Ψυχο-συναισθηματικές διαστάσεις του αποκλεισμού και ζητήματα ταυτότητας, υπό το πρίσμα του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζωγράφου Φρειδερίκης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΏΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 7ο

Μαρ 26, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.3.1 Κοινωνικός αποκλεισμός, προκατάληψη, καταπίεση και αναπηρία.

Η ομάδα των αναπήρων υπόκειται τον κοινωνικό αποκλεισμό και το κυρίαρχο χαρακτηριστικό το οποίο στοιχειοθετεί την “διαφορετικότητα’’ τους είναι η αδυναμία ή η παρεμπόδιση να συμμετέχουν ως εργατική δύναμη στην αγορά εργασίας (Αλεξίου, 2006). Κάτω από τις εκμεταλλευτικές σχέσεις εργασίας οι οποίες επιβάλλονται από το καπιταλιστικό σύστημα, όπου κυριαρχούν οι έννοιες της παραγωγικότητας και της επάρκειας, τα ανάπηρα άτομα εξαιτίας σωματικών επιπλοκών αδυνατούν να ικανοποιήσουν αυτά τα κριτήρια τα οποία τίθενται και με τον τρόπο αυτό αποκλείονται από τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία και επομένως αποκλείονται και από την υπόλοιπη κοινωνία ως αποτέλεσμα της μη συμμετοχής αυτής. Αυτή η μορφή οργάνωσης και λειτουργίας ενέχει πληθώρα αρνητικών αποτελεσμάτων για τους αναπήρους, οι οποίοι στην πλειοψηφία έχουν κάποια σωματική βλάβη η οποία περιπλέκει τη δυνατότητα εξαγωγής πλεονάζουσας αξίας από την εργατική τους δύναμη. Στην εργατική τους δύναμη επομένως αποδίδεται λίγη αξία εντός των ανταγωνιστικών πλαισίων λειτουργίας της αγοράς και κατασκευάζονται ως άνεργοι. Στις δεδομένες συνθήκες που διαμορφώνονται η μόνη επιλογή η οποία δίνεται είναι εκτός αγοράς εργασίας και εμπίπτει στο επίπεδο της αναζήτησης της φιλάνθρωπης καλοσύνης της κοινωνίας και εν τέλει στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας τα οποία παρέχονται από την επίσημη πολιτεία (Erevelles, 1996).
Η επίπτωση του βιομηχανικού καπιταλισμού στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου αποδεικνύεται ιδιαίτερα σοβαρή για τον πληθυσμό των αναπήρων. Υπάρχει γενικότερη έλλειψη σε κατάλληλα υποστηρικτικά συστήματα και τεχνολογίες όπως για παράδειγμα μηχανές Braille, αμαξίδια και διερμηνείς της νοηματικής γλώσσας αλλά και πληθώρα μη προσβάσιμων αστικών περιβαλλόντων αναφορικά με τα συστήματα στέγασης και συγκοινωνίας. Επιπρόσθετα, στις περιπτώσεις που η κατάλληλη υποστήριξη είναι διαθέσιμη πολύ συχνά είναι ιδιαίτερα δαπανηρή για τους πιθανούς ενδιαφερόμενους. Οι πιθανότητες που υπάρχουν για την εφαρμογή αλλαγών στα περιβάλλοντα που αποκλείουν εξαιτίας της ύπαρξης εμποδίων είναι μεμονωμένες λόγω της ύπαρξης ελάχιστων πόρων για να χρηματοδοτήσουν τις απαιτούμενες αλλαγές (Barnes & Mercer, 2005).
Η προκατάληψη η οποία μπορεί να βιώνεται από ανάπηρα άτομα αναφέρεται κυρίως στις λειτουργικές ικανότητες ενός ατόμου. Συνήθως η ανισότητα θα μπορούσε να αντισταθμιστεί εάν συνέβαιναν οι απαραίτητες αλλαγές για την προσαρμογή του χώρου εργασίας, των καταστημάτων, των δημοσίων χώρων, αλλαγές οι οποίες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι κοστοβόρες. Από τη στιγμή κατά την οποία δεν γίνεται ευρέως αποδεκτή η αντίληψη ότι η ύπαρξη άνισων εμποδίων με τα οποία έρχονται καθημερινά αντιμέτωπα τα ανάπηρα άτομα και τα μη προσβάσιμα περιβάλλοντα έχει ως άμεσο απότοκο την εμπειρία προκατάληψης, επομένως δεν γίνεται και η συνειδητοποίηση ότι οι προαναφερόμενες προκαταλήψεις παραμένουν εγκατεστημένες στις συνειδήσεις των ατόμων και σε μεγάλο βαθμό ανεκτές (Bynoe, Oliver & Barnes, 1990).
Ο εργασιακός χώρος αποτελεί έναν ακόμα τομέα της σύγχρονης ζωής που ενυπάρχουν έκδηλα ο αποκλεισμός και η προκατάληψη προς τα ανάπηρα υποκείμενα. Η εργασιακή θέση του ατόμου διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική του τάξη, τη δύναμη και επιρροή που κατέχει αλλά και το κοινωνικό του γόητρο. Στην περίπτωση των αναπήρων η ανεργία αποτελεί μια συνήθη κατάσταση. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που συναντάται με μεγάλη συχνότητα είναι η κοινωνική ομάδα των αναπήρων να υπο- εκπροσωπείται σε όλες τις υψηλά αμειβόμενες θέσεις. Η ίδια υπο- εκπροσώπηση απαντάται και όσον αφορά στην εργασιακή ασφάλεια και στις πιθανότητες  για προαγωγή.
Αντιθέτως παρατηρείται υπερ- εκπροσώπηση των ανάπηρων ατόμων σε θέσεις εργασίας που απαιτούν λίγα προσόντα, που έχουν χαμηλούς μισθούς και περισσότερη επισφάλεια (Barnes, 2003· Barnes & Mercer, 2004).
Η κοινωνικο- οικονομική ανισότητα διαφαίνεται επιπρόσθετα και στην χρήση των υπηρεσιών. Σε χώρες οι οποίες διαθέτουν αρκετά ανεπτυγμένους τους δημόσιους και ιδιωτικούς τομείς (όπως για παράδειγμα στέγαση, εκπαίδευση ή μετακίνηση) εμφανίζεται μεγαλύτερη εξάρτηση των ατόμων με αναπηρία από τους δημόσιους και όχι τους ιδιωτικούς. Το παρόν στοιχείο αναδεικνύει μια ασύμμετρη εξάρτηση από το κράτος και εθελοντικούς τομείς (Barnes, 2003). Στη βάση στην οποία στηρίζονται ο αποκλεισμός και η προκατάληψη στην αγορά εργασίας βρίσκεται το ιατρικό/ ατομικό μοντέλο όπου προβάλλει τα άτομα με αναπηρία ως μειονεκτούντα και ανίκανα να ανταγωνιστούν σε παραγωγικότητα τους μη αναπήρους (Barnes & Mercer, 2004; Foster, 2007).
Στην περίπτωση των εργοδοτών μεγάλος αριθμός αυτών ταυτίζεται με αρνητικές κατασκευές και στερεότυπα όπου παρουσιάζουν τα ανάπηρα άτομα ως λιγότερο ικανά, ως εργαζόμενους στους οποίους υπάρχει αυξημένη ανάγκη για την ύπαρξη περισσότερης εποπτείας, καθώς και ότι παρουσιάζουν μικρότερα επίπεδα συναισθηματικής προσαρμογής. Ως λογικό αποτέλεσμα προκύπτει ότι αυτές οι αντιλήψεις αυξάνουν τις πιθανότητες αρνητικών εργασιακών εμπειριών και αποτελούν, παράλληλα, τροχοπέδη σε οποιαδήποτε εργασιακή ανέλιξη των αναπήρων (Bjelland et al. 2010).
Σημαντικές είναι οι ελλείψεις που αναφέρονται από τους ανάπηρους εργαζόμενους σχετικά με τις απαραίτητες προσαρμογές, οι οποίες απαιτείται να λαμβάνουν χώρα. Ο ίδιος βαθμός ανυπαρξίας προσαρμογών σημειώνεται και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν αναφορές επιπρόσθετα και για θεσμικές προκαταλήψεις. Εργαζόμενοι με αναπηρία  αναφέρουν  εκφοβιστικές  και  κακοποιητικές  συμπεριφορές.  Η  έννοια  της
θεσμικής προκατάληψης περιλαμβάνει πρακτικές ακραίας προκατάληψης και μη ανοχής και μπορεί να λάβει άμεση αλλά και κεκαλυμμένη μορφή. Οι εμπειρίες των εργαζόμενων αποτυπώνουν και το συναισθηματικό αντίκτυπο των μεροληπτικών συμπεριφορών με κυρίαρχο το άγχος και την ασθένεια ως αντίδραση στους ψυχοπιεστικούς παράγοντες της εργασίας (Foster, 2007).
Ο αποκλεισμός και η προκατάληψη είναι ένα φαινόμενο το οποίο αντικατοπτρίζεται και στο χώρο της εκπαίδευσης, χώρος ο οποίος, συνδέοντας τον με όσα προηγήθηκαν, αποτελεί το καθοριστικό βήμα για την είσοδο των ατόμων στο χώρο της εργασίας. Όσον αφορά τα ανάπηρα παιδιά, πολλά από αυτά φοιτούν σε διαχωρισμένα “ειδικά” σχολεία, τα οποία συναντώνται στις περισσότερες δυτικές χώρες. To παρόν ζήτημα του διαχωρισμού σε ξεχωριστά σχολεία και τάξεις ωθεί στη διαμόρφωση συγκεκριμένων ιδεολογημάτων τα οποία σχετίζονται με τις δυναμικές εξουσίας που υπάρχουν στα σχολεία (Charlton, 2006).
Η επιχειρηματολογία η οποία αποτελεί τη βάση της υποστήριξης για το διαχωρισμό αυτό υποστηρίζει ότι τα κοινά σχολεία δεν είναι ικανά να παρέχουν εξατομικευμένη εκπαίδευση σε υψηλό βαθμό και παράλληλα ένα υποστηρικτικό πλαίσιο συνομηλίκων το οποίο να δομείται στην ενσυναίσθηση. Παράλληλα, οι υποστηρικτές διατείνονται ότι τα διαχωρισμένα σχολεία μπορούν να είναι περισσότερο αποτελεσματικά και κατάλληλα καθώς δαπανηρές ειδικότητες εκπαιδευτικών και εξοπλισμός μπορούν να συγκεντρώνονται σε ένα χώρο και περιβάλλον το οποίο αποτελεί το ειδικό σχολείο. Οι επικριτές των ειδικών σχολείων υποστηρίζουν ότι η απομάκρυνση των ανάπηρων παιδιών από το σύνολο των συνομηλίκων αλλά και την τοπική κοινότητα έχει πληθώρα αρνητικών επιπτώσεων, καθώς απαγορεύει και παρεμποδίζει τα ανάπηρα παιδιά να συνάψουν φιλίες με μη ανάπηρους συνομηλίκους. Επιπρόσθετα, συνήθης είναι η επικράτηση  χαμηλότερων
προσδοκιών από πλευράς εκπαιδευτικών αναφορικά με την πρόοδο των παιδιών και έτσι εφαρμόζεται ένα περιορισμένο πρόγραμμα σπουδών με αποτέλεσμα οι επιδόσεις των μαθητών στα ειδικά σχολεία να είναι πολύ χαμηλότερες από των μαθητών στα κοινά (Barnes, 2003).
Ένας αριθμός ερευνητών έχει εισάγει την έννοια της καταπίεσης στην ανάλυση της αναπηρίας. Σημαντικό χαρακτηριστικό στην έννοια της καταπίεσης αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί είναι η ακρίβεια σε σχέση με τη μορφή, το περιεχόμενο και την τοποθεσία που λαμβάνει χώρα. Στην περίπτωση των αναπήρων η συγκεκριμένη ανάλυση αφορά στην ανάδειξη των απαραίτητων διαφορών μεταξύ της δικής τους ζωής και άλλων ατόμων στην κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων και των ατόμων οι οποίοι είναι καταπιεσμένοι με άλλους τρόπους. Η βάση για την αποδοχή της θέσης ότι τα ανάπηρα άτομα είναι καταπιεσμένα εκκινεί από την θεώρηση ότι αποτελεί μια κοινωνική ομάδα τα μέλη της οποίας βρίσκονται σε κατώτερη θέση σε σχέση με άλλα μέλη της κοινωνίας. Τα αναφερόμενα μειονεκτήματα τα οποία διαμορφώνουν την καταπίεση σχετίζονται διαλεκτικά με ιδεολογίες οι οποίες νομιμοποιούν και διαιωνίζουν την κατάσταση αυτή (Abberley, 1987).
Από μια οπτική, η καταπίεση των αναπήρων θα μπορούσε να ειπωθεί ότι προκύπτει από τις στάσεις , μη αναπήρων ανθρώπων, έτσι τοποθετείται στο επίπεδο των ιδεών των άλλων. Υπό αυτό το πρίσμα, διαμορφώνονται τα δίπολα της μη αναπηρίας και της αναπηρίας, της πλειονότητας και της μειονοτικής ομάδας. Πρόκειται για μια αιτιολογική ερμηνεία με την οποία συμφωνούν αρκετοί ανάπηροι ακτιβιστές. Από την άλλη πλευρά στέκεται ως αιτιολογικός παράγοντας οι πολιτικές και οικονομικές δομές και κατασκευές, μέσω της συστημικής απόρριψης τους καθιστά παρίες (Charlton, 2006).
Μερικά από τα γενικά αποτελέσματα της καταπίεσης στη ζωή των αναπήρων  είναι αρχικά ότι διαμορφώνεται κοινωνικά ένα πλαίσιο το οποίο λειτουργεί αποθαρρυντικά για την διεκδίκηση των δικαιωματικών προνομίων τους. Επίσης, λόγω των αρνητικών στερεοτύπων και της υλικής αποστέρησης που υπόκεινται υποστηρίζεται και ενθαρρύνεται η κανονικοποίηση της επίδρασης του πόνου και της αρρώστιας στις ζωές τους με αποτέλεσμα να μην συγκαταλέγονται σε μια κοινωνική ομάδα που υπόκειται στερήσεις. Ακόμα, ενισχύεται η διαμόρφωση ενός παθητικού κοινωνικού συνόλου όπου τα μέλη του τείνουν να αντιμετωπίζονται ως παραλήπτες προνοιακών επιδομάτων. Τελικά, παρουσιάζοντας το μειονέκτημα ως συνέπεια μιας βλάβης νομιμοποιείται η αποτυχία των δομών και των συστημάτων πρόνοιας να παρέχουν ανάλογα με τις κοινωνικές ανάγκες (Abberley, 1987).

Μετάβαση στο περιεχόμενο