Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 4ο

Σεπ 14, 2022 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 4ο

 

1.2.        Θεωρητικό πλαίσιο

 

Ο σκοπός αυτής της ενότητας είναι να παράσχει βασικούς ορισμούς και πληροφορίες που σχετίζονται με την εκπαίδευση ατόμων με προβλήματα όρασης στο γενικό εκπαιδευτικό περιβάλλον. Οι νομικές απαιτήσεις για την παροχή εκπαίδευσης σε μαθητές με προβλήματα όρασης, καθώς και τα κριτήρια που πρέπει να πληροί κάποιος για να επιλεγεί θα αναφερθούν παρακάτω. Στη συνέχεια, παρέχονται τα χαρακτηριστικά των ατόμων με προβλήματα όρασης, μαζί με πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές με οπτικές βλάβες μαθαίνουν καλύτερα, αναθεωρούν εκπαιδευτικές στρατηγικές και διερευνούν το διευρυμένο βασικό πρόγραμμα σπουδών. Αυτό το κεφάλαιο περιλαμβάνει μια εκτενή αναφορά σε διάφορα είδη οπτικών βλαβών, καθώς και βιβλιογραφία που συζητά τόσο ιστορικές πρακτικές όσο και νεότερες πολύτιμες πρακτικές για τον καθορισμό εκπαιδευτικών ρυθμίσεων και τοποθετήσεων για μαθητές με οπτικές διαταραχές.

 

1.2.1      Οπτική αναπηρία

 

1.2.1.1  Εννοιολογικό πλαίσιο και περιεχόμενο

 

Υπάρχουν αρκετοί όροι και ορισμοί που διαμορφώνουν το πλαίσιο της έννοιας

«Οπτική Αναπηρία». Τον προσδιορισμό της έννοιας της «οπτικής αναπηρίας» πλαισιώνουν οι όροι «τύφλωση», «τυφλό άτομο» , «οπτική βλάβη», «οπτικός περιορισμός».

Πρόβλημα όρασης: Είναι μια διαταραχή στην όραση που, ακόμη και με διόρθωση, επηρεάζει αρνητικά την εκπαιδευτική απόδοση του παιδιού. Αυτό περιλαμβάνει τόσο τη μερική όραση όσο και την τύφλωση.

Για να αναγνωριστεί ένας μαθητής με προβλήματα όρασης πρέπει να ταυτοποιηθεί σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες: μερική όραση, χαμηλή όραση, νομικά τυφλό άτομο ή εντελώς τυφλό άτομο.

Μερική όραση: Παιδιά που έχουν σημαντική απώλεια όρασης αλλά μπορούν να χρησιμοποιούν κανονικά ή μεγάλα γράμματα ως προτιμώμενο μέσο ανάγνωσης. Έχουν οπτική οξύτητα 20/10 έως 20/200 στο καλύτερο μάτι μετά τη διόρθωση. Η μερική όραση χαρακτηρίζεται ως οπτική δυσλειτουργία που επηρεάζει αρνητικά την εκπαιδευτική απόδοση ενός μαθητή ακόμη και όταν διορθώνεται στο μέτρο του δυνατού.

Χαμηλή όραση: Χαρακτηρίζεται ως δυσλειτουργία κατά την οποία το άτομο έχει όραση μεταξύ 20/70-20/160 και δεν μπορεί να διορθωθεί.

Νομικά τυφλός: Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα άτομα που έχουν οπτική οξύτητα 20/200 ή μικρότερη στο καλύτερο μάτι μετά από διόρθωση και/ή ένα περιφερειακό πεδίο τόσο συσταλμένο που η ευρύτερη διάμετρος υποβάλλει ένα τόξο όχι μεγαλύτερο από 20 μοίρες. Πρόκειται, δηλαδή για μια σοβαρή απώλεια όρασης που είναι από 20/200-20/400 και μπορεί επίσης να είναι μια βαθιά απώλεια από 20/400- 20/1000.

Εντελώς τυφλό: Άτομο με πλήρη απώλεια όρασης που χρησιμοποιεί απτική και ακουστική μάθηση που χαρακτηρίζεται ως έλλειψη αντίληψης φωτός ή ολική τύφλωση (AFB, 2012·Gabbert, 2012).

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, όπως αναφέρει η Πολυχρονοπούλου (Πολυχρονοπούλου, 2012), η τύφλωση ορίζεται ως «η ανικανότητα του ατόμου να μετρήσει τα δάχτυλα του χεριού σε απόσταση μικρότερη των 10 ποδιών», ενώ η μερική τύφλωση «ορίζεται ως η αδυναμία των μερικώς βλεπόντων να μετρήσουν τα δάχτυλα σε απόσταση μικρότερη ή ίση των 20 ποδιών». Γενικά, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι ο όρος «οπτική αναπηρία» υπαινίσσεται ότι ένα άτομο είναι δυνατόν να έχει μερική λειτουργική όραση αν όχι τύφλωση, ενώ η «τύφλωση», υποδεικνύει τα άτομα τα οποία έχουν μόνο αντίληψη του φωτός ή δεν έχουν καθόλου (WHO, 2001).

Μαθητής με τύφλωση: Ένα άτομο που πληροί τις προϋποθέσεις για να λάβει ειδική εκπαίδευση ή υπηρεσίες λόγω εξασθένησης της όρασης, η οποία ακόμη και με διορθώσεις, επηρεάζει αρνητικά την εκπαιδευτική απόδοση του. Αυτό περιλαμβάνει έναν μαθητή που:

–              Έχει οπτική οξύτητα 20/200 ή μικρότερη στο καλύτερο μάτι με διορθωτικούς φακούς ή έχει περιορισμένο πεδίο όρασης έτσι ώστε η ευρύτερη διάμετρος να υποβάλλει μια γωνιακή απόσταση μικρότερη από είκοσι μία μοίρες.

–              Έχει ιατρικά προσδιορισμένες προβλέψεις για επιδείνωση της όρασης

–              Είναι λειτουργικά τυφλό λόγω οπτικών προβλημάτων που επηρεάζουν τις δεξιότητες της ανάγνωσης και της γραφής (MDE, 2009).

Στην ελληνική νομοθεσία, σύμφωνα με τον νόμο 958/79 «τυφλό άτομο είναι κάθε άτομο, το οποίο στερείται την αντίληψη του φωτός ή του οποίου η οπτική οξύτητα είναι μικρότερη από το 1/20 της φυσιολογικής οξύτητας στο μάτι».

Από την εκπαιδευτική πλευρά, η έννοια της «τύφλωσης» και της «οπτικής ανεπάρκειας» ορίζεται ως εξής: «Οπτική ανεπάρκεια, συμπεριλαμβανόμενης και της τύφλωσης, είναι η ανεπάρκεια της όρασης, που ακόμα και αν διορθωθεί, έχει επίδραση στην ακαδημαϊκή επίδοση του ατόμου. Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει την μερική όραση και την τύφλωση.» (PublicLaw105-17, 1997). Σύμφωνα με τον Παπαδόπουλο (Παπαδόπουλος, 2007) «τυφλό άτομο είναι το άτομο το οποίο εξαρτάται πάντοτε από την αφή ή την ακοή του καθώς προσπαθεί να αποκτήσει γνώσεις και κάνει χρήση μη οπτικών μέσων καθώς προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του σχολείου». Τα τυφλά άτομα δεν μπορούν να διαβάσουν κάνοντας χρήση κάποιου ειδικού εξοπλισμού και πιο συγκεκριμένα κάποιων βοηθητικών συσκευών χαμηλής όρασης, παραδείγματος χάρη μεγεθυντών οθόνης, μεγεθυντικών φακών κ.α. Παιδιά με μερική όραση (ή αμβλυωπία) είναι εκείνα τα οποία χρησιμοποιούν την όρασή τους για να παρακολουθήσουν το σχολικό πρόγραμμα, αφού έχουν γίνει προηγουμένως οι αναγκαίες αλλαγές και προσαρμογές στην εκπαιδευτική ύλη και στο ευρύτερο μαθησιακό περιβάλλον (Παπαδόπουλος, 2007).

Ο όρος «εξ ορισμού τυφλός» αναφέρεται στα άτομα με όραση 20/200 ή χειρότερη στο «καλό» τους μάτι (ύστερα από διορθωτική παρέμβαση) (Elliot, Kratochwill, & Travers, 2008).

«Οπτική βλάβη» είναι η κατάσταση στην οποία ένα παιδί έχει πρόβλημα όρασης, ακόμη και μετά από διορθωτική παρέμβαση (γυαλιά ή εγχείρηση) το οποίο επηρεάζει αρνητικά την εκπαιδευτική του επίδοση (Ysseldyke & Algozzine, 1995) ενώ «οπτικός περιορισμός» είναι η κατάσταση στην οποία τα παιδιά δυσκολεύονται να δούνε κάτω από φυσιολογικές συνθήκες αλλά η πάθηση τους έχει διορθωθεί ύστερα από την κατάλληλη παρέμβαση (γυαλιά ή εγχείρηση) και κατατάσσονται στους βλέποντες (Elliot et al., 2008).

Παρά το επίπεδο απώλειας όρασης, οι μαθητές πρέπει να αναγνωρίζονται σωστά για να λαμβάνουν τις κατάλληλες υπηρεσίες.

Μετάβαση στο περιεχόμενο