Ψυχο-συναισθηματικές διαστάσεις του αποκλεισμού και ζητήματα ταυτότητας, υπό το πρίσμα του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ζωγράφου Φρειδερίκης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΏΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΏΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής: Εκπαίδευση Ενηλίκων, Ειδική Αγωγή» – Μέρος 14ο

Μαρ 31, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

2.5 Διαδικασία ανάλυσης των δεδομένων

Μετά την ολοκλήρωση της συλλογής του προς ανάλυση υλικού, ακολούθησε η διαδικασία της απομαγνητοφώνησης. Η απομαγνητοφώνηση έγινε από την ίδια την ερευνήτρια, αφού έγινε μια αρχική ακρόαση των συνεντεύξεων, για να επιτευχθεί όσο το δυνατόν περισσότερο πιστή αποτύπωση του συγκεντρωθέντος υλικού. Η απομαγνητοφώνηση αποφάσισα να γίνει εξ ολοκλήρου από εμένα, καθώς με τον τρόπο αυτό θα επιτυγχάνονταν η άμεση εξοικείωση και εμβάθυνση στο περιεχόμενο των συνεντεύξεων. Τέλος, κατά την καταγραφή, η απόδοση των λεγόμενων επιχειρήθηκε να είναι όσο το δυνατό περισσότερο πιστή και περιλάμβανε σημεία με παύσεις, γέλιο, ή δισταγμό.
Αναφορικά με τη μέθοδο ανάλυσης των αποτελεσμάτων, ακολουθήθηκε η θεματική ανάλυση. Η θεματική ανάλυση αποτελεί τη μέθοδο, η οποία χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό, την ανάλυση και την παράθεση θεμάτων ή μοτίβων τα οποία προκύπτουν από τα δεδομένα και αποτελεί μια ευρέως χρησιμοποιούμενη μέθοδο στην ανάλυση ποιοτικών δεδομένων (Braun & Clarke, 2006). Ο στόχος αυτής της μεθόδου ανάλυσης είναι ο εντοπισμός και η συγκρότηση μοτίβων που επαναλαμβάνονται σε επίπεδο περιεχομένου και απόδοσης νοήματος (Willig, 2015). Σύμφωνα με τον Boyatzis (1998), η θεματική ανάλυση στηρίζεται σε μια διαδικασία κωδικοποίησης, μέσω της οποίας ο ερευνητής καταλήγει στον προσδιορισμό θεμάτων, τα οποία είτε μπορεί να είναι αλληλοσυνδεόμενα, είτε να συνδέονται αιτιακά, αλλά και συνδυασμό των δύο. Επομένως, το θέμα νοείται σε έναν μικρότερο βαθμό ως απλή περιγραφή και οργάνωση των κοινών μοτίβων, ενώ σε ένα μεγαλύτερο βαθμό ερμηνεύει και αναλύει πλευρές του υπό εξέταση φαινομένου (Willig, 2015).
Ειδικότερα, τη βάση ανάλυσης αποτέλεσε το προκαθορισμένο θέμα των ψυχο- συναισθηματικών διαστάσεων του αποκλεισμού και ζητημάτων ταυτότητας, όπως προέκυψε από την ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, αλλά η κωδικοποίηση δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή την αρχική οργάνωση, καθώς, καθίσταται δυνατή η ανάδυση θεμάτων τα οποία προέρχονταν από τα ίδια τα δεδομένα. Η κωδικοποίηση πραγματοποιήθηκε με βάση τις αρχές της Willig (2015). Αρχικά, πραγματοποιείται η εξοικείωση με τα  δεδομένα  μέσω  πολλών αναγνώσεων. Στη συνέχεια, εξετάζεται το κείμενο σειρά προς σειρά για την απόδοση κωδικών βασισμένων στο ερευνητικό ερώτημα. Η προσέγγιση, η οποία ακολουθήθηκε κατά την διαδικασία της κωδικοποίησης,
ήταν ένας συνδυασμός επαγωγικής και παραγωγικής. Κατά την επαγωγική, ο κωδικός ο οποίος δημιουργείται εκφράζει αμιγώς το νόημα που εκφράζει ο συμμετέχων, μέσω των λεγομένων του, στο εκάστοτε απόσπασμα. Στην παραγωγική εμπεριέχεται στην οποιαδήποτε μονάδα νοήματος που κωδικοποιείται και ένα χαρακτηριστικό το οποίο ενδιαφέρει τον ερευνητή. Οι κωδικοί εκφράζουν με έναν σύντομο τρόπο την ερμηνεία που δίνει ο ερευνητής σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι. Αυτό το κομμάτι, βέβαια, προκύπτει από το ίδιο το κείμενο και δεν επιβάλλεται εκ των προτέρων από τον ερευνητή (Willig, 2015). Οι αρχικοί κωδικοί οι οποίοι δημιουργήθηκαν ήταν 11 σε αριθμό. Για κάθε κωδικό που
αποδόθηκε  αναγνώστηκαν  εκ  νέου  τα  αποσπάσματα  κειμένου  τα  οποία  συνόψιζε και έγιναν οι κατάλληλες διορθώσεις με σκοπό να καλύπτονται τα κριτήρια τα οποία έχουν τεθεί για την κωδικοποίηση. Αφού δημιουργήθηκαν όλοι οι κωδικοί, ξεκίνησε η ομαδοποίησή τους σε ευρύτερες κατηγορίες, στα θέματα.
Κρίνεται απαραίτητο τα θέματα να αποδίδουν το σύνολο των σημαντικότερων νοημάτων που αναδύονται μέσα από τα δεδομένα, και για αυτό το λόγο προϋπόθεση αποτελεί να προσδιοριστεί ένας άξονας που θα κρίνει την καταλληλότητα των θεμάτων, σύμφωνα πάντα και με το ερευνητικό ερώτημα (Willig, 2015). Ο αριθμός των βασικών θεμάτων ήταν 18. Παράλληλα θεωρήθηκε σκόπιμο να διατηρηθεί ένα αρχείο, όπου θα περιγράφονταν συνοπτικά τα ζητήματα τα οποία συζητήθηκαν, αναφορικά με κάθε κωδικό. Επιπλέον, διαμορφώθηκε ένα ακόμα αρχείο το οποίο περιλάμβανε τα αποσπάσματα κειμένου για κάθε θέμα που δημιουργήθηκε. Τέλος, κατά το τρίτο βήμα της ανάλυσης τα 18 βασικά θέματα ομαδοποιήθηκαν σε 5 ευρύτερα θέματα. Ο στόχος ήταν να ομαδοποιηθούν τα δεδομένα που συλλέχθηκαν, ώστε να μετουσιώνεται σε μη γραμμική η ανάγνωσή τους (Αρμένης, 2015).
Η μέθοδος αυτή αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο στην έρευνα, καθώς χαρακτηρίζεται από «θεωρητική ελευθερία» και ευελιξία, παρέχοντας ερμηνευτικό πλούτο πληροφοριών, οι οποίες όμως δεν στερούνται συνθετότητας (Braun & Clarke, 2006). Επεξηγηματικά, όπως επισημαίνει και η Willig (2015), η συγκεκριμένη μέθοδος επιτρέπει στον ίδιο τον ερευνητή να προβεί σε ελεύθερη επιλογή θεωρητικών θέσεων καθώς δεν επιβάλλει συγκεκριμένο επιστημολογικό υπόβαθρο. Λόγω της απουσίας σαφούς οριοθέτησης, λοιπόν, η θεματική ανάλυση μπορεί να αποκτήσει και μια πιο κριτική σκοπιά έρευνας, δίνοντας την δυνατότητα στον ερευνητή να προχωρήσει σε ενέργειες, οι οποίες θα προσδιορίζουν τη μορφή της ανάλυσης που θα προβεί, καθιστώντας, παράλληλα, σαφές
το τι κάνει, γιατί και πώς (Braun & Clarke, 2006).
Εφόσον η μέθοδος της θεματικής ανάλυσης δεν προϋποθέτει συγκεκριμένο θεωρητικό υπόβαθρο, για την ανάλυση του υλικού αξιοποιούνται οι κοινωνικό- κονστρουξιονιστικές θεωρητικές αρχές ως επιστημολογικό υπόβαθρο της έρευνας. O κοινωνικός κονστρουξιονισμός δίνει έμφαση στον παράγοντα της ανθρώπινης εμπειρίας η οποία έχει ιστορική, πολιτισμική και γλωσσική υπόσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, η εμπειρία δεν αντιμετωπίζεται ως απλή αντανάκλαση των περιβαλλοντικών συνθηκών, αλλά ως συνάρτηση υποκειμενικής της νοηματοδότησης αυτών των συνθηκών. Ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζει η γλώσσα η οποία κατασκευάζει κοινωνικά τα φαινόμενα και τα συμβάντα, μέσω διαφορετικών περιγραφών που οδηγούν σε διαφορετικούς τρόπους ανάλυσης (Willig, 2015).
Επίκεντρο του ενδιαφέροντος στην κονστρουξιονιστική μέθοδο είναι η ανίχνευση των διαφορετικών τρόπων, μέσω των οποίων κατασκευάζεται η πραγματικότητα και κατ’ επέκταση η αναγνώριση των επιπτώσεων στην ανθρώπινη εμπειρία και τις κοινωνικές πρακτικές. Ο ερευνητής, ο οποίος ακολουθεί την κοινωνικο- κονστρουξιονιστική σκοπιά, θεωρεί ότι οι τοποθετήσεις των συμμετεχόντων στην έρευνα δεν αποτελούν απλώς περιγραφές μιας εσωτερικής πραγματικότητας ή ψυχολογικών διεργασιών. Αντιθέτως, οι πληροφορίες οι οποίες παρέχονται και γίνονται διαθέσιμες μέσα από τις αναφορές των συμμετεχόντων γίνονται αντιληπτές ως τους διαθέσιμους τρόπους, τους οποίους έχουν, για να μιλήσουν για το θέμα και τις επιπτώσεις που έχουν αυτές οι κατασκευές πάνω στους ανθρώπους, οι οποίοι επηρεάζονται (Willig, 2015).
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Vivien Burr (όπως αναφ. στο Αρμένης, 2015), ο κοινωνικός κονστρουξιονισμός χαρακτηρίζεται από την κριτική σκοπιά απέναντι στο δεδομένο της γνώσης. Προτάσσει την αντίθεση προς τη θέαση της γνώσης για τον κόσμο
ως αντικειμενικής αλήθειας και φυσικής πραγματικότητας. Αντίθετα, η γνώση θεωρείται ως προϊόν της γλώσσας και των κατηγοριοποιήσεων που δημιουργούνται για την περιγραφή του κόσμου. Δεν συνεπάγεται με την αντίληψη ότι τίποτα δεν είναι αληθινό, αλλά ότι το κοινωνικό πλαίσιο ζωής και δραστηριοποίησης δημιουργείται και κατασκευάζεται κοινωνικά.

Μετάβαση στο περιεχόμενο