Ψυχο-συναισθηματικές διαστάσεις του αποκλεισμού και ζητήματα ταυτότητας, υπό το πρίσμα του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζωγράφου Φρειδερίκης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΏΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 26ο

Απρ 9, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3.3 Κοινωνικός αποκλεισμός και ψυχο- συναισθηματικές αντιδράσεις

Στο συγκεκριμένο θεματικό άξονα διερευνάται η εμπειρία των συμμετεχόντων όσον αφορά στις συναισθηματικές αντιδράσεις, οι οποίες προξενούνται από τις ποικίλες διαστάσεις που λαμβάνει χώρα ο αποκλεισμός και η προκατειλημμένη συμπεριφορά. Η ενότητα χωρίζεται σε δύο διαφορετικά μέρη. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τις διάφορες αρνητικά φορτισμένες ψυχο- συναισθηματικές αντιδράσεις στον δομικό αποκλεισμό και στις προεκτάσεις του σε επίπεδο συμπεριφοράς. Στη δεύτερη ενότητα συζητιέται ο τρόπος που οι ψυχο- συναισθηματικές διαστάσεις της προκατάληψης αλληλοδιαπλέκονται με την εσωτερίκευσή της σε ψυχικό επίπεδο και επίπεδο συμπεριφοράς.

3.3.1 Ο αποκλεισμός ως πηγή αρνητικών συναισθημάτων

Οι εμπειρίες αποκλεισμού είτε σε δομικό είτε σε ψυχο- συναισθηματικό επίπεδο έχουν μια προφανή αρνητική επίπτωση στο αυτο- συναίσθημα. Όλοι οι συμμετέχοντες, με εξαίρεση έναν, συνέδεσαν τον αποκλεισμό με αρνητική συναισθηματική κατάσταση. Τα κυρίαρχα συναισθήματα που περιγράφονται είναι το άγχος, ο θυμός, η αδικία, η υποτίμηση, η απόρριψη.
“ Κοιτάξτε να δείτε, φέρνει σίγουρα εκνευρισμό και αδικία. Σας είπα δεν πάω εγώ, διαλέγω να πάω σε μέρη που έχει πρόσβαση για εμένα.” (συν. 1). “Μου δημιουργεί το αίσθημα του άγχους, ένα άγχος τρομερό, μια αβεβαιότητα του ότι δεν ξέρω τι θα συναντήσω βγαίνοντας από το σπίτι και ότι πρέπει να χαρτογραφήσω στο μυαλό μου την περιοχή που πρόκειται να βρεθώ, να φτιάξω έναν νοητό χάρτη πού έχει ράμπες και πού δεν έχει σε ποια μαγαζιά πάμε , εάν αυτά είναι προσβάσιμα ή σε ποιες υπηρεσίες, πώς εγώ θα το προσεγγίσω; (…) Δηλαδή, υπάρχουν εμπόδια τα οποία μπορεί να προκύψουν και ο ανάπηρος βγαίνει και δεν ξέρει ποια αναποδιά θα του έρθει επόμενα. Αυτό προκαλεί πάρα πολύ μεγάλο άγχος, αίσθημα αδικίας, αίσθημα ότι εγώ πρέπει να καταβάλλω πολλαπλάσια προσπάθεια για να κάνω πράγματα τα οποία είναι απλά στην καθημερινότητα το οποίο δεν οφείλεται στην αναπηρία μου αλλά στην αναπηρία του περιβάλλοντος το ότι το περιβάλλον είναι ανήμπορο να στηρίξει την παρουσία σε όλο το δημόσιο βίο. Εννοείται ότι τη στιγμή που προκύπτει μια δυσκολία υπάρχει μια αγωνία, πολλές φορές πανικός , έχω πάθει ας πούμε στιγμές έντασης, δεν θα πω κρίσεις πανικού, έχω βρεθεί σε στιγμές πανικού και έντασης με κάποιο ερέθισμα που αφορούσε κάποιο ανάπηρο περιβάλλον για να με υποστηρίξει να φτάσω εκεί που ήθελα. Έχω εκτεθεί σε κίνδυνο, δηλαδή έχω νιώσει το αίσθημα του κινδύνου.” (συν. 4).
“Λέω ώρες, ώρες “ωχ χριστέ μου”, με πιάνει ένα άγχος, κάθε φορά αυτό το πράγμα, αλλά εντάξει μια συνήθεια είναι, το έχω συνηθίσει πλέον. Είναι ρουτίνα και να πονάω δεν το σκέφτομαι, λέω αφού πρέπει να ανέβεις τα σκαλιά τέλος! Οπότε εντάξει το ξεπερνάω. Έχει γίνει ρουτίνα πλέον. Συνήθεια.” (συν. 5). Εδώ διαφαίνεται μια νοητική διαδικασία στρογγυλέματος για να μπορεί η ζωή να συνεχίζεται παρά τις δυσκολίες.
“ Ενόχληση, θυμός ως ένα σημείο” (συν. 8). “Θυμός κατ’ αρχήν, και μετά ένα αίσθημα απαξίωσης και μετά ένα αίσθημα αδιαφορίας” (συν. 7). “Κοίτα, στρες, εκνευρισμό,
απογοήτευση πολλές φορές, και στενοχώρια πολλές φορές.” (συν. 9). “Το συναίσθημα είναι τα νεύρα. Γιατί είναι που είναι κουραστικό, γιατί έλεγα πριν ότι είναι κουραστικό.” (συν. 13).
Αναφορικά με τις αντιδράσεις που σχετίζονται με τον αποκλεισμό στο επίπεδο της κοινωνικής συμπεριφοράς στις καθημερινές συναναστροφές, τονίζονται τα εξής: “Συναισθήματα οργής, θυμού, στενοχώριας και αδικίας. Αυτός ο συνδυασμός συναισθημάτων μου δημιουργείται σε περίπτωση εμποδίων αποκλεισμού (…) τα συναισθήματα που μου έχουν δημιουργηθεί είναι αρνητικά και στενάχωρα με μια μεγάλη δόση αδικίας, πικρίας και υποτίμησης προς το άτομό μας” (συν. 12).
“Θυμό, θυμό, συσσωρευμένο θυμό. Από τη μικρή μου ηλικία. (…) Πολύ θυμό αισθανόμουν και ένα γιατί, μέχρι τα 12 μου, μέσα μου ήταν έκδηλο ένα γιατί. Γιατί να τύχει σε εμένα, γιατί να με κοιτάνε έτσι, γιατί ψιθυρίζουν όταν περνάω. Γιατί πάντα δεν ήταν ίδιο το περπάτημα με αυτό που έχω τώρα, έχω κάνει πολλές επεμβάσεις” (συν. 6). Εν προκειμένω, οι επιδράσεις του αποκλεισμού και των διακρίσεων συνδέονται με τη σοβαρότητα της βλάβης.
Ο κοινωνικός κόσμος αποτελεί ένα εχθρικό περιβάλλον για τους αναπήρους, και το συναίσθημα που δημιουργεί είναι αποτελούν τους παρίες που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας. “Νιώθω πως ακόμα βρίσκομαι σε κόσμο που δεν είναι φτιαγμένος για ανθρώπους με αναπηρία. Μου δίνει μια μικρή στεναχώρια αλλά είμαι αισιόδοξος πως τα πράγματα θα αλλάξουν κάποια στιγμή. Συναισθήματα απόρριψης, ματαίωσης, απελπισία και στεναχώρια. Αυτά τα αντιμετώπιζα μικρότερος. Πλέον βλέπω πως η κοινωνία αλλάζει προς το καλύτερο.” (συν. 10)
“Είμαι σίγουρη ότι ο κόσμος δεν έχει φτιαχτεί για κανένα διαφορετικό άνθρωπο. Είναι φτιαγμένος για το μέσο όρο και τελικά κανείς μας δεν ανήκει στο μέσο όρο. Άρα δεν
είναι  φτιαγμένος  για  κανένα.  Δηλαδή  όποιον  και  να  ρωτήσω  έχω  την  αίσθηση  ότι θα απαντήσει ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για εκείνος. Μα είναι γυναίκα, μα είναι ανάπηρος, μα είναι ξένος, μα είναι αλλόθρησκος, είναι μέλος της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας , ότι ας πούμε και να νοήσουμε ως διαφορετικότητα υφίσταται βία και αποκλεισμό. Αναφορικά με το συναίσθημα, είναι ένα αίσθημα βίας, νιώθω ότι υφίσταμαι βία από αυτές τις διακρίσεις , άμεση και κεκαλυμμένη, είναι πολλές φορές μια επιθετικότητα κρυμμένη πίσω από αγαθές προθέσεις και από political correct γνώσεις που έχουν πάρα πολύ οίκτο και μισαναπηρισμό, οι οποίες τη συνοδεύουν. Σιγά, σιγά ξεκίνησα να τα ξεκλειδώνω και να τα καταλαβαίνω αυτά. Και όσο τα καταλαβαίνω και έχω επίγνωση τόσο περισσότερο θίγομαι, όμως αυτό το αίσθημα του να θίγομαι, προσπαθώ να προχωράω να έχω ανοιχτή καρδιά και ανοιχτό μυαλό και να συνεχίζω.” (συν. 4) Στο παραπάνω απόσπασμα βλέπουμε μια σύνδεση που κάνει ο/ η ομιλητής/τρια με άλλα άτομα τα οποία προέρχονται από περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες, με τα οποία αισθάνεται αλληλεγγύη ως προς τα βιώματα αποκλεισμού και περιθωριοποίησης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο