3.4.2 Διεκδικήσεις άρσης ανισοτήτων των αναπήρων ως κοινωνική ομάδα
Ένας από τους τρόπους από τους οποίους προτείνεται για την άρση των προκαταλήψεων είναι μέσω της λήψης καταλληλότερων μέτρων από κρατικής πλευράς. Αυστηρότερες ποινές και πρόστιμα για όσους παραβαίνουν το νόμο, μεγαλύτερη χρηματοδότηση για την υποστήριξη της ομάδας των αναπήρων αποτελούν κάποιες από τις προτάσεις.
“Θεωρώ ότι χρειάζεται μεγάλη χρηματοδότηση. Π.χ. άμα θέλουμε να πούμε ότι πρέπει να υπάρχει πρόσβαση στα πάντα για έναν βαρήκοο θα πρέπει να φορούν όλοι διαφανή μάσκα και αυτό είναι κάτι που δεν θα γίνει. Θα έπρεπε επίσης να υπάρχει το ατομικό κίνητρο, δηλαδή να θέλεις να μάθεις και να θέλεις να τον εντάξεις τον άλλον ίσως να υπάρχει μια περισσότερη επιβολή από το κράτος. Να είναι υποχρεωμένος ο άλλος να κάνει κάποια πράγματα για την αναπηρία. Όπως και με τη μάσκα, εάν είναι κάποια πράγματα υποχρεωτικά αποκτούν άλλη βαρύτητα. Όταν είναι υποχρεωτική κάποιοι το κάνουν και για το πρόστιμο, δεν είναι αυτό το καλύτερο αποτέλεσμα, αλλά είναι κάτι. Εγώ πιστεύω ότι περισσότερο έχει να κάνει με αυτό. Δηλαδή και μόνο το να υπάρχουν δομές, κατάλληλα πεζοδρόμια για αυτούς που είναι με καροτσάκι, να έχουν οι τυφλοί την απαραίτητη υποστήριξη για να μπορούν να εκπαιδευτούν, γιατί από όσο ξέρω χρειάζεται εκπαίδευση για να μπορούν να κινηθούν στην πόλη, για τα αυτιστικά παιδιά ξέρω ότι έχουν απίστευτα έξοδα, δεν μπορεί ένας γονιός με το επίδομα να κάνει πολλά πράγματα. Οπότε, νομίζω αυτό που πρέπει να κάνει το κράτος είναι να δώσει λεφτά.” (συν. 13).
Επιπρόσθετα, η ορατότητα των αναπήρων σε περισσότερα πλαίσια κοινωνικά αποτελεί ένα ακόμα ζητούμενο. “Η ορατότητα της αναπηρίας είναι κάτι που λείπει από την ελληνική κοινωνία και είναι κάτι πολύ σημαντικό για την εξοικείωση των μη ανάπηρων με τους ανάπηρους, αλλά και για τους ίδιους τους ανάπηρους ώστε να εξασκηθούν στη διεκδίκηση του κοινωνικού γίγνεσθαι και της ζωής τους. Χρειάζεται περισσότερη ορατότητα, χρειάζεται να βγαίνουμε από το σπίτι, χρειάζεται να διεκδικούμε τη ζωή μας σε κάθε πτυχή της ζωής αυτό είναι μια αμφίδρομη διαδικασία δηλαδή, και εγώ σαν ανάπηρη και σαν άνθρωπος ούτως ή άλλως έχω την ευθύνη μου να δημιουργήσω το χώρο που μου αρμόζει στην κοινωνία και η κοινωνία έχει την ευθύνη να μου επιτρέψει να πάρω κάποιο χώρο. Να μου κάνει λίγο χώρο, είναι δύο διαδικασίες που είναι συμπληρωματικές. Δεν είναι ολόκληρη δική μου ευθύνη ούτε είναι ολόκληρη της κοινωνίας η ευθύνη, είναι 50-50 η ευθύνη, ή μπορεί να είναι λίγο διαφορετικό το ποσοστό, αλλά όλοι έχουμε συμμετοχή.” (συν. 4).
“Θέλει δουλειά πιο πολύ από τους ανθρώπους με αναπηρία, για να βάλουμε ένα λιθαράκι και να δείξουμε τι συμβαίνει. Αλλά δεν παύεις να ελπίζεις για το καλύτερο, ότι κάποια στιγμή θα αλλάξει αυτό. Αλλά όχι όμως να αλλάξει η κοινωνία και εσύ να είσαι από τον καναπέ. Να αλλάξεις την κοινωνία εσύ ο ίδιος ο άνθρωπος. Με δράσεις και με την ίδια τους την παρουσία. Δηλαδή, να δείχνουμε ότι είμαστε κι εμείς εδώ παρόντες συνέχεια. Με κάποιον τρόπο.” (συν. 3)
Επίσης, γίνεται ιδιαίτερη μνεία στη σημασία της κοινωνικοποίησης και της επαφής και της εδραίωσης κοινών τόπων μεταξύ αναπήρων και μη. Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται, επιπλέον η συμμετοχή σε δράσεις και η ενεργοποίηση της ομάδας συνολικά.
“Πολλή έμφαση στην κοινωνικότητα και την αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους της ηλικίας του καθενός. Μια προσπάθεια να υπάρχουν κοινωνικές δραστηριότητες, να υπάρχει παρέα, να υπάρχουν σταθερές φιλίες που θα σε συνοδεύουν σε όλη σου τη ζωή, το οποίο είναι βοηθητικό για όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο για τους αναπήρους, αλλά και για τους αναπήρους πολύ σημαντικό.” (συν. 4).
“Να ενσωματώνονται σε παρέες (…) Δεν πρέπει να φοβάσαι να ενσωματωθείς σε παρέες. Γιατί εντάξει οκ, δεν είναι ότι όλοι θα σε αντιμετωπίσουν όπως περιμένεις. Οι περισσότεροι δε θα σε αντιμετωπίσουν όπως περιμένεις, αλλά να μην φοβόμαστε να εμπλεκόμαστε. Στα κοινά, μπορούμε στην πολιτική; Μπορούμε να κάνουμε δράσεις;” (συν. 3).
“Με το να συμμετέχουν σε ομάδες αρτιμελών κάνοντάς τες μικτές και προσβάσιμες. Να μην γίνονται δράσεις που να συμμετέχουν τα άτομα με αναπηρίες αλλά θα πρέπει τα ίδια τα άτομα να πηγαίνουν ανάλογα με το ενδιαφέρον τους σε κάποιες δράσεις που να γίνονται προσβάσιμες. (…) όσον αφορά την ομάδα των αναπήρων, πρέπει να συμμετέχουν, για να βγουν από την προστατευμένη φούσκα που έχουν μπει τα προηγούμενα χρόνια και με τις ιδρυματικές πρακτικές που υπήρχαν και με τη λανθασμένη προσέγγιση της οικογένειας που υπερβάλλει για να προστατέψει, αλλά παγιδεύει εν τέλει το άτομο.” (συν. 9).
Στο πλαίσιο, του αγώνα και των διεκδικήσεων των αναπήρων ως κοινωνική ομάδα, αναφέρεται από την μία η δραστηριοποίηση και οι πιέσεις μέσω συλλόγων και ομοσπονδιών.
“Η ομοσπονδία θεωρώ. Τότε που είχαν κόψει τα προνοιακά και είχαν βγει όλοι έξω και τα άτομα με αναπηρία στην Αθήνα και διαδήλωσαν για να έχουμε ίσα δικαιώματα και έβγαλαν και μια απόφαση και κάποιες προκηρύξεις, ότι θα υπάρχει κάποιο ποσοστό για
γονείς ή για τα ίδια τα άτομα. Ότι τα προνοιακά δεν θα κοπούνε. Αλλά θεωρώ ότι δεν γίνεται έτσι δουλειά. Και σιγά μην κάτσει να ασχοληθεί το κράτος. Εδώ δεν κάθεται να ασχοληθεί σε άλλα ζητήματα. Που βγαίνει ακόμα και αρτιμελής κόσμος. (…) Τώρα είτε θα πρέπει να υπάρξουν πολλές μαζικές κινητοποιήσεις, ώστε να διεκδικούν και άλλα περισσότερα πράγματα. Προς το παρόν αυτό που είχα δει είναι ότι διεκδίκησαν κάποιες θέσεις εργασίας και ίσα δικαιώματα για τους άλλους και να μην κοπούν αυτά τα επιδόματα που παίρνουν. Αυτό.” (συν. 5). Εδώ εκφράζεται μια σχετικά απαισιόδοξη εκτίμηση αναφορικά με τον κοινωνικό αντίκτυπο και την αποτελεσματικότητα των κινητοποιήσεων, κάνοντας σύγκριση με τα αποτελέσματα των διεκδικήσεων αρτιμελών. Αναφέρεται το στοιχείο της μαζικότητας των κινητοποιήσεων ως ένα μέσο αύξησης της πίεσης.
“Συσπείρωση και αγώνας γιατί δυστυχώς για τους αναπήρους , σε όλες τις αναπηρίες η καθημερινότητα είναι ένας αγώνας και θα ξαναπώ ότι αυτό δεν μας καθιστά ήρωες, απλά μας καθιστά ανθρώπους που δυστυχώς παλεύουμε για τα αυτονόητα. (…) Μπορεί εγώ να μην έχω ίδια άποψη από τον τάδε στα πολιτικά, αλλά για το ίδιο πράγμα θα παλέψουμε, οπότε γιατί να έχουμε αυτές τις διαφορές ας πούμε. Αν μη τι άλλο διχάζουν τον άνθρωπο και το χώρο. Διχάζουν τις κοινωνικές ομάδες και φυσικά δεν είμαστε για διχασμούς. Δυστυχώς είμαστε μειονότητα, είτε μιλάμε για τους τυφλούς είτε μιλάμε για την αναπηρία, είμαστε η μειονότητα. Καθώς αποτελεί μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Οπότε αγώνας και πίεση. Πίεση προς το κράτος , με επιστολές , με αναφορές , με προτάσεις για νόμους, όπως και γίνεται από σωματεία και από συλλόγους. Φυσικά για εμένα ρόλο παίζει και η ευαισθητοποίηση, δηλαδή ορθή ενημέρωση από τα ΜΜΕ με σεμινάρια , που επίσης γίνονται από τον πανελλήνιο σύλλογο, είτε από ομάδες, είτε από εθελοντές, σε όλους τους χώρους, ευαισθητοποίηση, ενημέρωση και αγώνας, από όλους.” (συν. 7).
“ Μετά άλλο ένα κομμάτι έχει να κάνει και με τη στάση των ανθρώπων , που εντάξει δεν ξέρω με ποιον τρόπο μπορεί το κράτος να την αλλάξει, με σεμινάρια; όπως και να έχει δεν ξέρω είναι κάτι πιο ριζικό, δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να αλλάξει (…) Σίγουρα όταν είναι όλοι μαζί και διεκδικούν κάτι σίγουρα ακούγεται πιο πολύ οπότε με αυτό, με πίεση. Γνωρίζω ότι υπάρχουν κάποιοι ανάπηροι που πιέζουν το υπουργείο να βγάλει προκηρύξεις για ΑμεΑ , θέλει διεκδίκηση πολύ ενεργητική και δραστηριοποίηση. Για να μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα κάπως. Και πάλι είναι μικρή ομάδα, αλλά με την πίεση και με την επιμονή μπορεί να επιτευχθεί κάτι.” (συν. 13).
Στα συγκεκριμένα αποσπάσματα δίνεται έμφαση στη στήριξη και συμμετοχή με μαζικό τρόπο σε οργανωμένες δράσεις, κινητοποιήσεις και κοινωνικούς αγώνες, ώστε να επέλθουν οι αλλαγές. Ιδιαίτερο ρόλο σε αυτό το πλαίσιο διαδραματίζει και η σωστή ενημέρωση και εκπαίδευση της εξω- ομάδας των μη αναπήρων. Αξία δίνεται, επίσης στη μόρφωση και εκπαίδευση και από πλευράς των αναπήρων, ως μέσο χειραφέτησης, που υλοποιείται μέσα από την εξασφάλιση της επαγγελματικής αποκατάστασης και εν τέλει την οικονομική ανεξαρτησία.
“Πιστεύω ότι τα ανάπηρα άτομα χρειάζεται να μην εγκαταλείπουν την την μόρφωση. Χρειάζεται να υπάρχει μια προσκόλληση , θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τη λέξη, στο σχολείο, στα μαθήματα, σε κάποιες ικανοποιητικές επιδόσεις που θα τους εξασφαλίσουν μια επαγγελματική αποκατάσταση που να είναι εφικτή με βάση την αναπηρία, γιατί ένας ανάπηρος άνθρωπος είναι πολύ δύσκολο να κάνει κάποια χειρωνακτική δουλειά. Συνεπώς, το να διαβάζει και να έχει μια καλή δουλειά και να ανοίξει μια πόρτα για μια διανοητική δουλειά είναι πάρα πολύ σημαντικό. Οπότε και οι ίδιοι οι γονείς και οι ανάπηροι μεγαλώνοντας πια, ως μεγάλα παιδιά του δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου, χρειάζεται να δίνουν μεγάλη σημασία στη μόρφωση . Πρέπει να γίνεται μια προσπάθεια να συνεχίζουν στο πανεπιστήμιο… Είναι βέβαια δύσκολο για έναν ανάπηρο φοιτητή να φύγει από την πόλη του
να πάει σε κάποια άλλη πόλη να σπουδάσει. Είναι επένδυση ολόκληρης οικογένειας αυτό.
Αλλά πραγματικά είναι μια επένδυση που αξίζει τον κόπο γιατί η αυτονομία του αναπήρου σχετίζεται άμεσα με την επαγγελματική του αποκατάσταση και με το πώς μπορεί να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ένα εισόδημα, πέρα από το αναπηρικό επίδομα, επειδή το αναπηρικό επίδομα δεν επιτρέπει την αυτόνομη διαβίωση εξ ολοκλήρου, δηλαδή να συντηρώ και ένα σπίτι, να συντηρώ και να βοηθώ, να έχω ένα άτομο να με φροντίζει και να συντηρώ και τους λογαριασμούς μου και να τρώω κιόλας. Το αναπηρικό επίδομα δεν φτάνει για όλα αυτά οπότε χρειάζεται ταυτόχρονα και μια δουλειά. Αν θέλω να μείνω κάποια στιγμή χωρίς τους γονείς μου και χωρίς κάποιο μέλος της οικογένειας, συγγενείς. Αν θέλω λοιπόν να ενηλικιωθώ χρειάζεται να μείνω σε ένα στόχο, επαγγελματικό πλάνο, να δοθεί πολλή έμφαση σε αυτό.” (συν. 4).
