ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Σύνδρομο Down και οικογένεια στην Ελλάδα: Η παροχή κοινωνικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών στα άτομα με ειδικές ανάγκες και τις οικογένειές τους (Μια διεπιστημονική προσέγγιση) (23ο μέρος)

Ιαν 9, 2018 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

2.3. Οι στάσεις απέναντι στα άτομα με αναπηρίες

2.3.1. Επισκόπηση της βιβλιογραφίας

Οι Drummond & Ryan (1995, p.211) παρουσιάζουν αποτελέσματα ερευνών του 1991, τα οποία δείχνουν ότι το 98% των συμμετεχόντων πιστεύει ότι τα α.μ.ε.α. θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν ισότιμα σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, ενώ το 92% θεωρεί ότι η απασχόληση των ατόμων αυτών θα αποφέρει οικονομικά οφέλη στο σύνολο. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 77% των συμμετεχόντων νιώθει οίκτο για τα α.μ.ε.α..

O Blumberger (2001) παρουσιάζει τα αποτελέσματα ερευνών σχετικά με τις στάσεις των Ευρωπαίων απέναντι στα α.μ.ε.α.:

Περισσότεροι από το 5% των Ευρωπαίων πολιτών στα 15 μέλη κράτη θεωρούν τους εαυτούς τους ως αναπήρους, ενώ το 57% θεωρεί ότι δεν έχει επαρκείς γνώσεις σχετικά με τις αναπηρίες. Μόλις το 48% πιστεύει ότι είναι επαρκώς ενημερωμένο για την αναπηρία στην αίσθηση της όρασης. Ωστόσο, αμφισβητείται η ποιότητα της γνώσης των ανθρώπων αυτών σχετικά με την τυφλότητα. Το 97% των Ευρωπαίων θεωρεί ότι πρέπει να υποστηριχθεί η ενσωμάτωση των αναπήρων ανθρώπων στην κοινωνία, ενώ το 93% θα πρόσφερε περισσότερα χρήματα για να λείψουν τα εμπόδια εκείνα που δυσκολεύουν τη ζωή των αναπήρων.

Οι Westbrook, Legge and Pennay (1993, p. 615) μελετούν τα αποτελέσματα ερευνών σχετικά με τις στάσεις διαφόρων εθνοτήτων απέναντι στα α.μ.ε.α. και παρατηρούν ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές ανάμεσά τους. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι Έλληνες έχουν από τις πιο αρνητικές στάσεις απέναντι στην αναπηρία, ενώ οι Αμερικανοί από τις πιο θετικές. Οι μελετητές αυτοί, παρουσιάζουν τα αποτελέσματα της έρευνας που έγινε σε διάφορες εθνότητες της Αυστραλίας, ηπείρου που θεωρήθηκε ιδανική για διεξαγωγή μιας διαπολιτισμικής έρευνας. Οι εθνότητες που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν 665 άτομα διαφορετικών εθνοτήτων της Αυστραλίας, οι οποίοι εργάζονταν στον ιατρικό τομέα, δηλαδή Αγγλο-Αυστραλοί (177), Αραβόφωνες (75), Κινέζοι (133), Γερμανοί (53), Έλληνες (116) και Ιταλοί (111). Οι αριθμοί έδειξαν ότι η Ελληνική κοινότητα αποδέχτηκε λιγότερο από τις υπόλοιπες, δέκα αναπηρίες: άσθμα, διαβήτης, καρδιακές νόσοι, ακρωτηριασμοί, καρκίνος, τραύλισμα, τυφλότητα, επιληψία, παραπληγία και AIDS. Οι Έλληνες φάνηκε ότι αποδέχονται την αναπηρία στην αίσθηση της όρασης (σύμφωνα με κλίμακα που το 5 αντιστοιχεί σε υψηλή αποδοχή και το 1 σε χαμηλή αποδοχή της αναπηρίας) στο βαθμό 3,26, ενώ ανάμεσα σε 20 αναπηρίες, η τυφλότητα γίνεται αποδεκτή με σειρά 11, ξεκινώντας την ιεράρχηση από την περισσότερο αποδεκτή αναπηρία. Μάλιστα, στο σύνολό τους οι εθνότητες αποδέχονται την τυφλότητα με σειρά 11, ανάμεσα στις 20 αναπηρίες και βαθμό 3,44 (Westbrook, Legge and Pennay, 1993, p. 619).

Οι Westbrook, Legge and Pennay (1993, p. 615) αναφέρονται στα ακόλουθα, σχετικά με τις στάσεις απέναντι στην αναπηρία και την εξέλιξή τους:

Φαίνεται ότι στις ανεπτυγμένες χώρες, οι στάσεις απέναντι στην αναπηρία σταδιακά γίνονται θετικότερες. Αλλαγή των στάσεων προς το θετικότερο στις Δυτικές Κοινωνίες, παρατηρήθηκε από το 18ο αι. με την εμφάνιση του ιατρικού μοντέλου. Η αναπηρία δε θεωρείται πια ως ανίατη ασθένεια που προκαλείται από υπερφυσικά αίτια. Ο αγώνας για τα πολιτικά δικαιώματα του ανθρώπου και η ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης συντέλεσαν στη διαμόρφωση θετικότερων στάσεων. Ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι προκατάληψη απέναντι στην αναπηρία τροφοδοτήθηκε από την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την έμφαση που αυτός έδωσε στην ατομικότητα, τα προσωπικά επιτεύγματα και την ανεξαρτησία.

Οι Berry και Jones (1991, pp. 673-684) μελετούν τα αποτελέσματα έρευνας που έγινε σε δείγμα σπουδαστών κολεγίου, με σκοπό να ερευνηθούν οι στάσεις των ανθρώπων χωρίς αναπηρία απέναντι στους ανθρώπους με αναπηρία μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις περιβάλλοντος και επομένως κάτω από ορισμένες συνθήκες επαφής με τους αναπήρους. Οι μελετητές αυτοί αναφέρουν ότι σε προηγούμενη έρευνα (η οποία εξέταζε τις στάσεις που αναπτύσσονται σε περιβάλλον εργασίας, σε συνθήκες γάμου και στην περίπτωση ραντεβού μεταξύ αναπήρων και μη αναπήρων) έχει φανεί πως ο βαθμός αποδοχής των αναπήρων ατόμων εξαρτάται από το βαθμό οικειότητας μεταξύ μη αναπήρου και αναπήρου, η οποία επιβάλλεται από τη συγκεκριμένη κατάσταση περιβάλλοντος (Berry και Jones, 1991, p. 675). Υψηλότερος βαθμός αποδοχής της αναπηρίας φάνηκε ότι σχετίζεται περισσότερο με τις σχέσεις που αναπτύσσονται σε περιβάλλον εργασίας, ενώ χαμηλότερος αποδοχής φάνηκε ότι σχετίζεται με καταστάσεις που αφορούν στην προοπτική του γάμου.

Στη δική τους έρευνα οι Berry και Jones (1991, pp. 678-682) έδειξαν τα ακόλουθα:

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα με περισσότερο αρνητική στάση απέναντι στην αναπηρία φάνηκε να αναφέρουν περισσότερο άγχος και κατάθλιψη από τους συμμετέχοντες με θετικότερη στάση. Οι συμμετέχοντες που χαρακτήρισαν κάποιες καταστάσεις επαφής με αναπήρους ανθρώπους ως πολύ απειλητικές, φάνηκε να αναφέρουν περισσότερο άγχος από τους συμμετέχοντες που χαρακτήρισαν τις καταστάσεις αυτές ως λίγο απειλητικές. Οι συμμετέχοντες με περισσότερο αρνητική στάση, συγκριτικά με τους συμμετέχοντες με θετικότερη στάση, φάνηκε να αναμένουν μεγαλύτερη αλλαγή στη συνηθισμένη τους συμπεριφορά κατά τη συναναστροφή τους με αναπήρους ανθρώπους, μεγαλύτερη επιθυμία να ξεφύγουν από την κατάσταση και να ελέγξουν τη συχνότητα μιας ενδεχόμενης επαφής με αναπήρους, καθώς και μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης για τα δικά τους συναισθήματα και τις πράξεις τους. Οι συμμετέχοντες που χαρακτήρισαν κάποιες καταστάσεις επαφής με αναπήρους ως πολύ απειλητικές, συγκριτικά με τους συμμετέχοντες που τις χαρακτήρισαν ως λίγο απειλητικές, φάνηκε να αναμένουν μεγαλύτερη αλλαγή στη συνηθισμένη τους συμπεριφορά κατά τη συναναστροφή τους με αναπήρους ανθρώπους, μεγαλύτερη επιθυμία να ξεφύγουν από την κατάσταση και να ελέγξουν τη συχνότητα μιας ενδεχόμενης επαφής με αναπήρους. Ολόκληρη η έρευνα έδειξε ότι σημαντική διάδραση ανάμεσα στη στάση του μη αναπήρου ατόμου και στη συγκεκριμένη κατάσταση επαφής με το ανάπηρο άτομο υφίσταται μόνο ως προς το περιγραφικό επίθετο surprising.

Επιπλέον, οι συμμετέχοντες στην έρευνα φάνηκε ότι αντιμετωπίζουν την ιδέα της συμμετοχής τους σε καταστάσεις όπου αφορούν και σε ανάπηρα άτομα, ως εξής:

α) χαρακτήρισαν τις καταστάσεις ως αδιάφορες ή ενοχλητικές,
β) δήλωσαν έλλειψη εμπειρίας,
γ) δήλωσαν ότι θα αισθάνονταν ανησυχία ή απειλή,
δ) χαρακτήρισαν τις καταστάσεις ως περίεργες και αφύσικες.

Από την έρευνα φάνηκαν και τα εξής:

Τόσο οι στάσεις των συμμετεχόντων όσο και ο βαθμός της απειλής η οποία εκπορεύεται από την κατάσταση επαφής μη αναπήρων και αναπήρων, φάνηκε ότι συντελούν στην ανάπτυξη αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων στους μη αναπήρους. Τόσο οι αρνητικές στάσεις όσο και οι καταστάσεις επαφής που απαιτούσαν περισσότερη οικειότητα, συνδέονται με το άγχος. Η κατάθλιψη φάνηκε να σχετίζεται μόνο με τις στάσεις, ενώ η εχθρικότητα φάνηκε να μην αναπτύσσεται σημαντικά τουλάχιστον στο συγκεκριμένο δείγμα. Όσο περισσότερο αρνητική είναι η στάση των μη αναπήρων και όσο περισσότερο οικεία και επομένως απειλητική η επαφή τους με τους αναπήρους σε μία κατάσταση, τόσο μεγαλύτερη είναι η αίσθηση των μη αναπήρων ότι χάνουν τον έλεγχο, αλλά και η επιθυμία τους να αποφύγουν την κατάσταση. Ακόμη και άτομα με θετική στάση απέναντι στην αναπηρία φάνηκε να αντιδρούν αρνητικά απέναντι στο ενδεχόμενο μιας μη αναμενόμενης επαφής με ανάπηρο άτομο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ερευνητές θεωρούν σκοπιμότερη την προετοιμασία των αναπήρων ανθρώπων ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τις αρνητικές στάσεις και τις περιπτώσεις όπου έρχονται σε επαφή με μη αναπήρους, παρά την αλλαγή των στάσεων των μη αναπήρων. Σκόπιμη κρίνεται και η προετοιμασία των μη αναπήρων για τις ενδεχόμενες επαφές τους με αναπήρους ανθρώπους.

H Tillsley (1996) αναφέρει τα αποτελέσματα έρευνας του RNIB (1996) σχετικά με την πρόσβαση στην εργασία των α.μ.π.ο.. Η έρευνα αυτή, μεταξύ άλλων, έδειξε ότι αν και το μορφωτικό επίπεδο των ατόμων μπορεί να βελτιώσει τις προοπτικές εργασίας τους, ωστόσο, ο βαθμός της αναπηρίας στην αίσθηση της όρασης θα καθορίσει αν τα άτομα αυτά διατηρήσουν τη θέση τους. Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες, αισθάνονταν ότι η επαγγελματική τους καριέρα εμποδίζεται τόσο από την αναπηρία τους όσο και από τις στάσεις των εργοδοτών απέναντί τους. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα εξέφρασαν την πεποίθηση ότι οι προοπτικές τους στην αγορά εργασίας θα βελτιώνονταν, εάν άλλαζε η στάση της κοινωνίας απέναντι στην αναπηρία και αφυπνιζόταν η συνείδηση των εργοδοτών ώστε να κατανοήσουν τις ανάγκες τους.

Μετάβαση στο περιεχόμενο