Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 7ο

Σεπ 15, 2022 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 7ο

 

1.2.3.     Εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης: Ιστορική αναδρομή

 

1.2.3.1. Σε παγκόσμιο επίπεδο

 

Η εκπαίδευσή των μαθητών με προβλήματα όρασης χωρίζεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους, ανάλογα με τις αντιλήψεις της κοινωνίας και τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν από αυτήν. Συγκεκριμένα, οι τρεις αυτές αντιλήψεις χαρακτηρίζονται από α) αδιαφορία ή διαχωρισμό και απομόνωση αυτών των ατόμων από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, β) ανθρωπιστικές διαθέσεις και αισθήματα οίκτου και γ) κοινωνική ενσωμάτωση και ένταξη (Nordstrom, 1986).

Στην αρχαιότητα οι ανάπηροι θυσιάζονταν για την ευημερία της κοινωνίας. Τα ανάπηρα άτομα είχαν διαφορετική αντιμετώπιση από τον χριστιανισμό. Στις αρχές του Μεσαίωνα ιδρύθηκαν άσυλα ή ξενώνες για τους τυφλούς. Αν και έγιναν κάποιες προσπάθειες για την εκπαίδευση των τυφλών ατόμων, ωστόσο στα χρόνια 1200-1700 βασικό χαρακτηριστικό ήταν ο οίκτος ή οι ανθρωπιστικές διαθέσεις (Nordstrom, 1986).

Κατά τη διάρκεια της ζωής του Μότσαρτ (1756-1791) ιδρύθηκαν τα πρώτα σχολεία για τυφλούς, ήταν διαθέσιμα σε λίγα άτομα ενώ η εκπαίδευση τους ξεκίνησε με ατομική και φιλανθρωπική προσπάθεια. Στόχος της πολιτείας ήταν η υποστήριξη και ενίσχυση του εθελοντισμού, η διερεύνηση των ελλείψεων που υπήρχαν στα ιδρύματα και η δημιουργία ενός πλαισίου, όπου με τη συνεργασία δημόσιων και εθελοντικών οργανισμών, να διαπιστωθεί ότι όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από την αναπηρία τους, έλαβαν την κατάλληλη εκπαίδευση (TWR, 1978).

Για την επαγγελματική μόρφωση και αποκατάσταση των τυφλών ατόμων οι πρώτες προσπάθειες ξεκίνησαν τον 18ο αιώνα (Κυπριωτάκης 2000). Στην Ευρώπη το πρώτο σχολείο για τυφλά παιδιά ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1784 από τον Valentine Hauy, ο οποίος δημιούργησε έναν κώδικα γραφής και ανάγνωσης για τυφλά άτομα και τύπωσε κείμενα σε απτική μορφή χρησιμοποιώντας τον κώδικά του (Παπαδόπουλος, 2006). Το «Εθνικό Ινστιτούτο» για νεαρούς τυφλούς απευθύνονταν σε τυφλούς και βλέποντες φοιτητές, για να μην απομονώνεται ο τυφλός από τους συνομηλίκους του. Την επόμενη δεκαπενταετία, μετά το σχολείο αυτό δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη επτά όμοια σχολεία (Τζουριάδου, 1995). Πριν από τότε, ελάχιστα παιδία με τύφλωση εκπαιδεύτηκαν σε κάποιο βαθμό σε τοπικά σχολεία, τα οποία παρακολουθούσαν το πρόγραμμα των παιδιών με όραση (Παπαδόπουλος, 2006).

Το 1791 λειτούργησε το πρώτο σχολείο για άτομα με προβλήματα όρασης στο Λίβερπουλ (Παπαδόπουλος, 2006). Το σχολείο ιδρύθηκε από τον Henry Dannette και στόχος του ήταν να εκπαιδευτούν οι τυφλοί μαθητές και ενήλικες και των δύο φύλων στη χειροτεχνία και στη μουσική. Όμως, οι μαθητές διδάσκονταν προκειμένου να κερδίζουν τα απαραίτητα εφόδια για τη ζωή, καθώς δε δόθηκε έμφαση στην εκπαίδευσή τους. Αργότερα, λειτούργησε άσυλο στο Εδιμβούργο και στο Μπρίστολ (1793), η σχολή για τυφλούς στο Λονδίνο (1800) και το άσυλο και σχολείο για τυφλούς στο Νόργουϊτς (1805). Αυτά τα ιδρύματα είχαν ως στόχο την επαγγελματική κατάρτιση για μελλοντική απασχόληση, ενώ τα έσοδά τους στηρίζονταν στα κέρδη των εργαστηρίων (TWR, 1978).

Τα επόμενα χρόνια τα σχολεία για τυφλούς είχαν στόχο την παροχή στοιχειώδους εκπαίδευσης. Ειδικότερα, στη σχολή Yorkshire, το 1835, διδάσκονταν η ανάγνωση, η γραφή και η αριθμητική, ενώ το σχολείο που ιδρύθηκε στο Λονδίνο, το 1838, έδωσε έμφαση στην ανάγνωση των τυφλών, αφού θεωρούσε ότι η παροχή γενικής εκπαίδευσης ήταν βασική για τη μελλοντική εκπαίδευση σε χειρωνακτικές εργασίες. Επίσης, το Γενικό Ίδρυμα για τους τυφλούς στο Μάντσεστερ, το 1838, είχε ως στόχο την παροχή εκπαίδευσης των τυφλών, αλλά μέχρι το 1870 υπήρχαν μόνο δώδεκα θεσμοί για τους τυφλούς που είχαν τη μορφή κέντρων κατάρτισης, με αποτέλεσμα να επωφεληθεί μόνο ένα μικρό ποσοστό τυφλών ατόμων (TWR, 1978). Αργότερα, σε ορισμένες χώρες (Σαξονία, Πρωσία) θεσμοθετήθηκε η υποχρεωτική φοίτηση των τυφλών στο σχολείο, ιδρύθηκαν σχολεία για διάφορες βαθμίδες και καθιερώθηκε ο θεσμός για την ειδική εκπαίδευση για τους εκπαιδευτικούς των τυφλών μαθητών (Λιοδάκης, 2000).

Ιστορικά, τα παιδιά με τύφλωση και προβλήματα όρασης ήταν από τα πρώτα παιδιά με αναπηρίες που έλαβαν δημόσια εκπαίδευση (Ferrell, 2007). Το πρώτο σχολείο για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες ιδρύθηκε το 1829 στη Βοστώνη και η πρώτη τάξη δημόσιου σχολείου για μαθητές με προβλήματα όρασης άνοιξε στο Σικάγο το 1900 (P. Hatlen, 2000). Η δημόσια εκπαίδευση για παιδιά με όλες τις αναπηρίες στις ΗΠΑ δεν ήταν υποχρεωτική μέχρι την ψήφιση του νόμου για την εκπαίδευση για όλα τα άτομα με ειδικές ανάγκες το 1975.

Οι Sapp και Hatlen (Sapp & Hatlen, 2010) υποστηρίζουν ότι οι εκπαιδευτικοί μαθητών με προβλήματα όρασης πρωτοστάτησαν στην εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς. Το 1837, ο Samuel G. Howe, ο πρώτος διευθυντής του New England Asylum της Βοστώνης, τόνισε ότι οι εκπαιδευτικές ρυθμίσεις απέδιδαν ιδιότητες που παρήγαγαν αποτελεσματικές παρεμβάσεις. Ο Howe υποστήριξε τις πεποιθήσεις ότι τα τυφλά παιδιά πρέπει να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες, εμπειρίες και ελπίδες ως παιδιά με όραση (McGinnity, Seymour-Ford, & Andries, 2004). Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, ο κοινωνικός δαρβινισμός αντικατέστησε τον συντηρητισμό ως το κύριο σκεπτικό για άτομα που ήταν διαφορετικά από αυτά του γενικού πληθυσμού, και ως εκ τούτου πιο διαχωρισμένα προγράμματα και ρυθμίσεις έγιναν ο κανόνας (McGinnity et al., 2004). Στην αρχή του εικοστού αιώνα, τα παιδιά με αναπηρίες εξακολουθούσαν συχνά να αποκλείονται από τα δημόσια σχολεία και να κρατούνται στο σπίτι, αν και όχι θεσμικά. Προκειμένου να ανταποκριθούν στο νέο πληθυσμό μαθητών με αναπηρία που εισέρχονται στα σχολεία, οι σχολικοί υπάλληλοι δημιούργησαν ακόμη πιο ειδικά τμήματα στα δημόσια σχολεία (Mock et al., 2002).

Για τους μαθητές με μειωμένη όραση οι πρώτες ειδικές τάξεις ιδρύθηκαν το 1908 στο Boundary Lane στην Αγγλία από τους Janes Kerr και Harrnon και αργότερα σε άλλα σχολεία της Αγγλίας και της Σκωτίας. Στις Η.Π.Α αντίστοιχες τάξεις ιδρύθηκαν το 1913 στη Βοστώνη και αργότερα στο Ινστιτούτο Perkins. Έπειτα, ακολούθησε η ίδρυσή τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι αίθουσες αυτές αρχικά ονομάστηκαν τάξεις μυώπων ή ημίτυφλων, τάξεις συντηρήσεως των οφθαλμών, τάξεις για την προστασία της όρασης, κ.τ.λ. (Λιοδάκης, 2000). Όταν ξεκίνησαν τη λειτουργία τους, η διδασκαλία γίνονταν προφορικά ενώ απαγορεύονταν η γραφή και η ανάγνωση. Αργότερα η πρακτική αυτή άλλαξε και επιτρεπόταν η γραφή στον πίνακα (Παπαδόπουλος, 2006).

Μετά από σχεδόν έναν αιώνα συζητήσεων για την τοποθέτηση, οι ειδικοί παιδαγωγοί στη δεκαετία του 1960 άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους στη δημιουργία περιβάλλοντος για την παροχή υπηρεσιών που βασίζεται σε μια συνέχεια επιλογών τοποθέτησης που θα ικανοποιούσε τις ανάγκες όλων των μαθητών με αναπηρίες και όχι ένα μοντέλο που να ταιριάζει σε όλα τα μεγέθη. Το κίνημα για τα δικαιώματα του πολίτη έθεσε την ειδική εκπαίδευση ως ζήτημα πρόσβασης των μειονοτικών ομάδων (άτομα με αναπηρία) στα εκπαιδευτικά προνόμια που παρείχε η πλειοψηφία. Αυτό οδήγησε στην έναρξη μιας περιόδου νομοθετικών εντολών που απαιτούσε εκπαιδευτικές υπηρεσίες για παιδιά με αναπηρίες σε λιγότερο περιοριστικό περιβάλλον. Ο νόμος περί εκπαίδευσης ατόμων με αναπηρίες προωθεί ότι η ιδέα του λιγότερου περιοριστικού περιβάλλοντος ξεκινά με την τοποθέτηση σε κανονική τάξη εκπαίδευσης. Αυτού του είδους η τακτική αυξάνει την πιθανότητα τα παιδιά να τοποθετηθούν σε ένα περιβάλλον που είναι κατάλληλο για τις συγκεκριμένες ανάγκες τους (AFB, 2011).

Το λιγότερο περιοριστικό περιβάλλον έχει τεθεί σε λειτουργία με πολλούς τρόπους, υπό πολλούς διαφορετικούς τίτλους, οι οποίοι έχουν απώτερο στόχο την παροχή υπηρεσιών και υποστήριξης σε μαθητές με αναπηρία σε γενικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. Ένας τέτοιος όρος που χρησιμοποιήθηκε ήταν “mainstreaming” που υποστήριζε την επιστροφή των μαθητών με αναπηρία στην κανονική τάξη όποτε και όπου ήταν δυνατόν (Yell, 2005). Στη δεκαετία του 1980, εμφανίστηκε η Πρωτοβουλία Τακτικής Εκπαίδευσης (REI) για να επιστρέψει την ευθύνη για την εκπαίδευση όλων των μαθητών στα σχολεία της γειτονιάς και τους τακτικούς εκπαιδευτικούς της τάξης. Αυτή η κίνηση απευθυνόταν περισσότερο σε παιδιά μειονότητας ή σε μειονεκτική θέση και δεν είχε τη δυναμική που απαιτείται για να συμπεριλάβει μαθητές με αναπηρία στις προσπάθειές της.

Τη δεκαετία του 1990, το κίνημα για την εκπαίδευση παιδιών με αναπηρίες με τους τυπικούς συνομηλίκους τους επαναπροσδιορίστηκε και εισήχθη ο όρος «ένταξη». Το κίνημα για τη συνεκπαίδευση ζήτησε την εκπαίδευση όλων των μαθητών με αναπηρία στην τάξη γενικής εκπαίδευσης χρησιμοποιώντας ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα που να ανταποκρίνεται σε όλους τους μαθητές. Οι οπαδοί του Howe (Mock et al., 2002), υποστήριξαν τα ιδανικά της κατάλληλης διδασκαλίας που παρέχεται σε μαθητές με προβλήματα όρασης με πρόσβαση σε περιεχόμενο όπως και οι συνομήλικοί τους χωρίς αναπηρία. Όπως και πολλές άλλες ομάδες υπεράσπισης, το Αμερικανικό Ίδρυμα Τυφλών (AFB, 2011) πρότεινε τους όρους συμπερίληψη και πλήρη ένταξη. Η συμπεριληπτική εκπαίδευση χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη φιλοσοφία ότι όλοι οι μαθητές με αναπηρία παρά τη μορφή ή τη σοβαρότητα αναπηρίας τους, ακολουθούν ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο πλαίσιο της γενικής εκπαίδευσης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο