Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 8ο

Σεπ 15, 2022 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 8ο

 

1.2.3.2. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα

 

Η σκέψη τα τυφλά παιδιά να φοιτούν σε τάξεις γενικών σχολείων, δεν είναι καινούργια (Cole & Meyer, 1991). Από το 1859, στη Γαλλία και στη Γερμανία, πολλά από τα τυφλά παιδιά παρακολουθούσαν τμήματα σε γενικά σχολεία, μαζί με βλέποντες. Παρόλο που πολλοί τάχθηκαν υπέρ της φοίτησης των τυφλών μαθητών σε γενικές τάξεις εκπαίδευσης, ήταν πολλοί ωστόσο και αυτοί που αντιτάχθηκαν στην ιδέα, αμφισβητώντας το όφελος της φοίτησης των τυφλών σε γενικά σχολεία, και υποστήριξαν την εκπαίδευση των τυφλών μαθητών σε ξεχωριστά, ειδικά σχολεία (Mushoriwa, 2003).

Στην Ελλάδα, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι προσπάθειες για την εκπαίδευση των τυφλών ατόμων προέρχονταν από την εκκλησία και από ιδιώτες ευεργέτες, όπου κύριο χαρακτηριστικό αυτής της προσπάθειας ήταν ο οίκτος απέναντι στη συγκεκριμένη ομάδα (Κουτάντος, 2005). Το πρώτο σχολείο για τους τυφλούς, ο «Οίκος Τυφλών», ιδρύθηκε το 1906 και είχε αρχικό σκοπό την προστασία, την εκπαίδευση και περίθαλψη τυφλών παιδιών και εφήβων ηλικίας 7-18 ετών, εγκαινιάζοντας την πρώτη προσπάθεια περίθαλψης και εκπαίδευσης τυφλών παιδιών. Αρχικά, στο ίδρυμα, υπό την διεύθυνση της Ειρήνης Λασκαρίδου, ξεκίνησε να λειτουργεί ένα ειδικό νηπιαγωγείο για τυφλούς μαθητές, στο οποίο η φοίτηση ήταν διετής, ενώ το 1928 λειτούργησαν τέσσερις τάξεις ειδικού Δημοτικού Σχολείου. Οι οικότροφοι του ιδρύματος παρακολουθούσαν το αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας και, ταυτόχρονα, τους παρέχονταν οι πρώτες γνώσεις της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας, ενώ διδάσκονταν και η ενόργανη μουσική (Στασινός, 1991).

Στον «Οίκο Τυφλών» ιδρύθηκαν από την δεκαετία του 1940 και κυρίως το 1950 τμήματα εκπαίδευσης τυφλών, οι οποίοι έπασχαν και από άλλου είδους αναπηρίες, όπως νοητική καθυστέρηση και κώφωση. Το 1979, το Προεδρικό διάταγμα 265/1979, μετέτρεψε τον «Οίκο Τυφλών» σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μετονομάζοντάς τον σε Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών (Κ.Ε.Α.Τ.) που είχε στόχο την εφαρμογή εκπαιδευτικών προγραμμάτων και προγραμμάτων αποκατάστασης και την παροχή διαφόρων υπηρεσιών στους τυφλούς, ηλικίας 3-22 ετών (Λιοδάκης, 2000)

Σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα, βασική αποστολή του ΚΕΑΤ ήταν η κάλυψη των ειδικών εκπαιδευτικών και επαγγελματικών αναγκών όλων των τυφλών ατόμων ανεξαρτήτως ηλικίας, προκειμένου να επιτευχθεί η ομαλή ένταξη τους στην κοινωνία, να αποκτήσουν την ανεξαρτησία και την αυτονομία τους και γίνουν παραγωγικά άτομα, καθώς και να αμβλυνθούν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν λόγω της τύφλωσης, μέσω της χρήσης μεθόδων, κατάλληλων οργάνων και ειδικών προγραμμάτων εκπαίδευσης.

Σκοπός των προγραμμάτων αυτών ήταν, σύμφωνα με το ΠΔ 265/1979, να αποκατασταθούν οι επιπτώσεις της τύφλωσης και να γίνουν προσπάθειες για να επιτευχθεί η κατάρριψη εμποδίων, νομικών και κοινωνικών, τα οποία επηρέαζαν τη συμμετοχή των τυφλών ατόμων σε διάφορους τομείς της επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής. Σήμερα για την εκπαίδευση των τυφλών μαθητών, συνεχίζουν να λειτουργούν πέντε συνολικά ειδικά νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία σε μεγάλες πόλεις όπως στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη, στην Ξάνθη, στην Πάτρα και στα Ιωάννινα, ενώ ειδικά σχολεία για τους τυφλούς μαθητές δεν υπάρχουν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Το Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λειτουργεί στην Αθήνα ως Κεντρική Υπηρεσία και στη Θεσσαλονίκη ως Περιφερειακή Διεύθυνση-Παράρτημα και καλύπτει τις ανάγκες των νέων και ενήλικων ατόμων με οπτική αναπηρία σε εθνικό επίπεδο. Κύριος στόχος του Κέντρου είναι η ανεξαρτησία και η αυτονομία των ατόμων με οπτική αναπηρία και η πλήρης και ομαλή ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην εξειδικευμένη εκπαίδευση και στήριξη των μαθητών, την πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες και την αμοιβαία συνεργασία. Προωθείται η πνευματική, ηθική, κοινωνική και πολιτιστική τους καλλιέργεια σε ένα περιβάλλον σεβασμού προς το άτομο. Οι στόχοι του είναι οι εξής (ΚΕΑΤ, 2017): 1)ενημέρωση, στήριξη και εκπαίδευση των οικογενειών από τις πρώτες μέρες γέννησης του παιδιού, 2)αντιμετώπιση και κάλυψη εκπαιδευτικών, επαγγελματικών και πνευματικών αναγκών των ατόμων με οπτική αναπηρία, 3)εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων και προγραμμάτων εκπαίδευσης με τη χρήση και τη χορήγηση υποστηρικτικής τεχνολογίας, 4)ίδρυση κατάλληλων δομών μόνιμης περίθαλψης για άτομα που λόγω πολλαπλής αναπηρίας ή ηλικίας δεν μπορούν να ενταχθούν σε προγράμματα αποκατάστασης, 5)επιστημονική αντιμετώπιση των οικογενειακών και κοινωνικών επιπτώσεων της τυφλότητας, 6) έρευνα για τη βελτίωση των μεθόδων αποκατάστασης, 7)καταπολέμηση προκαταλήψεων και κατάργηση νομικών και κοινωνικών κωλυμάτων με σκοπό την αναγνώριση ίσων ευκαιριών και της συμμετοχής του τυφλού ατόμου σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής.

Από την προσχολική ηλικία μέχρι το Πανεπιστήμιο, παρέχεται σε μαθητές με οπτική αναπηρία ένα πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης, με στόχο να παρακολουθούν τα προγράμματα όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης. Παράλληλα, λειτουργούν τμήματα που βοηθούν τα άτομα με οπτική αναπηρία να αποκτήσουν τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες που θα συμβάλλουν στην επαγγελματική και κοινωνική τους αποκατάσταση. Επιπλέον, παρέχεται εκπαίδευση σε βλέποντες επιστήμονες που ασχολούνται ή πρόκειται να ασχοληθούν με το χώρο.

Επίσης, παρέχεται συμβουλευτική υπηρεσία σε τυφλά και μερικώς βλέποντα παιδιά και παράλληλα το κέντρο λειτουργεί και ως οικοτροφείο για τους μαθητές Νηπιαγωγείου, Γυμνασίου και Λυκείου που κατάγονται από την επαρχία. Το απόγευμα οι μαθητές του Δημοτικού παρακολουθούν φροντιστηριακά μαθήματα, μαθήματα αγγλικών, γραφομηχανή βλεπόντων, κινητικότητα-προσανατολισμό, δεξιότητες καθημερινής διαβίωσης, γυμναστική, χορό, μουσική, αγγειοπλαστική, ομάδες κοινωνικής οργάνωσης και ψυχαγωγικές επισκέψεις. Για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση λειτουργούν φροντιστηριακά μαθήματα, μαθήματα για οικοκυρικά και χειροτεχνία, μαθήματα κινητικότητας και προσανατολισμού, μαθήματα για δεξιότητες καθημερινής διαβίωσης, για γραφομηχανή βλεπόντων και μουσική (Χιουρέα, 1998).

Η εκπαίδευση παρέχεται εξατομικευμένα, ανάλογα με την οπτική οξύτητα, την ηλικία, την αποδοχή της αναπηρίας και εν γένει τις δυνατότητες του εκπαιδευόμενου. Η εκπαίδευση κινητικότητας και προσανατολισμού και δεξιότητες καθημερινής διαβίωσης περιλαμβάνει ενδεικτικά τις ακόλουθες εννέα δεξιότητες: προκινητικότητα, προσανατολισμός, οργάνωσης της σκέψης, γνώση εννοιών του χώρου, κινητικότητα, κοινωνική αγωγή, προσωπική υγιεινή, ένδυση, νοικοκυριό. Στο κέντρο λειτουργούν τα εξής τμήματα: προνηπιακού σταθμού για παιδιά έως 5 ετών, υποστηρικτικής διδασκαλίας σε μαθήματα Γυμνασίου και Λυκείου, προσανατολισμού- κινητικότητας και δεξιοτήτων καθημερινής διαβίωσης, φυσικής αγωγής και αθλητικών δραστηριοτήτων, εκπαίδευσης στις νέες τεχνολογίες, πιστοποίησης επάρκειας χειρισμού Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και προγραμμάτων (ECDL) και εκπαίδευσης και πιστοποίησης στη γραφή braille (ΚΕΑΤ, 2017).

Σε τάξεις του Δημοτικού σχολείου, οι μη βλέποντες μαθητές παρακολουθούν κανονικά τα μαθήματα στο σχολείο μαζί με τους βλέποντες μαθητές, έχοντας την βοήθεια και την καθοδήγηση ειδικού εκπαιδευτικού. Η καθοδήγηση αυτή παρέχεται είτε μέσα στην τάξη με διακριτικό τρόπο, στο μάθημα συνήθως της γλώσσας, ή σε όποιο μάθημα δυσκολεύονται οι μη βλέποντες μαθητές, είτε σε ξεχωριστή αίθουσα. Ο εκπαιδευτικός της τάξης, συνεργάζεται με τον ειδικό εκπαιδευτικό της ένταξης, προκειμένου να προετοιμάζει στη γραφή braille, οποιοδήποτε υλικό είναι απαραίτητο για τον μη βλέποντα μαθητή. Πέρα από αυτό, όμως, τα παιδιά εκπαιδεύονται και σε μια σειρά εξειδικευμένων μαθημάτων και δεξιοτήτων όπως: Κινητικότητα και προσανατολισμός, χρήση ειδικών υπολογιστών και εργοθεραπεία.

Στα πλαίσια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, υπάρχουν ειδικά διδακτικά και εποπτικά μέσα που βοηθούν τους τυφλούς μαθητές, όπως για παράδειγμα, βιβλία μεταγεγραμμένα σε ανάγλυφη γραφή braille και γραφομηχανές braille, ηλεκτρονικοί υπολογιστές με κατάλληλα εκπαιδευτικά προγράμματα, ανάγλυφοι χάρτες και γεωμετρικά όργανα με ανάγλυφες ενδείξεις, ανάγλυφα εποπτικά υλικά κλπ. Οι τυφλοί μαθητές που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία, όπως και όλοι οι τυφλοί στον υπόλοιπο κόσμο, διαβάζουν με το λεγόμενο «σύστημα braille» (ΚΕΑΤ, 2017).

Πέρα από τον «Οίκο Τυφλών», το 1946 λειτούργησαν και άλλα ειδικά σχολεία όπως ο «Φάρος Τυφλών» και η «Σχολή Τυφλών» στη Θεσσαλονίκη (Κρουσταλάκης, 2000).

Ο «Φάρος Τυφλών της Ελλάδος» ιδρύθηκε για την φυσική, ψυχολογική και κοινωνική προσαρμογή των ατόμων με προβλήματα όρασης και την επαγγελματική τους αποκατάσταση (Χιουρέα, 1998). Με στόχο την εκτύπωση βιβλίων και έντυπων υλικών, ανατέθηκε στον Εμμανουήλ Κεφάκη η επεξεργασία και προσαρμογή του ελληνικού αλφάβητου στη γραφή Braille, με βάση τις οδηγίες της Unesco. Το ελληνικό αλφάβητο στη γραφή Braille εγκρίθηκε σε ειδικό συνέδριο του οργανισμού αυτού στο Παρίσι το 1950 (Στασινός, 1991). Ο Φάρος Τυφλών εξυπηρετούσε τυφλούς ηλικίας 18-35 ετών και έτσι δε διέθετε σχολικά τμήματα ή τάξεις (Στασινός, 1991). Στο Φάρο Τυφλών λειτουργούν επαγγελματικά εργαστήρια, στα οποία οι μαθητές με οπτική αναπηρία εργάζονται και αμείβονται.

Το 1948 λειτούργησε στη Βόρεια Ελλάδα η Σχολή Τυφλών «Ο ΗΛΙΟΣ», στην οποία αρχικά λειτουργούσε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο. Έπειτα, το 1952 η σχολή επεκτάθηκε και σε θέματα σχετικά με την επαγγελματική εκπαίδευση των τυφλών ατόμων και δημιουργήθηκαν εργαστήρια επαγγελματικής κατάρτισης (Στασινός, 1991). Στη Σχολή λειτουργεί νηπιαγωγείο και ειδικό δημοτικό σχολείο και παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα στους μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου, μαθήματα ξένης γλώσσας, Προσανατολισμού-Κινητικότητας, Φυσικής Αγωγής, Γλυπτικής-Αγγειοπλαστικής, Μουσικής, Εργαστήριο Καλαθοπλεκτικής, Υφαντικής και Πλεκτικής (Χιουρέα, 1998).

Επίσης, από το 1950 άρχισε να λειτουργεί η «Αγροτική και Τεχνική Σχολή Τυφλών» στα Σεπόλια, όπου αρχικός στόχος της ήταν να διερευνήσει τις δυνατότητες των τυφλών ατόμων που ήταν από την επαρχία για αγροτική απασχόληση. Το πρόγραμμα της σχολής βασίζονταν στο αναλυτικό πρόγραμμα των γενικών σχολείων, το οποίο ήταν προσαρμοσμένο στις ειδικές ανάγκες των τροφίμων, αφού διέθετε και οικοτροφείο (Στασινός, 1991). Σήμερα, η σχολή αυτή δε λειτουργεί (Λιοδάκης, 2000).

Τη δεκαετία του 1950 παρουσιάστηκε αύξηση στον αριθμό των παιδιών με μειωμένη όραση λόγω της βρεφικά εμφανιζόμενης «ινοπλασίας του αμφιβληστροειδούς» με την παροχή οξυγόνου στα νεογνά. Αυτό προκάλεσε, μαζί με τα οπτικά προβλήματα, και άλλες ανάγκες, οδηγώντας στην αύξηση του αριθμού των παιδιών που διέμεναν στα ιδρύματα (Κουτάντος, 2005).

Μετάβαση στο περιεχόμενο