Renata do Carmo de Assis Trujillo, Ψυχολόγος.
Η κοινωνία
Μεγάλο μέρος της Ψυχολογίας του ατόμου με αναπηρία είναι στενά συνδεδεμένο με την Κοινωνική Ψυχολογία, δηλαδή με την αλληλεπίδραση του ατόμου αυτού με άλλα άτομα και με το περιβάλλον του. Το άτομο που είναι φορέας κάποιας αναπηρίας περιορίζεται λιγότερο από την ίδια την αναπηρία και περισσότερο από τη στάση της κοινωνίας προς την αναπηρία.
Η ακόλουθη ιστορία περιγράφει πολύ καλά αυτή την κατάσταση. Μιλάει για μια χώρα οι κάτοικοι της οποίας ένας ένας βλέπουν να τους φυτρώνει ουρά. Οι πρώτοι κάτοικοι στους οποίους φυτρώνει αυτή η ουρά που μοιάζει με των πιθήκων κάνουν ό,τι μπορούν για να την κρύψουν. Όταν όμως συνειδητοποιούν ότι σε όλους τους ανθρώπους αρχίζει να φυτρώνει ουρά, η ιστορία αλλάζει δραματικά. Στην πραγματικότητα αποδεικνύεται ότι η ουρά τους είναι πολύ χρήσιμη: διευκολύνει την κινητικότητα, ανοίγει πόρτες όταν οι άνθρωποι με τα χέρια κουβαλάνε πράγματα κτλ. Στιλίστες και μόδιστροι αρχίζουν να σχεδιάζουν ρούχα για να αναδείξουν τις νεοαποκτηθείσες ουρές. Σύντομα αρχίζουν να χρησιμοποιούνται στολίδια για να τονιστεί ακόμα περισσότερο η ουρά. Τότε, ξαφνικά, όσοι δεν έχουν ουρά αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως παράξενα όντα και ψάχνουν τρόπους να κρύψουν την απουσία ουράς αγοράζοντας ψεύτικες ή αποσύρονται από την κοινωνία της «ουράς». Πλέον είναι ντροπή να μην έχεις ουρά!
Η επιρροή της κοινωνίας στον αποκλεισμό του διαφορετικού, είναι πολύ εμφανής στη συμπεριφορά των μικρών παιδιών που φαίνεται αρχικά να μην επηρεάζονται από τα κοινωνικά πρότυπα. Παίζουν ελεύθερα με τα παιδιά που είναι διαφορετικά: μόνο αφού έχουν αφομοιώσει τους κοινωνικούς κανόνες της τελειότητας και της ομορφιάς αρχίζουν να κοροϊδεύουν το παιδί που έχει στραβισμό, κάποιο παιδάκι που το φωνάζουν καθυστερημένο, ή να μιμούνται τη βραδυγλωσσία ή το σωματικό πρόβλημα ενός άλλου. Η στάση της κοινωνίας είναι αυτή που, τις περισσότερες φορές, ορίζει την αναπηρία ως ανικανότητα και το άτομο που είναι φορέας της συγκεκριμένης αναπηρίας υφίσταται τις επιπτώσεις του ορισμού αυτού.
Η οικογένεια
Από τη στιγμή που γεννιέται ένα παιδί με αναπηρία και το φέρνουν στο σπίτι οι γονείς του, η συναισθηματική κατάσταση στην οικογένεια αλλάζει. Σε μεγάλο βαθμό η αρχική αντίδραση καθορίζεται από το είδος της πληροφόρησης που έχουν λάβει, από τον τρόπο που αυτή η πληροφόρηση τους έχει δοθεί και από τη στάση του ατόμου που τους έχει ενημερώσει. Οι παραπάνω παράγοντες είναι πολύ σημαντικοί στη διαμόρφωση της αποδοχής του παιδιού από την οικογένεια. Δεν είναι ενδεδειγμένη η στάση των γονιών που προσπαθούν να παραποιήσουν τα γεγονότα για να ελαττώσουν το σοκ των συγγενών, κυρίως όσον αφορά τα μικρά παιδιά, που γνωρίζουν πολύ καλά την «ψυχολογία» των γονιών και αισθάνονται πότε τους κοροϊδεύουν.
Όλοι οι γονείς που περιμένουν τη γέννηση ενός μωρού, το εξιδανικεύουν, είτε σε ότι έχει σχέση με τη σωματική του διάπλαση, είτε με την συμπεριφορά του. Κατά τις πρώτες μέρες μετά τη γέννηση του μωρού οι γονείς καλό είναι να μπορέσουν να συμφιλιώσουν την εικόνα του ιδανικού μωρού που είχαν διαμορφώσει κατά τη διάρκεια της κύησης με την εικόνα που σιγά-σιγά αποκτούν για το πραγματικό μωρό. Στην περίπτωση ζευγαριών που αποκτούν παιδί που αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα σε αυτή τη φάση. Έτσι κάποιοι μηχανισμοί άμυνας εμφανίζονται στον ψυχισμό των γονιών αυτών, και εκδηλώνονται με συμπεριφορές σαν τις ακόλουθες:
Άρνηση- οι γονείς αρνούνται τη σημαντικότητα του προβλήματος. Μετά την έξοδο από το μαιευτήριο, οι γιατροί τους υποδεικνύουν κάποιο κέντρο αποκατάστασης για να γίνει ειδική εξέταση για την κατάσταση του μωρού , εκείνοι όμως αρνούνται να την πραγματοποιήσουν.
Προβολή- οι γονείς προβάλλουν την ενοχή τους σε κοντινά τους πρόσωπα, κυρίως στους ειδικούς που ασχολούνται με το μωρό. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιρρίπτουν την ευθύνη στο σύντροφό τους.
Απόρριψη- οι γονείς απομακρύνονται από το μωρό, όχι γιατί δεν νοιάζονται γι αυτό, αλλά γιατί τους είναι πολύ οδυνηρό να νοιάζονται τόσο πολύ και ταυτόχρονα να νιώθουν τόσο αδύναμοι. Παιδιά οι γονείς των οποίων παρουσιάζουν απορριπτική συμπεριφορά μπορεί να αναπτύξουν συναισθήματα που θα επηρεάσουν και τη δική τους συμπεριφορά στο μέλλον, όπως: άγχος, ένταση, αίσθημα κατωτερότητας, αρνητική αυτοαντίληψη, ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης, έλλειψη πρωτοβουλίας.
Υπερπροστασία- η μητέρα (συνήθως αυτό το είδος συμπεριφοράς παρατηρείται στις μητέρες) δεν επιτρέπει να νιώσει το παιδί της την παραμικρή απογοήτευση, που είναι, όμως, σημαντική για την ανάπτυξή του. Με αυτό τον τρόπο η μητέρα αφήνει τη ζωή της στην άκρη και δίνει όλη της την προσοχή στο παιδί. Συχνά η γυναίκα αυτή έχει προβλήματα στη σχέση με το σύζυγό της αλλά και στη σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά της. Νιώθει πως δεν της αξίζει να αφιερώσει ούτε ένα λεπτό στον εαυτό της, δεν καταφέρνει να αποφορτίσει την έντασή της και η εσωτερική σύγκρουση που βιώνει γίνεται ακόμα πιο έντονη.
Το παιδί η μητέρα του οποίου παρουσιάζει τέτοιου είδους συμπεριφορά ενδέχεται να γίνει κτητικό και εγωκεντρικό, με ελάχιστη ανοχή στις απογοητεύσεις και να εκδηλώνει ανυπακοή ή απάθεια. Παρατηρούνται συχνά σε αυτούς τους γονείς συναισθήματα φόβου, πόνου, έλλειψης ενδιαφέροντος, ενοχής, ντροπής, απογοήτευσης, και μια γενική αίσθηση ανικανότητας και αδυναμίας. Όλα αυτά είναι φυσιολογικά συναισθήματα, αφού είναι πολύ λίγοι οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να αποδεχτούν αμέσως ένα παιδί μα αναπηρία.
Ο φορέας της αναπηρίας
Όσον αφορά την προσωπικότητα, δεν υπάρχει είδος ή είδη που να περικλείουν όλα τα άτομα με αναπηρία. Το μόνο κοινό που έχουν τα άτομα αυτά είναι ο περιορισμός που βιώνουν, όλοι δηλαδή παρουσιάζουν ένα έλλειμμα που τους διαχωρίζει από τον «κανονικό» πληθυσμό.
Η σωματική ή αισθητηριακή αναπηρία βιώνεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με την δομή της προσωπικότητας του καθενός. Έτσι κάποιοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα σαν πρόκληση που πρέπει να ξεπεραστεί με νέους τρόπους προσαρμογής και αναζήτηση άλλων αναφορών. Άλλοι εμφανίζουν αρνητικές αντιδράσεις ως προς την προσαρμογή στην κατάσταση αυτή και βιώνουν στιγμές αγωνίας και κατάθλιψης.
Κατά μια γενική έννοια η αναπηρία σημαίνει τον περιορισμό της δράσης και της προσωπικής εξέλιξης και, συνεπώς, μπορεί να καταλήξει στην απομάκρυνση του ατόμου από την κοινωνική συνύπαρξη στερώντας του τις ευκαιρίες που θα είχε για πραγμάτωση (προσωπική, επαγγελματική, κοινωνική, συναισθηματική, κτλ.)
Το άτομο που είναι φορέας αναπηρίας έχει τις ίδιες ανάγκες με οποιοδήποτε άλλο άτομο. Έχει ανάγκη να το αγαπούν, να το εκτιμούν και να νιώθει ότι είναι μέρος της οικογένειας και της κοινωνίας. Με την κατάλληλη ενίσχυση μπορεί να εξελιχθεί σε παραγωγικό και ενταγμένο στην κοινωνία ενήλικα .
Πηγή: www.geocities.com/baston
Μετ. Ε. Στάθη
