Ψυχο-συναισθηματικές διαστάσεις του αποκλεισμού και ζητήματα ταυτότητας, υπό το πρίσμα του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζωγράφου Φρειδερίκης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΏΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 28ο

Απρ 12, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3.4 Τρόποι αντίστασης στον αποκλεισμό

Στη συγκεκριμένη ενότητα εξετάζεται το ζήτημα της αντίδρασης των ατόμων απέναντι στα φαινόμενα διάκρισης και υποτίμησης που μπορεί να αντιμετωπίζουν. Από τη μια πλευρά προτείνονται και συζητιούνται τρόποι διαχείρισης σε προσωπικό και ατομικό επίπεδο, αντλώντας το υλικό από τις εμπειρίες τους στο παρελθόν, ή εκφράζουν την άποψή τους για τον τρόπο που θα αντιδρούσαν σε περιστάσεις όπου έρχονταν αντιμέτωποι με προκατειλημμένες συμπεριφορές. Στο σημείο αυτό, ο τρόπος αντίστασης και αντίδρασης εκβάλλει από το άτομο και αποδέκτης είναι επίσης το άτομο. Από την άλλη πλευρά, εκφράζονται απόψεις για τον τρόπο που η ομάδα των αναπήρων συνολικά θα μπορέσει να διεκδικήσει την ισότητα, το χώρο και την ορατότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

3.4.1 Διεκδικήσεις και αντιστάσεις με γνώμονα το άτομο

Οι αντιστάσεις και διεργασίες στις οποίες προβαίνει κάθε άτομο απέναντι σε συμπεριφορές προκατάληψης ποικίλουν. Σε αυτή τη γκάμα αντιδράσεων που αναφέρονται χαρακτηριστικά είναι ο σαρκασμός και το χιούμορ, η αντίδραση και απάντηση απέναντι σε οποιασδήποτε μορφής διάκριση.
“Καμιά φορά ο άλλος μπορεί να με κοιτάξει. Στην αρχή παρεξηγιόμουν και έλεγα “τι με κοιτάει έτσι ο άλλος”. Μάλιστα μερικές φορές έλεγα, “τι με κοιτάς ωραίος, είμαι ωραίος!” Γελούσε ο άλλος και έφευγε.” (συν. 1).
“Γιατί εγώ αντιμετωπίζω πολύ χαλαρά την αναπηρία μου. Είμαι της άποψης ότι όπως σε αντιμετωπίζεις θα σε αντιμετωπίζουν. Τώρα κάποιο σχόλιο πίσω από την πλάτη μου μπορεί να έχει ειπωθεί, αλλά μπροστά μου ας πούμε τουλάχιστον από τους χώρους που θυμάμαι ότι έχω συναναστραφεί δεν θυμάμαι κάτι.(…) Βέβαια εγώ είμαι και της άποψης ότι άμα ακούσω αρνητικό σχόλιο σου έχω κατεβάσει καντήλια ας πούμε, δεν σηκώνεις πολλά πολλά σε αυτό το κομμάτι, θα αντιδράσω (…) Η αλήθεια είναι ότι στις ομάδες των αναπήρων, τουλάχιστον όσες έχω συναναστραφεί εγώ, που υπάρχουν και παιδιά με κινητικά, οι τυφλοί είμαστε λίγο πιο όντως δηλαδή σαρκαζόμαστε λίγο περισσότερο μεταξύ μας, στην πλειοψηφία δηλαδή, προφανώς όχι όλοι, τουλάχιστον η νεολαία, είμαστε λίγο πιο χαλαροί.” (συν. 7).
“Είναι όπως θα το αντιμετωπίσεις θα το βγάλεις προς τα έξω, αυτό τελικά θα εισπράξεις. Οπότε όχι απλά το αντιμετωπίζω ελαφρά, αλλά είμαι και λίγο σαρκαστικός. Δηλαδή, για όσους με ξέρουν κάνω σχόλια πολύ καυστικά, που τους βγάζει πολύ από τη δύσκολη θέση όλους, που μπορεί να έχουν κομπλάρει ας πούμε.” (συν. 8). Στα δύο τελευταία αποσπάσματα, αξίζει να σημειωθεί η σημασία που αποδίδεται στον τρόπο που αντιμετωπίζει το ζήτημα της βλάβης και της αναπηρίας το κάθε άτομο ξεχωριστά και πώς το άτομο την προβάλλει κατά τις κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις.
“Οι  συνθήκες  που  αντιμετωπίζω  με  έκαναν  μόνο  να  γίνω  πιο  σκληρός  και  να
«φωνάζω» όταν πρόκειται για κάτι που με θίγει/αδικεί/υποβαθμίζει γιατί εμποδίζουν την ισοτιμία μου. Κατά τα άλλα, θεωρώ πως δε με άλλαξαν ως άνθρωπο.” (συν. 10). “Άλλες φορές απαντάω, άλλες φορές κοιτάω και εγώ λοξά σηκώνω το φρύδι, άλλες φορές δεν δίνω σημασία. Όταν μου δίνουν λεφτά, τους φωνάζω και λέω πόσο προσβλητικό είναι αυτό.” (συν. 4).
Επίσης μια άλλη αντίδραση που αναφέρεται στην καταπίεση είναι η επιθετικότητα. “Έχω βιώσει δύσκολες καταστάσεις λόγω της αναπηρίας μου. Πάντα ένιωθα κοινωνικά αποκλεισμένη και μη αποδεκτή. Πολλές φορές έβαζα τα κλάματα από στενοχώρια και πίεση. Ήθελα να με αντιμετωπίζουν όπως τους άλλους. Όλη αυτή η αντιμετώπιση με έκανε να κλείνομαι στον εαυτό μου και ίσως, κάποιες φορές, μου προκαλούσε μια επιθετικότητα προς τους άλλους. Ένιωθα ότι έπρεπε να προστατέψω τον εαυτό μου. Ήταν η αυτοάμυνα μου.” (συν. 12).
Τη συγκεκριμένη αντίδραση, συγκεκριμένα, όμως, απέναντι σε περιστάσεις όπου παρέχεται βοήθεια από μη αναπήρους, αλλά με χαρακτηριστικό το στοιχείο της άγνοιας στην αντιμετώπισή τους, διαπραγματεύεται το παρακάτω απόσπασμα.
“Ουσιαστικά μέσα από την επιθετικότητα του κρύβει, κόμπλεξ περισσότερο (…) Γιατί ξέρεις τι γίνεται; Συναντάει ένας έναν άνθρωπο στο δρόμο, είναι επιθετικός. Συναντάει, δύο, και λέει μετά “‘Αι στο διάολο δεν ξανά βοηθάω”. Όλοι τους είναι, γιατί οι Έλληνες έχουμε και την τάση να γενικεύουμε, λέει “όλοι είναι επιθετικοί, όλοι είναι κομπλεξικοί”. Ο κόσμος δεν ξέρει, δεν το κάνει από κακία, ούτε το κάνει για να σε προσβάλλει. Δεν ξέρει. Άλλο η άγνοια και άλλο να κάνει κάτι εσκεμμένα με σκοπό να σε βλάψει να σε υποτιμήσει. Η πρόθεση φαίνεται. (…) Σαφώς, και υπάρχει οργή και η καθημερινότητα είναι πολύ δύσκολη τόσο για τα άτομα με προβλήματα όρασης, όσο και για γενικότερα τα άτομα με αναπηρίες. Δεν είναι προσβάσιμα ούτε οι δρόμοι, ούτε τα λεωφορεία, ούτε τα πεζοδρόμια. Επίσης, είναι πολύ δύσκολο, ειδικά όταν ζεις σε μια μεγαλούπολη. Κανείς δεν θέλει να σε βγάλει τρελό και να  αποδείξεις  ότι  δεν  είσαι  ελέφαντας,  αλλά  τις  ίδιες  δυσκολίες  αντιμετωπίζουμε όλοι,
πίστεψέ με πολύ περισσότερα έχω να κερδίσω εγώ που θα είμαι ευγενική με κάποιον που  θα με βοηθήσει ακόμα και με τον λάθος τρόπο, και εσύ χάνεις. Το θέμα είναι ότι η άμυνα δεν σε αφήνει να το δεις, είναι άσχημο να αφήνεις την οργή σου, γενικότερα είναι άσχημο να στρέφεις την οργή σου σε λάθος κατεύθυνση και στα πολιτικά και στα κοινωνικά ζητήματα. Η οργή πρέπει να στρέφεται εκεί που πρέπει να στραφεί γιατί άπαξ και στραφεί στο σωστό σημείο, αυτό πρέπει να γίνει.” (συν. 7)

Μετάβαση στο περιεχόμενο