενοι σε σχέση με τους μη αναπήρους εργαζομένους, πολλές φορές είναι περισσότερο παραγωγικοί, συμπεριφέρονται σωστότερα επιτελώντας τα εργασιακά τους καθήκοντα, απουσιάζουν ή αργοπορούν σπανιότερα (Yuker, 1994). Οι εργοδότες, επίσης, εκτιμούν τις επαγγελματικές και κοινωνικές δεξιότητες του εργαζομένου, την υπευθυνότητα και την τυπικότητά του. Σωστοί επαγγελματίες θεωρούνται όσοι έχουν θετική στάση απέναντι στην εργασία τους, τον εαυτό τους και την αναπηρία τους.
Έρευνα ανάμεσα σε αναπήρους εργαζομένους ή υποψήφιους εργαζομένους έχουν δείξει στο παρελθόν ότι το ποσοστό των εργοδοτών οι οποίοι διαμόρφωσαν το χώρο εργασίας ώστε να προσαρμόζεται στις ανάγκες του αναπήρου, ήταν κατά 10% μεγαλύτερο από το ποσοστό εκείνων που αντιμετώπισαν διακρίσεις λόγω της αναπηρίας τους αναζητώντας εργασία (35% έναντι 25%) (McCarthy, 1988, p. 251). Το 78% των συμμετεχόντων θεωρούσε ως κύρια αιτία της ανεργίας του τις συνέπειες της αναπηρίας του στη ζωή του, ενώ το 51% θεωρούσε τη θεραπεία που η αναπηρία του απαιτούσε. Το 47% των αναπήρων θεωρούσε ότι οι εργοδότες δε θα αναγνώριζαν ότι θα μπορούσαν να είναι κι αυτοί παραγωγικοί στην εργασία τους, εξαιτίας της αναπηρίας. Το 40% απέδιδε την ανεργία στην έλλειψη θέσεων εργασίας. Το 38% αναγνώριζε ότι ανασταλτικός παράγοντας στην απασχόλησή τους ήταν η μη ικανοποιητικού επιπέδου μόρφωσή τους, καθώς και οι ανεπαρκείς δεξιότητες εύρεσης εργασίας που διέθεταν. Τέλος, το 28% θεωρούσε ως εμπόδιο τα ακατάλληλα μέσα μεταφοράς. Μόλις το 1% των αναπήρων πίστευε ότι η κατάσταση θα βελτιωνόταν, κυρίως εάν άλλαζε η στάση των εργοδοτών απέναντί τους, ενώ ένα άλλο 1% πρότεινε κάτι τέτοιο ως δεύτερη λύση.
Οι έρευνες έχουν δείξει ότι οι εργοδότες απαιτούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά από τους εργαζομένους (DeMario, 1992, pp.118-119). Έρευνα του 1988 ανάμεσα σε εργοδότες ατόμων με αναπηρία στην Αμερική, έδειξε ότι περισσότερο σημαντικό γι αυτούς θεωρείται η στάση των εργαζομένων απέναντι στην εργασία, δηλαδή η αποδοχή του επαγγελματικού τους ρόλου, η συμμετοχή σε ομαδικές εργασίες, η επιμονή, κ.λπ.. Δεύτερη σε σημασία φάνηκε να είναι η απόδοση στην εργασία, δηλαδή θέματα που αφορούν στην ποσότητα και ποιότητα της παραγωγικότητας του ατόμου, ο αριθμός των απουσιών του, κ.λπ..
Επόμενη έρευνα ανάμεσα σε εργοδότες (αρκετοί εκ των οποίων με προβλήματα όρασης), Συμβούλους Επαγγελματικού Προσανατολισμού και προϊσταμένους κολεγίων το 1990, έδειξε ότι για μια επιτυχή επαγγελματική αποκατάσταση, οι δεξιότητες που θα πρέπει να έχουν οι εργαζόμενοι, ιεραρχούνται ως εξής:
• προσωπικές-κοινωνικές δεξιότητες,
• δεξιότητες προσανατολισμού και κινητικότητας,
• επαγγελματική πληροφόρηση.
Το 1989, έρευνα ανάμεσα σε υπεύθυνους επιλογής προσωπικού έδειξε ότι κατά την επιλογή, περισσότερο επηρεάζονται από την αρνητική συμπεριφορά του υποψηφίου παρά από τη θετική.
O Mcloughlin (2002, pp. 17-21) παρουσιάζει τα αποτελέσματα έρευνας σε δείγμα 120 εργοδοτών στις ΗΠΑ, με στόχο να αναγνωριστούν τα χαρακτηριστικά των ατόμων με αναπηρίες, τα οποία οδηγούν τους εργοδότες στην απόφαση να προχωρήσουν σε προσλήψεις. Φάνηκε ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές ανάμεσα στους εργοδότες με εμπειρία στην πρόσληψη ατόμου με αναπηρία και σε εργοδότες χωρίς ανάλογη εμπειρία πάνω στα θέματα της αξιοπιστίας των ατόμων αυτών, της παραγωγικότητάς τους και των πιθανών αντιδράσεων των συναδέλφων τους.
Ένας σημαντικός αριθμός των εργοδοτών που δεν έχει εμπειρία από αναπήρους εργαζομένους δε θα προσλάμβανε αναπήρους εξαιτίας:
• της έλλειψης γνώσεων σχετικά με τη διασφάλιση των αναπήρων ως εργαζομένων,
• της έλλειψης ενημέρωσης σχετικά με τα οικονομικά κίνητρα του κράτους και της Πρόνοιας, ώστε να προχωρήσουν σε ασφαλείς για τους ίδιους προσλήψεις,
• των αρνητικών τους στάσεων.
Σε ερώτηση σχετική με τα αποτελέσματα της εργασίας των αναπήρων εργαζομένων στην επιχείρησή τους, οι εργοδότες με εμπειρία σε προσλήψεις αναπήρων φάνηκε να έχουν θετική στάση σε ποσοστό 81%, ενώ το ποσοστό των εργοδοτών χωρίς ανάλογη εμπειρία που φαίνεται να έχουν αρνητική στάση, ανέρχεται στο 53%. Τα θέματα που φάνηκαν να διαφοροποιούν τους εργοδότες σχετίζονται με τον αριθμό των απουσιών των εργαζομένων με αναπηρίες, τις στάσεις απέναντι στην εργασία, την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος και τη συνδιαλλαγή με τους μη αναπήρους συναδέλφους. Οι εργοδότες με εμπειρία στις προσλήψεις αναπήρων, στην πλειοψηφία τους φάνηκαν να επαινούν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα με αναπηρίες αντεπεξέρχονται στα επαγγελματικά τους καθήκοντα και συνεργάζονται με τους υπόλοιπους. Οι εργοδότες χωρίς ανάλογη εμπειρία, φαίνεται να πιστεύουν ότι οι πελάτες και οι μη ανάπηροι εργαζόμενοι βρίσκουν τους εργαζομένους με αναπηρία ως περισσότερο επιθετικούς και αγενείς.
Σε γενικές γραμμές, οι εργοδότες δε φάνηκαν να εξαιρούν κατηγορηματικά τους ανθρώπους με αναπηρίες από τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό. Φάνηκαν να συνειδητοποιούν ότι έχουν ανάγκη από περισσότερη πληροφόρηση, εκπαίδευση και εμπειρία στις προσλήψεις αναπήρων. Οι εργοδότες με εμπειρία σε προσλήψεις αναπήρων, θεωρούν ότι κάτω από τις σωστές συνθήκες, θα προσλάμβαναν χωρίς κανένα ενδοιασμό περισσότερα άτομα με αναπηρίες. Μάλιστα, αναγνωρίζουν ότι τα περισσότερα από τα θέματα που θεωρούνται εμπόδια στις προσλήψεις αυτές, ουσιαστικά δεν αποτελούν προβλήματα μακροπρόθεσμα.
Έρευνα του International Center for the Disabled στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η οποία βασίστηκε σε 921 συνεντεύξεις με managers, έδειξε ότι σε γενικές γραμμές οι managers αυτοί έκριναν θετικά την απόδοση εργαζομένων με ειδικές ανάγκες στην εργασία τους (Wolffe, 1999, pp. 30-31). Μάλιστα, η πλειοψηφία αυτών έκρινε ότι το κόστος των μετατροπών στο εργασιακό περιβάλλον, το οποίο συντελεί στην ομαλότερη προσαρμογή των αναπήρων εργαζομένων σε αυτό, δεν ήταν απαγορευτικό, ενώ το 48% από αυτούς είχε προβεί σε τέτοιες μετατροπές. Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα έδειξε τα ακόλουθα:
• Οι μεγάλες εταιρείες ήταν περισσότερο πιθανό να προσλάβουν αναπήρους ως εργαζομένους συγκριτικά με τις μικρότερες.
• Οι εταιρείες οι οποίες δεν είχαν προσλάβει άτομα με αναπηρίες, υποστήριξαν ότι οι υποψήφιοι δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα.
• Μόλις το 37% των εταιρειών ανέφερε ότι ακολουθούσε συγκεκριμένη πολιτική ή προγράμματα με στόχο την πρόσληψη ατόμων με αναπηρίες.
• Τα ¾ των συμμετεχόντων στην έρευνα είχε την πεποίθηση ότι οι διακρίσεις που λαμβάνουν χώρα στην αγορά εργασίας αποτελούν εμπόδιο στην πρόσληψη αναπήρων ατόμων.
• Οι managers θεωρούσαν ότι τα άτομα που ανήκουν σε μειονότητες ή τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα είχαν περισσότερες πιθανότητες πρόσληψης σε σχέση με τα άτομα με αναπηρίες.
Το 1995, έρευνα του National Organization on Disability (Wolffe, 1999, p. 32) έδειξε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ το ποσοστό των εταιρειών που προέβησαν σε προσαρμογές του εργασιακού περιβάλλοντος, αυξήθηκαν από 51% το 1986 σε 81% το 1995, το ποσοστό των εταιρειών που προσέλαβαν άτομα με αναπηρίες την ίδια περίοδο, αυξήθηκε από 62% μόλις στο 64%. Οι managers έκριναν την απόδοση των αναπήρων εργαζομένων ως εξαιρετική σε ποσοστό 17%, ενώ την έκριναν ως πολύ καλή σε ποσοστό 59%.
Η έρευνα των Crudden and McBroom (1999, pp. 344-346) σε δείγμα 176 εργαζομένων με προβλήματα όρασης έδειξε ότι οι συμμετέχοντες ανέφεραν ως την πιο σημαντική προσφορά των εργοδοτών σε αυτούς ώστε να καταστούν ικανοί να διατηρήσουν τις θέσεις τους:
• την παροχή εξοπλισμού Υποστηρικτικής Τεχνολογίας ή την προσαρμογή του εργασιακού περιβάλλοντος (35%),
• την εμψύχωση (20%),
• την εκπαίδευση (16%),
• την ευελιξία στην εργασία (14%),
• την υποστήριξη από υπαλλήλους αναγνώστες και οδηγούς (15%).
Έρευνα του Πανεπιστημίου Cornell της Αμερικής ανάμεσα σε εργοδότες το έτος 2000 (Mendels, 2000), έδειξε ότι η πλειοψηφία των οργανισμών, συμμορφούμενη με την ADA, έχει προχωρήσει στις απαιτούμενες αλλαγές στο εργασιακό περιβάλλον, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες σε αυτό. Συγκεκριμένα, το 93% των δημόσιων και το 82% των ιδιωτικών οργανισμών ανέφεραν ότι έχουν προχωρήσει ήδη στις απαιτούμενες αλλαγές. Το 87% των εργοδοτών είχαν διαμορφώσει διαφορετικά τη δομή της εργασίας στην επιχείρησή τους, καθώς και το ωράριο εργασίας, ενώ το 91% εκπαίδευσε το προσωπικό σε πρακτικές πρόσληψης προσωπικού που θα απέφευγαν τις διακρίσεις. Το 43% των εργοδοτών στο δημόσιο τομέα και το 22% των εργοδοτών στον ιδιωτικό τομέα δέχονται ότι η στάσεις και τα στερεότυπα εμποδίζουν σημαντικά την επαγγελματική αποκατάσταση και εξέλιξη των α.μ.ε.α.. Μάλιστα, περίπου το 33% των εργοδοτών τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα ανέφερε ότι συνάντησε σημαντικές δυσκολίες στην αλλαγή των στάσεων απέναντι στην αναπηρία των συναδέλφων και των προϊσταμένων.
Οι περισσότεροι εργοδότες διάκεινται θετικά απέναντι στην επιθυμία των αναπήρων ατόμων να συμμετέχουν σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, και μάλιστα στην εργασία. Ωστόσο, πολλοί διαβλέπουν πολλά προβλήματα, πραγματικά ή φανταστικά, στην περίπτωση που οι ίδιοι θα προσλάβουν άτομα με αναπηρία στην επιχείρησή τους (Isaacson, 1985). Έρευνα του RNIB (1996) έδειξε ότι αρκετοί εργοδότες, ακόμη και στην περίπτωση που έχουν εργαζομένους σε πολύ υψηλές θέσεις και με ειδικά προσόντα, αν αυτοί αντιμετωπίσουν κάποια στιγμή αναπηρία στην αίσθηση της όρασης, το πιθανότερο είναι ότι θα τους αντικαταστήσουν με άλλους βλέποντες εργαζόμενους. Δε φαίνονται δηλαδή διατεθειμένοι να διερευνήσουν τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να διατηρήσουν το προσωπικό τους, έστω κι αν αυτό βλάψει θεωρητικά την παραγωγικότητα της επιχείρησής τους εφόσον οι τελευταίοι κατέχουν υψηλή εξειδίκευση και εμπειρία. Ωστόσο, αρκετοί είναι αυτοί που δέχονται να προσαρμόσουν το εργασιακό περιβάλλον στις ανάγκες των εργαζομένων με αναπηρία, χωρίς να παραγνωρίζονται και οι περιπτώσεις των εργοδοτών που αρνούνται κάθε βοήθεια προς τους αναπήρους εργαζομένους. Μάλιστα, πολλά α.μ.π.ο. αναφέρουν ότι η αναπηρία τους έχει εμποδίσει όχι μόνο στο να αποκατασταθούν επαγγελματικά, αλλά και στο να βελτιώσουν την επαγγελματική τους θέση ή να προαχθούν.
Οι Kirchner, Johnson, Harkins (1997, pp. 377-392) παρουσιάζουν τα αποτελέσματα έρευνας σε δείγμα 90 ατόμων με προβλήματα όρασης και 383 εργοδοτών, με στόχο να αναγνωριστούν οι παράγοντες που οδηγούν προς ή που εμποδίζουν την επαγγελματική αποκατάσταση των α.μ.π.ο. (πελατών κάποιας κρατικής υπηρεσίας αποκατάστασης α.μ.π.ο.) στον ανταγωνιστικό χώρο της αγοράς εργασίας και να βελτιωθούν οι υπηρεσίες επαγγελματικής αποκατάστασης.
Μεταξύ άλλων, η έρευνα έδειξε ότι:
• Το 44% των συμμετεχόντων ήταν εργαζόμενοι. Το 41% εργάζονταν σε δημόσιες υπηρεσίες, ενώ το 25% απασχολούνταν σε δικές τους επιχειρήσεις. Σχεδόν οι μισοί από τους ήδη εργαζομένους, εργάζονταν μαζί με άλλα άτομα με αναπηρίες. Επίσης, οι μισοί αισθάνονταν ότι η εργασία τους δεν τους επέτρεπε να αξιοποιήσουν όλες τις ικανότητές τους και την εκπαιδευτική τους κατάρτιση. Η στάση των οικογενειών της ομάδας αυτής ήταν περισσότερο υποστηρικτική σε σχέση με τις δύο άλλες ομάδες. Η αυτοπεποίθηση της ομάδας αυτής σε σχέση με την εργασία ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από τις δύο άλλες ομάδες, οι οποίες κι αυτές διακρίνονται ελαφρώς. Οι τρεις ομάδες διακρίνονται καθαρά ως προς το κατά πόσο αισθάνονται ότι διαθέτουν τις απαιτούμενες δεξιότητες για να βελτιώσουν την επαγγελματική τους θέση, καθώς και κατά πόσο εύκολο έκριναν να αποκομίσουν πληροφόρηση για τις υφιστάμενες υπηρεσίες. Σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι είχαν δεχθεί υπηρεσίες αποκατάστασης, τις οποίες έκριναν γενικά ικανοποιητικές.
• Ένα άλλο 44% ήταν άνεργοι και ενδιαφέρονταν για εύρεση εργασίας με αμοιβή. Οι συμμετέχοντες αυτής της ομάδας ήταν άνω των 45 ετών, λιγότερο μορφωμένοι από τους ή δη εργαζόμενους και πολλοί από αυτούς δεν ανήκαν στη λευκή φυλή. Σε σχέση με τους ήδη εργαζομένους, έχουν χάσει την όρασή τους στα μέσα του βίου τους ή αργότερα, διαθέτουν ελάχιστη οπτική ικανότητα και αντιμετωπίζουν περαιτέρω μείωση της οπτικής τους ικανότητας σε μεγαλύτερο ποσοστό. Το 50% των συμμετεχόντων της ομάδας αυτής αναγνώρισαν ότι έχουν ανάγκη από ειδικές υπηρεσίες αποκατάστασης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό από τους ήδη εργαζομένους ανέρχεται στο 15-20%, το οποίο φαίνεται να έχει ανάγκη υπηρεσίες για απόκτηση επαγγελματικών δεξιοτήτων και σχετικές με τον ειδικό εξοπλισμό. Η ομάδα των συμμετεχόντων που ενδιαφέρονταν να εργαστούν, ανέφερε ότι χρειάζεται περισσότερο υποστήριξη στην εύρεση εργασίας και υπηρεσίες σε σχέση με την κινητικότητα, την ανάγνωση, τη γραφή, την εκπαίδευση στο σύστημα Braille και στους υπολογιστές.
Οι Millington, Leierer and Abadie (2000, pp. 39-47) έχουν παρουσιάσει το ερωτηματολόγιο EEQ (Employment Expectation Questionnaire), το οποίο τώρα βρίσκεται στη μορφή EEQ-B. Το εργαλείο αυτό σχεδιάστηκε για να ερευνήσει τις στάσεις των εργοδοτών σχετικά με την απασχόληση των εργαζομένων. Δε μετρά άμεσα τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες των υποψηφίων για μια θέση εργασίας, αλλά την αντίληψη των εργοδοτών για τα χαρακτηριστικά αυτά. Ενώ, δηλαδή, άλλα εργαλεία αποφεύγουν τις προκαταλήψεις, το EEQ-B προσπαθεί να τις αποκαλύψει. Επίσης, το εργαλείο μετρά το βαθμό στον οποίο οι προκαταλήψεις απέναντι στην αναπηρία σχετίζονται με διαφορετικές κρίσεις των εργοδοτών σχετικά με την ικανοποίηση του εργαζομένου.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι υπάρχει στατιστικώς σημαντική διαφορά στην αξιολόγηση της ικανοποίησης των εργαζομένων ανάμεσα σε ομάδες εργαζομένων χωρίς αναπηρίες και σε ομάδες με αναπηρίες (Millington, Leierer and Abadie, 2000, p. 42). Η ύπαρξη μιας αναπηρίας στους υποψηφίους εργαζομένους, έδειξε ότι έπαιζε ρόλο στην πρόβλεψη από τους συμμετέχοντες στην έρευνα της ικανοποίησης των υποψηφίων. Επομένως, η ύπαρξη μιας αναπηρίας στους υποψηφίους έπαιζε καταλυτικό ρόλο στην επιλογή προσωπικού.
H στάση των εργοδοτών είναι δυνατό να αλλάξει ριζικά εφόσον, τα α.μ.ε.α. τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε πραγματικές θέσεις εργασίας, αποδειχθούν επιτυχημένοι επαγγελματίες (Σιδηροπούλου-Δημακάκου, 1999). Πολλές φορές, η επαφή και μόνο του εργοδότη με το άτομο με αναπηρία αποδεικνύεται αρκετή για να αλλάξει η στάση του πρώτου απέναντι στο δεύτερο. Ή έστω, η πληροφόρηση του εργοδότη για τον κόσμο της αναπηρίας και των ιδιαιτεροτήτων του. Με αυτόν τον τρόπο, προλαμβάνονται τυχόν γενικεύσεις και αυθαίρετα συμπεράσματα, στα οποία συχνά υποπίπτουν όσοι απλώς δε γνωρίζουν. Πάντως, σήμερα οι προσπάθειες επικεντρώνονται στη διαμόρφωση της νομοθεσίας κατά τρόπο ώστε οι εργοδότες οι οποίοι απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, να υποχρεώνονται να προσλαμβάνουν ένα ποσοστό α.μ.ε.α..
Σε κάθε περίπτωση, οι εργοδότες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι προσλαμβάνοντας άτομα με αναπηρία στις επιχειρήσεις τους, ωφελούνται σε πολλά επίπεδα, προσελκύοντας μια καινούρια μερίδα πελατών από την ομάδα των α.μ.ε.α., αλλά και υποστηρίζοντας ταυτόχρονα τις επιχειρήσεις τους οικονομικά και τεχνικά, μέσα από ανάλογες προβλέψεις προγραμμάτων που αφορούν στην επαγγελματική αποκατάσταση των α.μ.ε.α. και από κρατικές επιχορηγήσεις.
