Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 15ο

Σεπ 19, 2022 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμπεριληπτική εκπαίδευση για μαθητές με προβλήματα όρασης – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μοιρασγεντή Μυρτώς –  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 15ο

 

1.2.6.3.2.Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο για την εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία

 

Ο πρώτος νόμος που αναφέρεται στην ειδική αγωγή στην Ελλάδα είναι ο Αναγκαστικός Νόμος 453\26-1-1937 «Περί ιδρύσεως σχολείου ανωμάλων και καθυστερημένων παίδων κτλ.», ΦΕΚ 28\Α\30-1-1937, στον οποίον προσδιορίζονταν η έννοια του παιδιού με νοητική καθυστέρηση και ταυτόχρονα θεσμοθετήθηκε η ίδρυση του πρώτου Ειδικού Σχολείου στην Αθήνα. Ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε από τον Αναγκαστικό Νόμος 1049\22-1-1938 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του αναγκαστικού νόμου 453\1937», ΦΕΚ 24\Α\27-1-1938, ο οποίος προσδιορίζει την έννοια του ειδικά καθυστερημένου παιδιού. Ακολούθησε ο νόμος 905/51 με τον οποίο ρυθμίστηκαν ζητήματα σχετικά με την εκπαίδευση των τυφλών ατόμων και θέματα που αφορούσαν επιδόματα για τη συγκεκριμένη ομάδα. Μετά την υπερψήφιση του νόμου και για δεκαπέντε χρόνια, η εκπαίδευση των τυφλών εφαρμόστηκε με αποσπασματικό τρόπο (Ζώνιου- Σιδέρη, 2000).

Το 1951 έγινε μια πρώτη επίσημη παρέμβαση της πολιτείας για τα άτομα με μειωμένη όραση με την ψήφιση του Νόμου υπ. αριθ. 1904\28-7-1951 «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών», ΦΕΚ 212\Α\1-8-1951, που ρυθμίζει την εκπαίδευση των τυφλών αλλά και την επιδοματική πολιτική. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, προσδιορίζονταν οι νομικές προϋποθέσεις για τα άτομα με τύφλωση και θεσπίζονταν η τήρηση γενικού «μητρώου τυφλών» στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Ταυτόχρονα, ο νόμος καθιστούσε τη φοίτηση των ατόμων με οπτική εξασθένιση υποχρεωτική σε ειδικές σχολές και γίνονταν αναφορά στην επαγγελματική τους αποκατάσταση, ενώ για τα τυφλά άτομα που θεωρούνταν «ανίκανα εργασίας» υπήρχε πρόβλεψη για παροχή οικονομικής βοήθειας (Κουτάντος, 2005). Από το 1951 μέχρι το 1981 ψηφίστηκαν νομοθετικά διατάγματα με αντικείμενο την Ειδική Αγωγή. Η άποψη που επικρατούσε, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ήταν ότι η Ειδική Αγωγή ήταν αυτόνομο τμήμα του εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο είχε το δικό του πρόγραμμα και νομική υπόσταση. Οι στόχοι του σχετίζονταν με την παροχή ειδικής αγωγής και επαγγελματικής εκπαίδευσης στα «αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτομα», όπως και στη λήψη κοινωνικής μέριμνας. Επίσης, προκρίνονταν μέσα με την εφαρμογή ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, που συνδυάζονταν με ιατρικά και άλλα μέτρα. Οι απόψεις αυτές κατοχυρώνονται με το νόμο του 1143/1981(ΦΕΚ 80 τ. Α΄) (Ζώνιου- Σιδέρη, 2000).

Ο πρώτος νόμος για την ειδική εκπαίδευση ψηφίστηκε το 1981.Με το Νόμο υπ. αριθ. 1143\27-3-1981 «Περί ειδικής αγωγής, ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, απασχολήσεως και κοινωνικής μερίμνης των αποκλινόντων εκ του φυσιολογικού ατόμων και άλλων τινών εκπαιδευτικών διατάξεων», ΦΕΚ 80\Α\31-3-1981, οριοθετείται εννοιολογικά για πρώτη φορά η έννοια «αποκλίνοντα άτομα», ορίζεται η ειδική εκπαίδευση και η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχεται σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία, ενώ ταυτόχρονα θεσπίζεται η υποχρεωτική φοίτηση αυτών των ατόμων και η επαγγελματική τους ένταξη (Σούλης, 2013). Επιπλέον, αυτός ο νόμος ορίζει ότι η ειδική εκπαίδευση παρέχεται σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία. Οι μαθητές με αναπηρία μπορούν να φοιτούν σε ειδικά σχολεία, ειδικές τάξεις ή τμήματα και η εκπαίδευσή τους είναι υποχρεωτική για τις ηλικίες από 6-17 ετών. Επίσης, υπήρξε μέριμνα για την ειδική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών των μαθητών αυτών (Στασινός, 1991).

Τη χρονιά 1983-1984 δημιουργήθηκαν οι πρώτες ειδικές τάξεις ή τμήματα σε γενικά σχολεία με σκοπό την αλληλεπίδραση ανάπηρων και μη μαθητών (Ζώνιου- Σιδέρη, 2000). Το 1984 δόθηκε ένα σχέδιο νόμου, στο οποίο υιοθετούνταν η αρχή της ενσωμάτωσης των παιδιών με ειδικές ανάγκες στα γενικά σχολεία, στις ειδικές σχολικές μονάδες και εισάγονταν μαθήματα ξένης γλώσσας. Ταυτόχρονα, η αποκλειστική ευθύνη σε θέματα στοιχειώδους εκπαίδευσης, επαγγελματικής εκπαίδευσης και αποκατάστασής τους μεταβιβάζονταν στο Υπουργείο Παιδείας και προβλέπονταν η εκτύπωση διδακτικών βιβλίων για τυφλούς στο σύστημα της γραφής Braille (Στασινός, 1991).

Με το Νόμο υπ. αριθ. 1566\26-91985 «Δομή και λειτουργία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», ΦΕΚ 167\Α\30-9-1985, αντικαθίσταται ο όρος «αποκλίνοντα άτομα» από τον όρο «άτομα με ειδικές ανάγκες», καθορίζονται οι στόχοι της ειδικής εκπαίδευσης και θεσμοθετείται η σχολική ένταξη για τα παιδιά αυτά. Επίσης, όλες οι αρμοδιότητες της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που αφορούν τα ειδικά σχολεία μεταβιβάζονται στο ΥΠΕΠΘ, προβλέπεται η ίδρυση Πανεπιστημιακού τμήματος λογοθεραπείας, και εκτυπώνονται βιβλία για τυφλούς με το σύστημα Braille. Με το νόμο του 1985 η Ειδική Αγωγή ενσωματώθηκε στο γενικότερο νομικό πλαίσιο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Ζώνιου- Σιδέρη, 2000).

Αργότερα, με τον Νόμο υπ. αριθ. 2817/14-3-2000, «Εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ 78\Α\14.03.2000, ο όρος ειδικές ανάγκες αντικαθίσταται για μια ακόμη φορά, από τον όρο «ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» και προωθείται η αρχή της ένταξης. Επιπλέον, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζεται ως αποκλειστικός φορέας θεμάτων ειδικής εκπαιδευτικής αγωγής και ιδρύεται το τμήμα Ειδικής Αγωγής στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Θεσμοθετούνται τα ΚΔΑΥ (Κέντρα Διάγνωσης, Αξιολόγησης και Υποστήριξης) για τους μαθητές που έχουν ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, τα οποία υποχρεούνται να αναλάβουν αρμοδιότητες ανάπτυξης δραστηριοτήτων υποστήριξης, πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης των γονέων, των εκπαιδευτικών και της κοινωνίας. Παράλληλα, δημιουργούνται νέες ειδικότητες προσωπικού ειδικής αγωγής, εισάγεται η χρήση νέων τεχνολογιών στην ειδική αγωγή, νέων προγραμμάτων δημιουργικής απασχόλησης και μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών επαγγελματικής κατάρτισης των ατόμων αυτών.

Έπειτα, με τον Νόμο υπ. αριθ. 3699\26-9-2008 «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», ΦΕΚ 199\Α\2-10-2008, ο όρος ειδική αγωγή αντικαθίσταται από τον όρο «ειδική αγωγή και εκπαίδευση» και προστίθεται ο όρος «διάγνωση» που σχετίζεται με την αξιολόγηση με στόχο τον σχεδιασμό προγραμμάτων παρέμβασης. Σήμερα, στα πλαίσια της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, επιδιώκεται η πολύπλευρη προσέγγιση των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, μέσω της βελτίωσης των ικανοτήτων και δεξιοτήτων τους, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ένταξη ή επανένταξη τους στο γενικό σχολείο (Σούλης, 2013). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου, το κράτος, υποχρεούται να κατοχυρώνει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ειδικής εκπαίδευσης και αγωγής και να μεριμνά ώστε η δωρεάν ειδική αγωγή και εκπαίδευση να παρέχεται σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης για τους ανάπηρους όλων των ηλικιών. Οι δομές της Ειδικής Εκπαίδευσης και αγωγής περιλαμβάνουν σχολικές μονάδες ειδικής εκπαίδευσης σε κατάλληλες κτιριακές υποδομές και προγράμματα διδασκαλίας κατ’ οίκον, προγράμματα συνεκπαίδευσης και υποστηρικτικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες (Σούλης, 2013).

Με το νόμο αυτόν εισάγεται το διαχωριστικό μοντέλο εκπαίδευσης, δηλαδή τα Ειδικά Σχολεία αναγνωρίζονται ως ξεχωριστό σύστημα εκπαίδευσης, παράλληλο με το γενικό. Σήμερα, στην Ελλάδα, οι δομές που υποστηρίζουν τα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι τα ειδικά ημερήσια σχολεία, τα οποία είναι αυτόνομα σχολεία και εξυπηρετούν παιδιά με πολύπλευρες και βαριές αναπηρίες, τα Τ.Ε.Ε. E.A. (Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια Ειδικής Αγωγής), τα Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. ειδικής αγωγής (Εργαστήρια Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης) καθώς και τα Τμήματα Ένταξης στα σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Από τις προαναφερθείσες σχολικές δομές, η προσπάθεια συνεκπαίδευσης και ένταξης γίνεται στα τμήματα ένταξης με στόχο την τοποθέτηση των μαθητών με ειδικές ανάγκες στην κανονική τάξη (Λιοδάκης, 1991·Σούλης, 2008).

Οι επιδιώξεις των υπηρεσιών ειδικής Εκπαίδευσης και αγωγής είναι οι εξής: α) η ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών, β) η βελτίωση των γνωστικών δεξιοτήτων και των δυνατοτήτων τους, ώστε να είναι δυνατή η ένταξή τους στο γενικό σχολείο, όπου και όταν αυτό είναι εφικτό, γ) η ένταξή τους με βάση τις δυνατότητές τους στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή, δ) η αποδοχή των μαθητών αυτών στο κοινωνικό σύνολο, η δραστηριοποίηση και η συμβίωσή τους, η οποία θα έχει ως στόχο την προσβασιμότητα σε όλες τις υποδομές και τις υπηρεσίες και την κοινωνική τους εξέλιξη σε ισότιμη βάση (Σούλης, 2013).

Παράλληλα, από το 1989 δραστηριοποιείται στην Ελλάδα η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.) με στόχο την «καταπολέμηση των διακρίσεων που βιώνουν τα άτομα με αναπηρία, την κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών και των οικογενειών τους, την προώθηση πολιτικών που συμβάλλουν στην πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας και τη δημιουργία ενός εθνικού πολιτικού πλαισίου για την αναπηρία με έμφαση στην ανάδειξη της κοινωνικοπολιτικής διάστασης αυτής» (Σούλης, 2013)(σελ. 95). Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται Πανελλήνιοι Σύνδεσμοι και Σωματεία Ατόμων με Αναπηρία, που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες αναπηρίας (Σούλης, 2013).

Η εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ελάχιστα με τη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια, ενώ για επαγγελματική εκπαίδευση δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου μέριμνα (Σούλης, 2013). Τέλος, το Εθνικό Αναπηρικό Κίνημα τονίζει την ανάγκη για νομοθετική κατοχύρωση της εκπαίδευσης για όλους τους μαθητές με αναπηρία σε όλες τις σχολικές δομές, υποχρεωτική εκπαίδευση για όλους και ουσιαστική εμπλοκή των γονέων στην εκπαίδευση των παιδιών τους, συνεκπαίδευση των μαθητών στη γενική τάξη με την παροχή της κατάλληλης στήριξης και αύξηση των κονδυλίων για την εκπαίδευση αυτών των ατόμων

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο