1.15. Κατηγοριοποίηση των ατόμων με Ν.Υ
Μπορεί να κατηγοριοποιήσει κανείς τα άτομα με Ν. Υ χρησιμοποιώντας έναν από τους τρεις παρακάτω παράγοντες :
1ο. Τις αιτίες πρόκλησης
2ο. Το βαθμό της νοητικής υστέρησης
3ο. Τις εκπαιδευτικές ανάγκες και την εκδηλούμενη συμπεριφορά.
1.15.1. Αιτίες πρόκλησης
Κατά την ΑΑMR το σύνολο των ατόμων με Ν. Υ υποδιαιρείται σε δύο ευδιάκριτες υποομάδες βάσει της γενικής αιτιολογίας.
α. Στην πρώτη ομάδα, που αποτελεί περίπου το 25% του πληθυσμού των νοητικά υστερημένων, συμπεριλαμβάνονται οι « κλινικοί τύποι ». Τα άτομα αυτής της ομάδας παρουσιάζουν κάποια παθολογία του νευρικού συστήματος, μέτρια ή χαμηλή νοητική κατάσταση, έχουν ταυτόχρονα φυσικές αναπηρίες ή σύνδρομα, και εντοπίζονται συνήθως κατά τη γέννηση ή στην πρώτη παιδική ηλικία.
β. Η δεύτερη ομάδα, που αποτελεί την πλειοψηφία των περιπτώσεων, αποτελείται από άτομα που δεν έχουν καμία προφανή νευρολογική βλάβη, δεν παρουσιάζουν προφανή σημάδια υστέρησης, ενεργούν ως ελαφρά νοητικά υστερημένα και κοινωνικά ανήκουν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, στις χαμηλότερες κοινωνικοοικονομικές ομάδες. Η διάγνωση των ατόμων της ομάδας αυτής εντοπίζεται χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια των σχολικών ετών.
1.15.2. Βαθμός νοητικής υστέρησης
Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιεί ως πεδίο αναφοράς της κατηγοριοποίησης το βαθμό της υστέρησης. Τόσο η AAMR όσο και το DSM – IV προσδιορίζουν την ίδια διάκριση μεταξύ τεσσάρων ομάδων σε συνάρτηση με το επίπεδο σοβαρότητας όπως καθορίζεται από τον Δ.Ν όπως προκύπτει από τα test. Οι ομάδες αυτές φαίνονται στο παρακάτω ΠΙΝΑΚΑ 2:
ΠΙΝΑΚΑΣ: 2
Δ.Ν: 50 – 55 ως 70
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ: Ελαφρά Ν.Υ
Δ.Ν: 35-40 ως 50-55
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ: Μέτρια Ν.Υ
Δ.Ν: 20-24 ως 35-40
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ: Σοβαρή Ν.Υ
Δ.Ν: Κάτω από 20-25
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ: Βαριά Ν.Υ
Δ.Ν: ;
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ: Απροσδιόριστη Ν.Υ
1.15.3. Εκπαιδευτικές ανάγκες – συμπεριφορά
Η κατηγοριοποίηση αυτή αναπτύχθηκε από το σχολικό σύστημα για να καθορίσει τον τρόπο εγγραφής στις ειδικές εκπαιδευτικές μονάδες και τη δυνατότητα ωφελείας μέσα από τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Βασίζεται επίσης στο Δ. Ν και διακρίνει τρεις ομάδες:
1η. Εκπαιδεύσιμοι με Ν. Υ, Δ. Ν 50-70 έως και 75
2η. Ασκήσιμοι με Ν. Υ και Δ. Ν 30-50
3η. Βαριά νοητικά υστερημένοι με Δ. Ν κάτω του 30
Αυτή θεωρείται από την άποψη της εκπαιδευτικής προσέγγισης ως παλιά ταξινόμηση και δεν χρησιμοποιείται. Κατά τους Sinclair και Forness
Από εκπαιδευτική άποψη τα παιδιά ελαφρά Ν.Υ. έχουν την ικανότητα να εξελιχθούν σε τρεις περιοχές:
α. Εκπαιδευτικά, μπορεί να τελειώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, (Δημοτικό Σχολείο και Γυμνάσιο ).
β. Κοινωνικά, μπορούν να έχουν αυτόνομη διαβίωση μέσα στην κοινωνία.
γ. Επαγγελματικά, να εξελιχθούν σε μερικά ή πλήρως εργαζόμενο ενήλικα.
Οι McLaren και Bryson, 1987 αναφέρουν ότι η ελαφρά Ν. Υ αφορά το 1% των νοητικά υστερούντων ατόμων. Αυτό το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό οφείλεται από τη μια μεριά στα όλο και ακριβέστερα αποτελέσματα προσδιορισμού του Δ. Ν, (λιγότερο από 70), και από την άλλη σε μια τάση αύξησης του Δ. Ν σ’ ολόκληρο τον πληθυσμό έτσι που μερικά παιδιά με ελαφρά, ήπια Ν. Υ βελτιώνουν σημαντικά τις μαθησιακές τους ικανότητες.
Ένα παιδί με μέτρια Ν.Υ μπορεί:
α. Να επιτύχει ως ενήλικας έναν βαθμό κοινωνικής παρουσίας.
β. Ν’ αποκτήσει τις βασικές σχολικές γνώσεις.
γ. Ν’ αποκτήσει μερικές επαγγελματικές δεξιότητες.
Είναι σε θέση ν’ αποκτήσει ικανότητες αυτοεξυπηρέτησης, ( να ντύνεται, να ξεντύνεται, να χρησιμοποιεί σωστά το μπάνιο, να τρώει). Μπορεί να προστατεύεται από τους κοινούς κινδύνους στο σπίτι, τη γειτονιά και σχολείο, αποδέχεται τους κοινωνικούς κανόνες (συνεργάζεται, μοιράζεται, σέβεται τα ξένα πράγματα). Μπορεί να μάθει να διαβάζει και να μετρά. Αναγνωρίζει βασικά σήματα της τροχαίας και μπορεί να εργαστεί σε προστατευόμενο περιβάλλον ή να κάνει μια στερεότυπη εργασία υπό επίβλεψη.
Κατά το παρελθόν τόσο οι εκπαιδευτικοί όσο και άλλοι ειδικοί επαγγελματίες είχαν υποτιμήσει αυτά που μπορούν να κάνουν τα άτομα με τη μέτρια Ν. Υ, αφού λάβουν την κατάλληλη εκπαίδευση και λειτουργήσουν μέσα στο κατάλληλο περιβάλλον. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα επιτυγχάνουν περισσότερα απ’ ότι στο παρελθόν μέσα στην κοινωνία
υς Τα σοβαρά και βαριά υστερημένα παιδιά έχουν ν’ αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιες δυσκολίες που τα εμποδίζουν ν’ αντεπεξέρχονται στις κανονικές εκπαιδευτικές διαδικασίες. Το ειδικό εκπαιδευτικό περιβάλλον και τα ατομικά προγράμματα είναι αυτά που μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά να αναπτύξουν τις υπάρχουσες ικανότητές τους.
Κατά την AAMR υπάρχουν εννέα ομάδες παραγόντων που μπορούν να προκαλέσουν ή να συμβάλουν στη Ν.Υ:
1. Μολύνσεις και δηλητηριάσεις
2. Τραύματα και φυσικοί παράγοντες
3. Ο μεταβολισμός και η ανεπαρκής διατροφή
4. Εγκεφαλικές παθήσεις
5. Άγνωστες προγενετικές επιδράσεις
6. Χρωμοσωματικές ανωμαλίες
7. Κινητικές διαταραχές
8. Ψυχιατρικές διαταραχές
9. Περιβαλλοντικές επιδράσεις.
