3.1.2 Ο αποκλεισμός σε δημόσιους χώρους ως έλλειψη κουλτούρας προσβασιμότητας.
Μια άλλη πλευρά του αποκλεισμού απαντάται στον τρόπο συμπεριφοράς των μη αναπήρων στον κοινωνικό χώρο. Ο κοινωνικός χώρος καταλαμβάνεται από τους μη αναπήρους και η κυριαρχία τους αυτή, όπως περιγράφεται στο λόγο των συμμετεχόντων, διαμορφώνει μια στάση που στερείται σε χαρακτηριστικά που να οδηγούν σε μια κουλτούρα προσβασιμότητας.
“Τα άτομα που εργάζονται σε υπηρεσίες δεν έχουν την εκπαίδευση για να σε κατευθύνουν όπως πρέπει. Δηλαδή, θα σου πει ο άλλος πρέπει να πας εκεί στο απέναντι γραφείο. Δηλαδή που είναι το εκεί; Τι εννοεί; Εγώ τον βλέπω που θα μου κάνει έτσι το χέρι. Ένα άτομο όμως που έχει ολική τύφλωση και θα πάει μόνος του στην υπηρεσία; Οπότε αυτό είναι ένα ζήτημα αμορφωσιάς, άγνοιας, απαξίωσης. (…) Καταστάσεις όπως στα λεωφορεία, ας πούμε, που μπορεί να μπεις με το μπαστούνι, και κατ’ αρχήν οι οδηγοί δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι. Σταματάνε όπου να ‘ναι στη στάση, πολλοί από αυτούς δεν ανοίγουν. Γιατί έχουμε πει επανειλημμένως και έχει μιλήσει και ο πανελλήνιος σύνδεσμος που είναι το όργανο, το θεσμοθετημένο όργανο για τα δικαιώματα, έχουνε κάνει κρούση, έχουν στείλει επιστολές και έχουν πει ότι θα σταματάτε όταν δείτε μπαστούνι ακριβώς μπροστά στο μπαστούνι. Θα ανοίγουν την πόρτα και πρέπει να λένε ποιο λεωφορείο είναι.” (συν. 7).
Μια ακόμα αντιμετώπιση που περιγράφεται είναι η αγένεια λόγω της ύπαρξης του ατόμου με βλάβη στον κοινωνικό χώρο. “Υπάρχει γενικά πολύ απότομη συμπεριφορά . Θυμάμαι τουλάχιστον δύο φορές, να μπαίνω στο μετρό και επειδή ο κόσμος τρέχει από τις κυλιόμενες και ενώ υπάρχουν και άλλες σκάλες ο κόσμος να κατεβαίνει από τις κυλιόμενες για να προλάβει το μετρό. Και να είναι σε φάση, “Άντε μια ώρα, καλά δεν βλέπεις;”. Και να του λες “Όχι δεν βλέπω” και να έχει μείνει ο άλλος, μόνο και μόνο επειδή βιαζόταν και δεν το έχει παρατηρήσει και επειδή εσύ είσαι με πλάτη. Και μετά είναι σε φάση “γκάφα έκανα”, αλλά την έκανε. (συν. 8).
“Ένα βασικό πρόβλημα που εμφανίζεται πολλές φορές είναι η κουλτούρα προσβασιμότητας που σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει. Παραδείγματος χάριν κάποιος θα αφήσει το αυτοκίνητό του πάνω στο πεζοδρόμιο χωρίς να σκεφτεί ότι εμποδίζει κάποιους ανθρώπους να περάσουν. ντιλιβεράδες θα μπαίνουν πάνω στο πεζοδρόμιο χωρίς κανένα θέμα. (συν.9)”. Διαφαίνεται, λοιπόν, στις παραπάνω περιπτώσεις ότι η ύπαρξη ή κίνηση ενός αναπήρου δεν αποτελεί ένα πιθανό σενάριο ή μια πιθανότητα.
Για τους συμμετέχοντες με βαρηκοΐα- κώφωση ένας επιπλέον περιορισμός έχει προκύψει εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού. Ειδικότερα, αποκλεισμό αποτελεί η έλλειψη μέριμνας για την προμήθεια μασκών που να διευκολύνουν τη χειλεανάγνωση. “Απλά τώρα με τον κορονοϊό υπάρχει θέμα μεγάλο επειδή με τις μάσκες δεν μπορώ να καταλάβω πολύ τι λέει ο άλλος. Και μάλιστα, είχα πάει κάπου, που ήθελα να κάνω κάτι για το ακουστικό μου και μέχρι και εκεί είχαν κανονικές μάσκες. Και μου είχε κάνει εντύπωση, γιατί εκεί πηγαίνουν μόνο κωφοί. Οπότε είναι έτσι. Δηλαδή, ούτε καν στις δομές που πηγαίνουν οι κωφοί δεν θα υπάρχει μέριμνα σε αυτό, οπότε υπάρχει αρκετά μεγάλο θέμα. Αλλά εντάξει έχω βρει κάπως τον τρόπο για να μην έχω θέμα και να το αντιμετωπίζω. Δηλαδή δεν με νοιάζει τόσο το ότι μπορεί σε κάποιον να του φανεί κάτι περίεργο. (συν. 13)”.
