«Προαπαιτούμενες δεξιότητες για την ενίσχυση του αυτοπροσδιορισμού σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με αναπηρίες: μία διερευνητική μελέτη των πρακτικών των γονέων» – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Λέδιας Λιτσένη – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Ειδική αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 11ο
1.9 Αναγκαιότητα της έρευνας
Είναι ευρύτατα διαδεδομένη η άποψη πως ο αυτοπροσδιορισμός έχει συνδεθεί θετικά με τη σχολική επιτυχία των παιδιών με αναπηρία (Shogren et al., 2025). Σχετικά με την ενήλικη ζωή των ατόμων με αναπηρία, έχει συσχετιστεί με την επιτυχημένη εργασιακή απασχόληση και την ενεργή συμμετοχή στην κοινότητα (Shogren, Wehmeyer, Palmer, Rifenbark & Little, 2015). Επιπλέον, συμβάλλει στη γενικότερη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους (Wehmeyer, 2020). Σημαντικό, επίσης, να ειπωθεί εκ νέου, είναι και τα πολλαπλά οφέλη στην κοινωνικοσυναισθηματική, ακαδημαϊκή και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών με αναπηρία, από την προώθηση πρακτικών αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς. Στην εικοσαετή διαχρονική έρευνα των Gilmore και Cuskelly (2017), οι οποίοι μελέτησαν 25 παιδιά με Σύνδρομο Down, βρέθηκε πως η ύπαρξη κινήτρου για επίτευξη στόχων και η επιτυχημένη αυτορρύθμιση, συνέβαλε στην ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού και των προσαρμοστικών δεξιοτήτων στην ενηλικίωση, καταδεικνύοντας τη σπουδαιότητα της αυτορρύθμισης και της επίτευξης στόχων (επίλυση προβλήματος) στην ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού. Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα πως ο αυτοπροσδιορισμός αποτελεί ένα ουσιαστικό στοιχείο της ευημερίας και της ευτυχίας του ατόμου, το οποίο για να αναπτυχθεί, ιδίως σε περιπτώσεις παιδιών με αναπηρία, χρειάζεται την πρώιμη εξάσκηση στις προαπαιτούμενες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού, ήδη από την προσχολική ηλικία. Αυτό αρχίζει να γίνεται άμεσα αντιληπτό σε πολλές έρευνες του εξωτερικού, όπου υπάρχει ένα αναδυόμενο ενδιαφέρον για τη μελέτη αυτού του θέματος, αν και ακόμα οι έρευνες είναι περιορισμένες. Αντίθετα, στην Ελλάδα εντοπίζεται ερευνητικό έλλειμμα, διότι δεν υπάρχει καμία έρευνα που να μελετά τις πρακτικές των γονέων για τις προαπαιτούμενες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού στην προσχολική ηλικία και σε παιδιά με αναπηρία, όπως αποδεικνύεται από την αναζήτηση της συναφούς βιβλιογραφίας και από την Καρτασίδου (2015). Εύκολα, λοιπόν, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως υπάρχει ερευνητικό κενό στην Ελλάδα, το οποίο αξίζει να διερευνηθεί, με βάση τη σπουδαιότητα της ανάπτυξης των πρώιμων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού, ως θεμέλια για τον μετέπειτα ολοκληρωμένο αυτοπροσδιορισμό των παιδιών με αναπηρία.
Η κάλυψη του βιβλιογραφικού ελλείμματος στην Ελλάδα, θα μπορούσε να φέρει τους γονείς σε επαφή με την έννοια του αυτοπροσδιορισμού και τη χρησιμότητά του, ενισχύοντας την παροχή ευκαιριών για αυτοπροσδιοριζόμενες συμπεριφορές στα παιδιά με ΔΑΦ και ΝΑ. Κατ’ επέκταση, η παραδοχή της αξίας των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού, μπορεί να οδηγήσει τους γονείς στη διεκδίκηση της εισαγωγής του αυτοπροσδιορισμού στην εκπαίδευση, ενισχύοντας τις ευκαιρίες για αυτοπροσδιορισμό, μέσω της συστηματική εκπαίδευσής του (Grigal et al., 2003). Αυτή η κινητοποίηση των γονέων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στα πλαίσια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όσον αφορά τους μαθητές με αναπηρία, καθώς δεν παρέχεται ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού (Καρτασίδου, 2015). Επιπροσθέτως, είναι αποδεδειγμένο πως καλύτερα αποτελέσματα για την ανάπτυξη δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού, επιτυγχάνονται με τη συνεργασία και με την από κοινού εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς (Chu, 2018a).
Σχετικά με τις προγνωστικές μεταβλητές, οι οποίες σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, προβλέπουν την ανάπτυξη πρακτικών αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς, είναι κρίσιμο να αναδειχθεί ο ρόλος τους και στην ελληνική οικογένεια με παιδιά με αναπηρία, προκειμένου να εξεταστούν και να αποτελέσουν πεδίο παρέμβασης από κυβερνητικές πολιτικές και πεδίο αξιολόγησης και υποστήριξης των οικογενειών από πλευράς εκπαιδευτικών, για την ενίσχυση του αυτοπροσδιορισμού στα παιδιά. Ιδίως για το οικονομικό επίπεδο των γονέων, η έρευνα μας πληροφορεί ότι οι οικογένειες με χαμηλό εισόδημα παρέχουν λιγότερες ευκαιρίες αυτοπροσδιορισμού στα παιδιά τους. Στα πλαίσια της ελληνικής οικογένειας, το εισόδημα αποκτά βαρύνουσα σημασία, επειδή σύμφωνα με την Ετήσια Έρευνα για το Εισόδημα & τις Δαπάνες Διαβίωσης Νοικοκυριών 2024 (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, 2025), το 60% των οικογενειών αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές δυσκολίες και το 11,7% ζει σε επίπεδα ακραίας φτώχειας, αδυνατώντας να καλύψει τα βασικά για τη διαβίωση. Παρά τις προκλήσεις σε οικονομικό επίπεδο, θετικά αποτελέσματα εντοπίζονται στο επίπεδο εκπαίδευσης των Ελλήνων/-ίδων. Σύμφωνα με την Έκθεση Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης και Κατάρτισης 2024 (Education and Training Monitor, 2024) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 44,5% των Ελλήνων/-ίδων ηλικίας 25-34 ετών, κατέχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Tο ποσοστό αυτό είναι πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι 43,1%, αντανακλώντας την υψηλή αξία που δίνεται στην εκπαίδευση στην ελληνική κουλτούρα (Europian Commission, 2024). Ένα υψηλό επίπεδο μόρφωσης των γονέων, σύμφωνα με προηγούμενες έρευνες, συσχετίζεται θετικά με την εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς. Σχετικά με το επίπεδο αναπηρίας του παιδιού, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί το αν λειτουργεί ως προγνωστικός παράγοντας, έτσι ώστε οι γονείς να υποστηριχθούν άμεσα από κοινωνικούς φορείς και να εκπαιδευτούν, σε περίπτωση που το επίπεδο αναπηρίας επηρεάζει αρνητικά την εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού, όπως ενημερωνόμαστε από την υπάρχουσα βιβλιογραφία περί αυτού.
Ετήσιο εισόδημα, επίπεδο εκπαίδευσης γονέων και επίπεδο αναπηρίας παιδιού, συσχετίζονται άμεσα με τα επίπεδα πρακτικών αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς, γι’ αυτό και κρίνεται σκόπιμο να διαλευκανθεί ο ρόλος τους σχετικά με την ανάπτυξή τους στα παιδιά με ΔΑΦ και ΝΑ στην Ελλάδα, για μία αρχική κατανόηση και διαπίστωση του τι πραγματικά συμβαίνει γύρω από αυτό το φαινόμενο στη δική μας χώρα.
