3.3.2 Συναισθηματικές αντιδράσεις και εσωτερικευμένη καταπίεση
Στο πλαίσιο του ψυχο- συναισθηματικού αποκλεισμού, οι προκαταλήψεις σχετικά με την ελκυστικότητα που υποβάλλονται από τα κανονιστικά πρότυπα, επηρεάζουν τον τρόπο που τα άτομα νοηματοδοτούν τις μελλοντικές τους εμπειρίες. Έτσι, εκφράζονται ως αντιδράσεις προσωπικές πεποιθήσεις ότι θα διάγουν μια ζωή μοναχικοί.
“Είχα ένα διάστημα αρκετά μεγάλο που πίστευα ότι θα είμαι για μια ζωή μόνη μου και αυτό μου έβγαινε μάλλον από άμυνα για να μην πληγωθώ. Αυτό μου έφερνε και ανασφάλεια γιατί έχω δύο γονείς που καλά να είναι οι άνθρωποι, κάποια στιγμή θα φύγουν από αυτή τη ζωή (…) και ήρθε μια φάση που νόμιζα ότι θα είμαι έτσι για μια ζωή και ότι δεν θα έχω κανένα στήριγμα. Εκεί με έπιασε η τρέλα με την προσωπική μου ζωή και ότι πρέπει να το αποβάλλω αυτό που πιστεύω ότι θα είμαι μια ζωή μόνη μου. Ήρθε η στιγμή που έγινε και είναι πολύ βασικό να βλέπεις και αυτό το κομμάτι. Είναι βασικό όμως να αναγνωρίζεις και αυτό το κομμάτι.” (συν. 2)
“Υπάρχει μια δυσκολία ένας άντρας μη ανάπηρος να φανταστεί τη ζωή του με μία ανάπηρη γυναίκα. Ωστόσο, δεν είναι ακατόρθωτο. Έχω ολοκληρωμένη σεξουαλική ζωή, έχω όλες τις εμπειρίες που θα είχε μια γυναίκα όσον αφορά στον ερωτικό τομέα στην ηλικία των 25 που βρίσκομαι. Έχω μια ολοκληρωμένη σχέση με έναν άνθρωπο που βέβαια τώρα έχει τελειώσει, αλλά κράτησε πολλούς μήνες και ήταν όντως ένας άνθρωπος που φανταζόταν τη ζωή του μαζί μου. Και αφού αυτό συνέβη μια φορά μπορεί και να ξανασυμβεί. Δεν είναι κάτι ακατόρθωτο. Και εγώ κάποτε θεωρούσα ότι είναι κάτι ακατόρθωτο και ήμουν αρκετά απαισιόδοξη . Πίστευα ότι κανείς δεν θα μπορέσει να δεθεί μαζί μου, γνωρίζοντας ότι πάντα θα χρειάζονται κάποια πράγματα βοήθειας από μεριάς του. Μπορεί να θέλει κάτι περιστασιακό ή μόνο κάτι σεξουαλικό και να μην δεθεί παραπάνω. Είχα τέτοια δείγματα, είχα τέτοιες εμπειρίες, όμως είχα και από τις άλλες εμπειρίες τις πιο πολύπλευρες τις πιο συναισθηματικές και πια είμαι σίγουρη, πατάω πάρα πολύ γερά σε αυτό το κομμάτι γιατί έχω αυτή την εμπειρία. Και τόλμησα και να φύγω από σχέσεις και να εγκαταλείψω σχέσεις χωρίς να φοβηθώ ότι θα μείνω μόνη.” (συν. 4)
Σε άλλες περιπτώσεις αναφέρεται η δυσκολία διαχείρισης καταστάσεων, οι οποίες φέρνουν το άτομο αντιμέτωπο με τον τρόπο που δείχνει προς τους άλλους. “Εγώ να σου πω θα νιώσω πιο άβολα αν θα δω (…) ένα άτομο με αναπηρία, το οποίο το βλέπω, το πως κινείται και τις κινήσεις που κάνει γιατί είναι σαν βλέπω με έναν τρόπο τον εαυτό μου (…) Γιατί δεν είναι εύκολο να εξοικειωθείς με τη δική σου την εικόνα. Οκ οι άλλοι σε βλέπουν, εσύ τον εαυτό σου πως θα τον δεις; Οπότε εκεί λίγο καταλάβαινα ότι όπα ας πούμε κάτι αλλιώτικο συμβαίνει, που εγώ μπορεί να μην το μετράω, αλλά οι άλλοι το βλέπουνε.” (συν. 2)
Επιπρόσθετα, εμπειρίες απόρριψης διαμορφώνουν και επηρεάζουν τις σκέψεις και τις πράξεις. Απότοκο μπορεί να είναι συναισθήματα ντροπής και διαστρέβλωσης των αναγκών για να κάνουν τον εαυτό τους περισσότερο αποδεχτό στο εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο. “ Στο παρελθόν έχει χρειαστεί να παριστάνω ότι δεν έχω κάποιες ανάγκες από αυτές που είχα. Ότι εμένα ας πούμε δεν μου χρειάζεται να πάω τουαλέτα, μπορώ να μείνω εκτός σπιτιού για 12 ώρες, χωρίς βοήθεια για να πάω τουαλέτα γιατί τουαλέτα με πηγαίνανε μόνο οι άνθρωποι που με φροντίζανε στο σπίτι, όχι οι φίλοι μου, όχι σε κάποια καφετέρια, μόνο σε σπίτι κ.τ.λ. Οπότε εγώ παρίστανα ότι δεν μου χρειάζεται να πάω τουαλέτα. Που πήγαιναν οι άλλοι πέντε φορές τουαλέτα μέσα στις 12 ώρες. Όλος ο κόσμος. Εγώ όχι, ήμουν σούπερ ήρωας, δεν χρειαζόταν να πάω τουαλέτα. Έχω διαστρεβλώσει πάρα πολύ τις ανάγκες μου και σε σωματικό και σε ψυχικό επίπεδο, για να περνιέμαι για λιγότερο ανάπηρη. Είμαι πάρα πολύ καλύτερα σε αυτό. Είμαι πολύ πιο εκδηλωτική στις ανάγκες μου, πολύ πιο διεκδικητική, προτεραιότητα είναι να είμαι εγώ καλά σε κάθε επίπεδο.” (συν.4)
“Εγώ ας πούμε λίγο παλιότερα όταν ήμουν πιο μικρή βέβαια ντρεπόμουν να χρησιμοποιήσω το μπαστούνι όντως. Βέβαια κάποια στιγμή όταν γυρνούσα από το φροντιστήριο βράδυ είπα δεν γίνεται θα το ανοίξω, θα σκοτωθώ. Και επειδή έτσι κι αλλιώς είχα μπαστούνι και είχα κάνει και κάποια μαθήματα, το άνοιξα εν τέλει και μετά εξοικειώθηκα σιγά σιγά, μέχρι πρόσφατα εξοικειώθηκα τελείως. Μέχρι τα τέλη της εφηβείας δεν είχα εξοικειωθεί πλήρως. Η αλήθεια είναι ότι η όρασή μου ήταν λίγο καλύτερη τότε, οπότε ίσως δεν το χρειαζόμουν, ίσως νόμιζα ότι δεν το χρειαζόμουν. Εθελοτυφλούσα. Αυτό μόνο μπορώ να αναφέρω ότι στην αρχή κάπως ντρεπόμουν (…) Στο κομμάτι αυτό που
λέγαμε πριν ότι ντρεπόμουν να χρησιμοποιήσω το μπαστούνι, ίσως ένα κομμάτι έχει να κάνει με το ότι φοβόμουν ότι άμα έμπαινα στο σπίτι με το μπαστούνι. Όχι ότι θα είχα κακή αντιμετώπιση ή άσχημη. ‘Ότι ίσως θα ένιωθε άσχημα και ο πατέρας μου, γιατί δεν το είχε αποδεχτεί πλήρως. ” (συν. 7)
“Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Δηλαδή δεν έχω αλλάξει κάτι από τον εαυτό μου. Το μόνο που σκέπτομαι είναι ότι στο σχολείο δεν μίλαγα πολύ, δηλαδή δεν φαινόταν, δηλαδή από το δημοτικό μέχρι το λύκειο λειτουργούσα σαν να ακούω. Δηλαδή και στους καθηγητές, δεν το έδειχνα δεν φαινόταν. Αυτό. Αλλά έγινε πολύ ασυναίσθητα.” (συν. 13). Εδώ αναφέρεται ότι δεν υπήρχε η συνειδητότητα για την προσπάθεια που καταβάλλονταν να φανεί ο εαυτός περισσότερο αποδεκτός στο σχολικό περιβάλλον.
Ακόμα αξίζει να επισημανθεί ότι οι συμμετέχοντες επανέλαβαν τις αυξημένες κοινωνικές προσδοκίες και την πάλη για αναγνώριση της αξίας, που καταδυνάστευαν τους ίδιους σε πρότυπα επιτυχίας που επιβάλλονταν από το περιβάλλον.
“Έκανα πολύ περισσότερα από όσα περίμεναν οι δικοί μου και είναι πάρα πολύ περήφανοι για αυτό. Με διακατείχε πάντα, τώρα μου ήρθε αυτό που το συζητάμε, ότι εγώ πρέπει να καταφέρω τα πάντα για να πείσω ότι μπορώ, δηλαδή σαν να ήταν ένας μαραθώνιος. Τώρα μου βγήκε αυτό που μιλάω μαζί σου, τώρα το σκέφτηκα, σαν η ζωή μου ως εδώ να ήταν ένας μαραθώνιος που έπρεπε να αποδείξω, σε ποιόν σε ξέρω, τελικά μάλλον στον ίδιο μου τον εαυτό πρώτα έπρεπε να τα αποδείξω όλα αυτά.” (συν. 6)
Αναφερόμενη στον πατέρα της η Συν. 7 λέει: “Ήταν γενικά πολύ υποστηρικτικός και προσπάθησε να κάνει πράγματα να μου δείξει ότι είμαι ίση με τους άλλους και να μου πει ότι μπορεί να έχεις ένα πρόβλημα, αλλά αυτό δεν σε ξεχωρίζει. Βέβαια, ίσως αυτό υπεργενικεύτηκε και πήγε στο επίπεδο ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα και εγώ μετά λίγο δυσκολευόμουν και έλεγα “γιατί δεν μπορώ να τα κάνω αφού όλοι το κάνουν;” οπότε ξέρεις λίγο υπερμεγενθύθηκε. Αλλά σε γενικές γραμμές ήταν πολύ υποστηρικτικός, και περνώντας και τα χρόνια την αποδέχθηκε τελείως την αναπηρία.”
“Νομίζω το να προσαρμοστεί ο καθένας το κάνει σαν μηχανισμό στο περιβάλλον που βρίσκεται. (…) Οπότε, ναι, από μέρους μου έχω προσαρμοστεί σε καταστάσεις χωρίς να αλλάξω τον εαυτό μου για να είμαι αρεστός. Ωστόσο, πολλές φορές έχω νιώσει την πίεση από κοινωνικές προσδοκίες, να επιτύχω λίγο παραπάνω από όσο χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή, ε κάτι που με είχε ταλαιπωρήσει για ένα διάστημα, στο αθλητικό κομμάτι κυρίως.” (συν. 9)
