«Προαπαιτούμενες δεξιότητες για την ενίσχυση του αυτοπροσδιορισμού σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με αναπηρίες: μία διερευνητική μελέτη των πρακτικών των γονέων» – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Λέδιας Λιτσένη – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Ειδική αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 3ο

Δεκ 10, 2025 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Προαπαιτούμενες δεξιότητες για την ενίσχυση του αυτοπροσδιορισμού σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με αναπηρίες: μία διερευνητική μελέτη των πρακτικών των γονέων» – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Λέδιας Λιτσένη – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Ειδική αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 3ο

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

 

1.1         Αυτοπροσδιορισμός: όροι, ορισμοί και εννοιολογική θεώρηση

 

Όπως πολύ σοφά είχε διατυπώσει ο Σωκράτης, για να κατανοήσουμε μία έννοια θα πρέπει πρώτα να την ορίσουμε και το να την ορίσουμε είναι δύσκολο έργο.

Για να ορίσεις μια έννοια, μας είπε, θα την περιγράψεις με τόσες και τέτοιες λέξεις, ώστε να μην ημπορείς να προσθέσεις ούτε μία λέξη, να μην ημπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία, και να μην ημπορείς να αλλάξεις ούτε μία. Έτσι. Κι αν καταφέρεις στο τέλος να την ορίσεις την έννοια (Λιαντίνης, 2006, σ. 67)

Ο αυτοπροσδιορισμός, ως έννοια, αποτελεί ένα ουσιώδες πρόβλημα το οποίο έχει απασχολήσει τη φιλοσοφική διαλεκτική και την επιστημονική σκέψη ανά τους αιώνες (Dudinka, 2022). Από την ιστορική προοπτική, έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί από διαφορετικούς  τομείς  της  ανθρώπινης  επιστημονικής  δραστηριότητας,  όπως τη φιλοσοφική, ψυχολογική, κοινωνική, πολιτική και παιδαγωγική. Ο όρος αυτοπροσδιορισμός που στα αγγλικά μεταφράζεται ως “self-determination”, συνδέεται στενά με τo φιλοσοφικό δόγμα του ντετερμινισμού, το οποίο αναδύθηκε από τα τέλη του 1600. O ντετερμινισμός υποστηρίζει ότι οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο, οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια, είναι το αποτέλεσμα αιτιών που προϋπάρχουν. Ο ντετερμινισμός διακρίνεται σε αυστηρό και ήπιο (Πελεγρίνης, 2004). Σε ό,τι αφορά τον αυτοπροσδιορισμό, σύμφωνα με τον αυστηρό ντετερμινισμό, η ελευθερία της βούλησης δεν υφίσταται, καθώς οι πράξεις του ανθρώπου είναι προδιαγεγραμμένες και αποτελούν αποτέλεσμα προγενέστερων αιτιών. Σε αντίθεση με τον ήπιο ντετερμινισμό, ο οποίος αποδέχεται την συνύπαρξη της αιτιοκρατίας, για παράδειγμα, την αλληλεπίδραση της γενετικής προδιάθεσης και της ελεύθερης βούλησης στην ανθρώπινη συμπεριφορά (Wehmeyer, 2004). Αν πράγματι δεχτούμε τον αυστηρό ντετερμινισμό, τότε ο αυτοπροσδιορισμός είναι μία ουτοπία, αφού ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος να πράξει όπως επιθυμεί. Επίσης, η εκπαίδευση για την ανάπτυξη δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού δε θα είχε κανένα νόημα. Ο Wehmeyer (2004), διέκρινε τις βάσεις του σύγχρονου αυτοπροσδιορισμού, που αφορούν στην παραδοχή του ήπιου ντετερμινισμού. Ο άνθρωπος έχει την ελευθερία της βούλησης και μπορεί να πράξει ελεύθερα και να κάνει επιλογές, αφού διαθέτει τη λειτουργία της σκέψης από την οποία προέρχονται οι πράξεις του, ανεπηρέαστος από εξωτερικούς παράγοντες και επιρροές (Locke, 1690, όπως αναφέρεται στο Wehmeyer, 2004). Επομένως, ο αυτοπροσδιορισμός, κατά βάση, αναφέρεται στην ελεύθερη δράση του ανθρώπου, απαλλαγμένη από την επιρροή εξωτερικών παραγόντων (Wehmeyer, 2004).

Από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά, η έννοια του αυτοπροσδιορισμού, χρησιμοποιήθηκε από την ψυχολογία, την κοινωνιολογία και συνδέθηκε με τη δικαιωματική πολιτική (Wehmeyer, 2004). Αρχικά, ο όρος αυτοπροσδιορισμός, είχε μία εθνικό-πολιτική και συλλογιστική χροιά. Αναφερόταν στο δικαίωμα των εθνών για αυτοδιοίκηση και αυτοκυριαρχία (Hilpold, 2009). Επιπροσθέτως, χρησιμοποιήθηκε ως δικαίωμα και από ομάδες ανθρώπων για την υπεράσπιση των πολιτιστικών ή φυλετικών τους ιδιοτήτων, όπως, σεξουαλικός προσανατολισμός ή αναπηρία (Wehmeyer, 2001). Ως ατομικό δικαίωμα, σχηματίστηκε στα πλαίσια της κοινωνικής εργασίας με το δικαίωμα του εργαζόμενου για αυτοδιάθεση, χωρίς να εξαντλείται στα πλαίσια της εργασίας, αλλά να εκφράζει γενικά τα δικαιώματα των ανθρώπων για μία πιο αυτόνομη ζωή (Wehmeyer, 2004).

Aπό την ψυχολογική διάσταση, η Θεωρία του Αυτοπροσδιορισμού (Self- Determination Theory- SDT), όπως εκφράστηκε από τους Deci και Ryan (1985), αναφέρεται στην ικανότητα του ανθρώπου να κάνει επιλογές με βάση εγγενή κίνητρα, χωρίς την επιρροή της εξωτερικής παρακίνησης, των ορμών κ.τ.λ. Εκτός από ικανότητα, ο αυτοπροσδιορισμός είναι και μία από τις τρεις βασικές ανάγκες του ανθρώπου. Οι άλλες δύο, είναι ικανότητα για επίτευξη των στόχων μας και η συγγένεια με άλλους ανθρώπους. Η ικανοποίηση αυτών των τριών αναγκών έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία και την ποιότητα στη ζωή των ανθρώπων. Η θεωρία επεκτάθηκε και στην επίδραση των περιβαλλοντολογικών παραγόντων για την ενίσχυση του αυτοπροσδιορισμού και των κινήτρων, μέσω στρατηγικών που αναπτύσσονται στη σχολική τάξη, από τους δασκάλους (Pelletier & Rocchi, 2016).

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Wehmeyer (2005), αν ο αυτοπροσδιορισμός νοηθεί ως διαδικασία ή αποτέλεσμα, τότε θα καταλήξει ως εκπαιδευτικό πρόγραμμα, κάτι το οποίο δεν ορίζει την ουσία του αυτοπροσδιορισμού, που είναι ένα γνώρισμα του ατόμου που του επιτρέπει να πράττει όπως επιθυμεί, καταστώντας τον εαυτό του αιτιολογικό παράγοντα της ζωής του. Το να ερμηνεύσουμε τον αυτοπροσδιορισμό ως μία ικανότητα ενός ατόμου να πράττει ανεξάρτητα, ελλοχεύει πολλές παρερμηνείες όσον αφορά την αναπηρία, καθώς τα άτομα με νοητική αναπηρία, πολύ πιθανό να έχουν περιορισμένο εύρος δραστηριοτήτων τις οποίες μπορούν να ολοκληρώσουν από μόνοι τους. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι τα άτομα με νοητική αναπηρία δεν μπορούν να είναι αυτοπροσδιοριζόμενα, καθώς, παρά τις γνωστικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, μπορούν με κατάλληλη υποστήριξη από άλλους ενήλικες να δρουν συνειδητά, με βάση τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις τους (Wehmeyer, 2001).

Ένας ακόμη δυσλειτουργικός ορισμός, αφορά στην επικράτηση της δυνατότητας των επιλογών, ως θεμελιώδη αξία του αυτοπροσδιορισμού, όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα από τον Schloss και τους συνεργάτες του (1993). Σύμφωνα με τους προαναφερθέντες, ο αυτοπροσδιορισμός είναι «η ικανότητα ενός ατόμου να εξετάζει επιλογές και να κάνει κατάλληλες επιλογές σχετικά με τη ζωή του στο σπίτι, την εργασία και τον ελεύθερο χρόνο» (σ. 215). Η παραδοχή αυτή περιορίζει την έννοια του αυτοπροσδιορισμού, η οποία είναι ευρύτερη και κατευθύνει τις παρεμβάσεις μόνο ως προς την απόκτηση της δεξιότητας του να κάνει κάποιος/α επιλογές (Wehmeyer, 2001).

Ο πρώτος ορισμός του αυτοπροσδιορισμού που αναφερόταν στην αναπηρία, δόθηκε το 1972, επομένως αξίζει να αναφερθεί όπως ακριβώς ειπώθηκε.

Μία βασική πτυχή της αρχής της κανονικότητας είναι η δημιουργία συνθηκών μέσω των οποίων ένα άτομο με αναπηρία βιώνει τον κανονικό σεβασμό που δικαιούται κάθε άνθρωπος. Συνεπώς, οι επιλογές, οι επιθυμίες, και οι φιλοδοξίες ενός ατόμου με ειδικές ανάγκες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όσο το δυνατόν περισσότερο σε ενέργειες που το αφορούν. To να επιβληθεί κανείς στην οικογένειά του, τους φίλους, τους γείτονες, τους συναδέλφους του είναι δύσκολο για πολλά άτομα. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο για κάποιον που έχει αναπηρία ή με άλλο τρόπο εκλαμβάνεται ως υποτιμημένος. Αλλά τελικά ακόμη και το άτομο με αναπηρία πρέπει να τα καταφέρει ως ξεχωριστό άτομο και έτσι να οριστεί η ταυτότητά του στον εαυτό του και στους άλλους μέσα από τις καταστάσεις και τις συνθήκες της ύπαρξής του. Έτσι, ο δρόμος προς την αυτοπροσδιορισμό είναι πράγματι τόσο δύσκολος όσο και σημαντικός για ένα άτομο με αναπηρία (Nirje, 1972, όπως αναφέρεται στο Wehmeyer et al., 2003, σ. 17)

O ορισμός του Nirje, συνδέεται στενά με την έννοια της ενδυνάμωσης και λαμβάνεται υπόψη ως δικαίωμα που προσιδιάζει στη συλλογική έννοια του όρου (πολιτική ή εθνική) και σχετίζεται με τα κοινωνικά κινήματα. Η κατανόηση του αυτοπροσδιορισμού, ως ανθρώπινου δικαιώματος, βρίσκει πρόσφορο έδαφος στη συνηγορία και στις πολιτικές πρακτικές, από την άλλη, όμως, αδυνατεί να ερμηνεύσει την ανθρώπινη συμπεριφορά (Wehmeyer et al., 2003).

Συμπερασματικά, ο όρος του αυτοπροσδιορισμού έχει αποδοθεί με ποικίλους ορισμούς και προθέσεις, οδηγώντας σε σύγχυση ως προς την σημασία του όρου και ως προς τις παρεμβάσεις που προκύπτουν, ιδίως για τα άτομα με αναπηρία (Wehmeyer, 2004). Προκειμένου να λυθούν οι παρερμηνείες και οι ασάφειες του ορισμού, ο Wehmeyer (2020), εισήγαγε στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, το Λειτουργικό Μοντέλο του Αυτοπροσδιορισμού, στα πλαίσια της νοητικής αναπηρίας, σύμφωνα με το οποίο αυτοπροσδιορισμός είναι «το να πράττεις ως ο πρωταρχικός αιτιολογικός παράγοντας στη ζωή σου και να πραγματοποιείς επιλογές και αποφάσεις σχετικά με την ποιότητα της ζωής, απαλλαγμένες από αδικαιολόγητες εξωτερικές επιρροές ή παρεμβολές» (σ. 2). Οι αυτοπροσδιοριζόμενες συμπεριφορές, εμφανίζουν τα εξής τέσσερα θεμελιώδη χαρακτηριστικά: 1) τα άτομα δρουν με αυτονομία, δηλαδή, με βάση τα ενδιαφέροντα και τις προτιμήσεις τους, χωρίς να επηρεάζονται από εξωτερικές επιρροές, 2) έχουν αυτορρυθμιζόμενη συμπεριφορά, που σημαίνει ότι ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με την περίπτωση, με σκοπό την επίτευξη ενός στόχου, 3) απαντούν στα γεγονότα της ζωής τους με ψυχολογικά ενδυναμωμένο τρόπο, βασιζόμενοι στην πίστη για τον εαυτό και στις δεξιότητές τους και 4) τα άτομα χαρακτηρίζονται από αυτοπραγμάτωση, δηλαδή, καλλιέργεια και ανάπτυξη των προσωπικών ταλέντων και κλίσεων, αλλά και συνειδητοποίηση των αδύναμων στοιχείων του χαρακτήρα τους με σκοπό, να δρουν προς όφελός τους (Shogren, Wehmeyer, Palmer & Forber-Pratt et al., 2015· Wehmeyer et al., 2003).

Για να είναι τα άτομα με αναπηρία αιτιολογικοί παράγοντες στη ζωή τους, απαραίτητο είναι να καλλιεργηθούν δεξιότητες και στάσεις ζωής, ξεκινώντας από την παιδική ηλικία έως και την ενηλικίωση (Wehmeyer & Field, 2007). Οι βασικές δεξιότητες της αυτοπροσδιοριζόμενης συμπεριφοράς είναι:

  1. Να κάνουν επιλογές
  2. Να λαμβάνουν αποφάσεις
  3. Να λύνουν προβλήματα
  4. Να θέτουν στόχους και να τους πετυχαίνουν
  5. Να αυτορυθμίζονται/ αυτοδιαχειρίζονται
  6. Να έχουν αυτοσυνηγορία και ηγετικές ικανότητες
  7. Να έχουν αυτοέλεγχο/ φιλοδοξίες
  8. Να έχουν αυτογνωσία
  9. Να έχουν αυτοαντίληψη

Ωστόσο, η ερμηνεία του ορισμού δεν είναι μία στατική αλλά μία δυναμική διαδικασία, με την πιο πρόσφατη δημιουργία της Θεωρίας του Αιτιολογικού Παράγοντα (Causal Agency Theory), ως προέκταση του Λειτουργικού Μοντέλου. Η αναδιαμόρφωση της θεωρίας στοχεύει στην καλύτερη κατανόηση του πώς οι άνθρωποι γίνονται αυτοπροσδιοριζόμενοι και αυτό έχει βασικό αντίκτυπο στη δημιουργία προγραμμάτων και παρεμβάσεων προς την επίτευξη αυτού του στόχου (Shogren, Wehmeyer, Palmer & Forber- Pratt et al., 2015∙ Wehmeyer, 2021). Σύμφωνα με τη Θεωρία του Αιτιολογικού Παράγοντα, ο αυτοπροσδιορισμός είναι:

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του ατόμου που το ωθεί να είναι αιτιολογικός παράγοντας στη ζωή του. Τα αυτοπροσδιοριζόμενα άτομα δρουν με βάση τους δικούς τους στόχους. Οι αυτοπροσδιοριζόμενες ενέργειες λειτουργούν ώστε να επιτρέπουν σε ένα άτομο να είναι αιτιακός παράγοντας στη ζωή του (Wehmeyer, 2020, σ. 2)

Με απλά λόγια, αιτιακός παράγοντας σημαίνει ότι το ίδιο το άτομο επιλέγει και προκαλεί τα συμβάντα της ζωής του. Οι πράξεις του αποσκοπούν στην επίτευξη στόχων ή αλλαγών στην καθημερινότητά του και δεν επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά από τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις του ίδιου του ατόμου. Τελικός σκοπός του αυτοπροσδιορισμού είναι η ενίσχυση της ποιότητας ζωής (Shogren et al., 2017∙ Wehmeyer, 2020).

Τα τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά των αυτοπροσδιοριζόμενων δράσεων, σύμφωνα με τη Θεωρία του Αιτιολογικού Παράγοντα, είναι τα κάτωθι. Η βουλητική δράση, δηλαδή το να επιλέγω λαμβάνοντας υπόψη τα ενδιαφέροντά μου. Η βουλητική δράση ενεργοποιεί την αιτιολογική δράση, η οποία αναφέρεται στους τρόπους και στα μέσα για την επίτευξη ενός στόχου. Λειτουργώντας με βούληση και ως αιτιολογικός παράγοντας στη ζωή του, το άτομο αναπτύσσει πεποιθήσεις ελέγχου δράσης, δηλαδή, δεξιότητες ελέγχου των πεποιθήσεων μεταξύ του εαυτού και της δράσης που επιλέγει, προκειμένου να πετύχει ένα στόχο (Wehmeyer, 2020).

Η παρούσα έρευνα αποδέχεται τον ορισμό του Wehmeyer και τις βασικές δεξιότητες της αυτοπροσδιοριζόμενης συμπεριφοράς, καθώς το Μοντέλο Θεμελίων για τον Αυτοπροσδιορισμό στην Πρώιμη Παιδική Ηλικία (Early Childhood Foundations Model for Self-Determination) των Palmer και συνεργάτες (2013), το οποίο θα αναλυθεί παρακάτω, βασίζεται στην θεωρία του αυτοπροσδιορισμού του Wehmeyer.

Μετάβαση στο περιεχόμενο