«Προαπαιτούμενες δεξιότητες για την ενίσχυση του αυτοπροσδιορισμού σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με αναπηρίες: μία διερευνητική μελέτη των πρακτικών των γονέων» – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Λέδιας Λιτσένη – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Ειδική αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 23ο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ- ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
4.1 Συζήτηση των αποτελεσμάτων της έρευνας
Η παρούσα έρευνα έχει ως σκοπό την κατανόηση των πρακτικών για την εφαρμογή των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς σε παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος ή νοητική αναπηρία προσχολικής ηλικίας. Συγκεκριμένα, ερευνήθηκε αν οι γονείς εφαρμόζουν τις προαπαιτούμενες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού στα παιδιά τους και ποιες από αυτές τις πρακτικές εφαρμόζουν συχνά. Επιπλέον, διερευνήθηκε το αν συσχετίζονται τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των γονέων και συγκεκριμένα το επίπεδο εκπαίδευσής τους, το ετήσιο εισόδημα και το επίπεδο αναπηρίας του παιδιού τους, με την ανάπτυξη των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού. Λαμβάνοντας αφενός υπόψη τη θετική επίδραση των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των παιδιών και των μετέπειτα ενηλίκων και αφετέρου την έλλειψη ερευνών σε αυτό το πεδίο στα ελληνικά πλαίσια, κρίθηκε σκόπιμη η διερεύνηση με τη χρήση ποσοτικής έρευνας. Περιληπτικά, τα αποτελέσματα που προέκυψαν δηλώνουν πως οι γονείς διατηρούν πολλή θετική στάση και χρησιμοποιούν αρκετά συχνά πρακτικές για την ενίσχυση των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού, με συχνότερη τη δεξιότητα της επιλογής/επίλυσης προβλήματος. Η συχνότητα με την οποία οι γονείς εφαρμόζουν πρακτικές αυτοπροσδιορισμού, συσχετίζεται με το επίπεδο λειτουργικότητας του παιδιού με ΔΑΦ, διαφοροποιώντας την παροχή ευκαιριών για εξάσκηση των δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού, κυρίως, ανάμεσα στα παιδιά χαμηλής και υψηλής λειτουργικότητας, παρέχοντας περισσότερες πρακτικές αυτοπροσδιορισμού σε παιδιά υψηλής λειτουργικότητας. Το επίπεδο εκπαίδευσης και το ετήσιο εισόδημα, δεν αναδείχτηκαν ως προγνωστικοί παράγοντες για την ανάπτυξη των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού, σε αντίθεση με το επίπεδο αναπηρίας που υποστηρίζεται ως παράγοντας πρόβλεψης. Ωστόσο, βρέθηκε ότι οι γονείς με υψηλό μορφωτικό επίπεδο μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του νοητικού επιπέδου των παιδιών τους και ότι παιδιά που φοιτούν στο γενικό σχολείο, ενισχύονται περισσότερο από τους γονείς τους σε δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού σε σύγκριση με τα παιδιά που φοιτούν σε ειδικό σχολείο.
Αρχικά, οι γονείς της παρούσας έρευνας, σε γενικές γραμμές, εφαρμόζουν αρκετά συχνά τις προαπαιτούμενες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού που αφορούν α) την ενίσχυση επιλογών/επίλυση προβλημάτων β) την αυτορρύθμιση και γ) τη δέσμευση, όπως προκύπτει και από άλλες έρευνες (Brotherson et al., 2008∙ Chu, 2018a, 2018b∙ Lange, 2024∙ Summers et al., 2014∙ Zheng et al., 2015). Επιπλέον, είναι θετικά προσκείμενοι προς την έννοια του αυτοπροσδιορισμού, εκφράζοντας πολύ θετικές αντιλήψεις ως προς την εφαρμογή πρακτικών ενίσχυσής του. Η προαναφερθείσα θετική στάση έρχεται σε πλήρη συμφωνία με προηγούμενες έρευνες (Chu, 2018a∙ Haines et al., 2017∙ Meral et al., 2023∙ Summers et al., 2014). Συνεπώς, οι γονείς φαίνεται να επιθυμούν τα παιδιά τους να αναπτύξουν δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού και αυτό γίνεται κατανοητό στα πλαίσια της δυτικής κουλτούρας, η οποία ενθαρρύνει την ανεξαρτησία και την αυτονομία των ανθρώπων ως βασικό πυλώνα της (Chu, 2018b). Ωστόσο, ανάμεσα στις τρεις προαπαιτούμενες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού, σημειώθηκαν διαφορές ως προς τη συχνότητα εφαρμογής τους και αυτό πολύ πιθανό να αντανακλά μία ασυνέπεια ως προς την εφαρμογή τους. Αυτήν την ασυμφωνία διαπίστωσαν στις έρευνές τους οι Carter και συνεργάτες (2013) και ο Chen (2024). Ειδικότερα, την υψηλότερη συχνότητα ως προς την εφαρμογή πρακτικών, συγκέντρωσε η ενίσχυση επιλογών/επίλυση προβλημάτων. Ομοίως, η δεξιότητα της επιλογής, διέφερε από τις άλλες δεξιότητες, όπως και στην έρευνα των Alrabiah (2024), Carter και συνεργάτες (2013) και Summers και συνεργάτες (2014), οι οποίοι ανακάλυψαν υψηλότερη επίδοση των παιδιών στη δεξιότητα ενίσχυσης επιλογών, σε αντίθεση με τους Arellano και Peralta (2013), οποίοι εντόπισαν μειωμένες πρακτικές ενίσχυσης επιλογών. Η δεξιότητα της επιλογής, σε σύγκριση με τη δεξιότητα της επίλυσης προβλημάτων, φαίνεται να εφαρμόζεται πιο εύκολα από παιδιά με αναπηρία, καθώς μπορούν να κάνουν απλές επιλογές στην καθημερινότητά τους, σε αντίθεση με την επίλυση προβλήματος, η οποία χρειάζεται συστηματικότερη καθοδήγηση από τους γονείς (Erwin et al., 2009). Όμως, επειδή το παρόν ερωτηματολόγιο μέτρησε την ενίσχυση επιλογών μαζί με την επίλυση προβλημάτων, δε μπορέσαμε να μετρήσουμε ξεχωριστά αυτές τις δεξιότητες, άρα τις αναφέρουμε αναγκαστικά μαζί. Επομένως, η υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης στην ενίσχυση επιλογών/επίλυση προβλημάτων, πολύ πιθανό να οφείλεται στη μεγαλύτερη αξία που δίνουν οι γονείς σε αυτή τη δεξιότητα, μιας και ιδίως η δεξιότητα της επιλογής εφαρμόζεται πιο εύκολα και από τα παιδιά, με αποτέλεσμα την παροχή περισσότερων ευκαιριών για εξάσκησή της από τους γονείς, όπως αναφέρεται και στον Alrabiah (2024). Οι πρακτικές της αυτορρύθμισης και της δέσμευσης, χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά, με χαμηλότερη αυτήν της αυτορρύθμισης. Παρόμοια αποτελέσματα εντοπίζονται στις έρευνες των Alrabiah (2024), Chu (2018a, 2018b), Summers και συνεργάτες (2014), Zheng και συνεργάτες (2015). Λιγότερες πρακτικές μεταξύ των δύο δεξιοτήτων, σημειώνονται στην έννοια της αυτορρύθμισης, σε συμφωνία με την έρευνα του Alrabiah (2024) και Chu (2018a), καταδεικνύοντας μία δυσχέρεια των γονέων στο να προσφέρουν συχνά ευκαιρίες και πρακτικές για την καλλιέργεια της αυτορρύθμισης των παιδιών τους. Πιθανότατα, η δυσχέρεια αυτή οφείλεται στις ελλιπείς γνώσεις και στην απουσία ενημέρωσης των γονέων για την κατανόηση και χρήση πρακτικών αυτορρύθμισης και δέσμευσης, αλλά και γενικότερα, απουσία στην ενημέρωση της έννοιας του αυτοπροσδιορισμού για παιδιά με αναπηρία, όπως υποστηρίζεται και από άλλες έρευνες (Arellano & Peralta, 2013∙ Brotherson et al., 2008∙ Carter et al., 2013). Η άγνοια περί της ακριβούς σημασίας και των ωφελειών που συνεπάγονται από την εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού, συναντάται και στην Ελλάδα, όπως μας ενημερώνει η Καρτασίδου (2015). Συνεπώς, πολύ πιθανό οι γονείς να μη γνωρίζουν τη σημασία και τον τρόπο υλοποίησης πρακτικών αυτορρύθμισης και δέσμευσης, ενώ η δεξιότητα της επιλογής/επίλυσης προβλημάτων και συγκεκριμένα η δεξιότητα της επιλογής, να εφαρμόζεται περισσότερο συχνά από τους γονείς, ενδεχομένως, επειδή θεωρείται πιο εύκολη ως προς την εκμάθησή της από τα παιδιά, άρα και πιο οικία δεξιότητα στους γονείς ή και λόγω της περισσότερης έμφασης που λαμβάνει στα πλαίσια των αναλυτικών προγραμμάτων της ειδικής αγωγής (Carter et al., 2013).
Η συχνότητα και η συμφωνία για την εφαρμογή των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς, φάνηκε να συσχετίζεται σημαντικά και θετικά μόνο με τα επίπεδα λειτουργικότητας της ΔΑΦ και όχι με το επίπεδο εκπαίδευσής τους και το ετήσιο εισόδημα. Αφενός, αυτό το εύρημα καταδεικνύει πως όσο πιο υψηλό είναι το επίπεδο λειτουργικότητας του παιδιού με ΔΑΦ, τόσο περισσότερες είναι οι πρώιμες πρακτικές αυτοπροσδιορισμού που εφαρμόζονται από τους γονείς και αυτή η διαπίστωση αφορά και τις τρεις δεξιότητες (ενίσχυση επιλογών/επίλυση προβλημάτων, αυτορρύθμιση, δέσμευση) και αφετέρου πως η εκπαίδευση των γονέων και το ετήσιο εισόδημα δε συσχετίζονται με την εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού, κάτι το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με προηγούμενες έρευνες που εντόπισαν συσχέτιση (Chu, 2018b∙ Haines et al., 2017∙ Meral et al., 2023∙ Zhang, 2005). Ενώ, σε συμφωνία με τη μη συσχέτιση μεταξύ εκπαίδευσης γονέων και εισοδήματος εντοπίζεται στις έρευνες των Cheak-Zamora και συνεργάτες (2020) και Pang και Yick En (2024). Πιο αναλυτικά, όσον αφορά τη συσχέτιση με τα επίπεδα λειτουργικότητας της ΔΑΦ, στα ίδια αποτελέσματα κατέληξαν και οι Alrabiah (2024), Carter και συνεργάτες (2013) και Chen (2024). Η εξήγηση για αυτήν τη συσχέτιση, πιθανότατα να οφείλεται στο γεγονός ότι οι γονείς έχουν συνδέσει την ανάπτυξη αυτοπροσδιοριζόμενων συμπεριφορών με την εμφάνιση υψηλών επικοινωνιακών και κοινωνικών δεξιοτήτων των παιδιών με ΔΑΦ, επομένως εστιάζουν στην ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού, μόνο όταν αυτές οι δεξιότητες είναι περισσότερο ανεπτυγμένες, χωρίς να επηρεάζονται από την εκπαίδευσή τους ή το εισόδημα (Cheak-Zamora et al., 2020). Σχετικά με το ετήσιο εισόδημα αναφέρθηκε και από τον Carter και τους συνεργάτες του (2013), ως μη συνεπής προγνωστικός παράγοντας. Ωστόσο, σε ότι αφορά την εκπαίδευση, εντοπίστηκε μια ενδιαφέρουσα θετική συσχέτιση που δεν αφορά άμεσα τις δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού. Συγκεκριμένα, η συσχέτιση αφορά την εκπαίδευση των γονέων και τον βαθμό ΝΑ, δηλώνοντας πως όσο υψηλότερη είναι η εκπαίδευση των γονέων, τόσο υψηλότερος και ο βαθμός ΝΑ, δηλαδή συσχετίζεται με ηπιότερες μορφές νοητικής αναπηρίας. Αυτό το εύρημα, πιθανόν να υποδηλώνει πως γονείς με υψηλό επίπεδο μόρφωσης παρέχουν στα παιδιά τους περισσότερες ευκαιρίες μάθησης και συνολικής ανάπτυξης, μέσω γνωστικής και γλωσσικής διέγερσης, τρυφερότητας και ανταπόκρισης στις ανάγκες του παιδιού, τα οποία με τη σειρά τους βελτιώνουν το γνωστικό επίπεδο των παιδιών με ΝΑ. Η διαπίστωση αυτή έρχεται σε συμφωνία με την έρευνα των Vilaseca και συνεργάτες (2023). Παρ’ όλα αυτά, χρειάζεται προσοχή ως προς τη γενίκευση αυτού του συμπεράσματος προς τον γενικό πληθυσμό, λόγω του μικρού αριθμού των γονέων με παιδιά με ΝΑ (n=14), ο οποίος πιθανόν να επηρεάζει τη διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Επανέρχοντας στη συσχέτιση μεταξύ επιπέδων λειτουργικότητας της ΔΑΦ και στην εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς, η περαιτέρω στατιστική ανάλυση με ANOVA, επιβεβαίωσε την παραπάνω συσχέτιση, εντοπίζοντας διαφορές ως προς την τάση και τη συχνότητα εφαρμογής των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού σε σχέση με τα παιδιά υψηλής και χαμηλής λειτουργικότητας με ΔΑΦ. Ειδικότερα, οι γονείς παρέχουν περισσότερες ευκαιρίες για εξάσκηση σε όλες τις πρώιμες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού σε παιδιά με υψηλή λειτουργικότητα, σε αντίθεση με τους γονείς με παιδιά χαμηλή λειτουργικότητα. Τα συμπεράσματα αυτά έρχονται σε συμφωνία με προηγούμενη βιβλιογραφία (Arellano & Peralta, 2013∙ Brotherson et al., 2008∙ Carter et al., 2013∙ Chen, 2024∙ Summers et al., 2014). Από τις τρεις προαπαιτούμενες δεξιότητες, οι γονείς παιδιών με υψηλή λειτουργικότητα ενισχύουν συχνότερα την ανάπτυξη της δεξιότητας της επιλογής, μετά της δέσμευσης και, τέλος, της αυτορρύθμισης, αποτυπώνοντας τη διαφορά ως προς τη συχνότητα με την οποία οι γονείς εφαρμόζουν τις δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού. Επιπροσθέτως, τα ευρήματα επαληθεύουν το θεωρητικό υπόβαθρο της παρούσας έρευνας, σύμφωνα με το οποίο οι περιορισμένες κοινωνικές, νοητικές και επικοινωνιακές λειτουργίες των παιδιών με ΔΑΦ, μπορεί να οδηγήσουν τους γονείς σε παροχή περιορισμένων ευκαιριών για εξάσκηση στις προαπαιτούμενες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού. Με βάση αυτήν την παραδοχή, κατά πάσα πιθανότητα τα παιδιά με ΔΑΦ χαμηλής λειτουργικότητας, δε λαμβάνουν την απαραίτητη υποστήριξη και την παροχή ευκαιριών σε σύγκριση με τα παιδιά υψηλής λειτουργικότητας, προκειμένου να αναπτύξουν τις δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού στο οικογενειακό περιβάλλον, είτε λόγω άγνοιας των γονέων ως προς την εφαρμογή τους, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των παιδιών τους, είτε λόγω της αντίληψης ότι η ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού βασίζεται στην εγγενή ικανότητα ενός παιδιού και όχι στην αλληλεπίδραση των εγγενών χαρακτηριστικών του με τις ευκαιρίες μάθησης που μπορεί να τους παρέχουν. Θεωρητικά, η χαμηλή λειτουργικότητα θα έπρεπε να επηρεάζει το επίπεδο υποστήριξης που θα πρέπει να δοθεί σε ένα παιδί, προκειμένου να ενισχυθούν οι δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού του και όχι την ικανότητα του να αναπτύξει αυτές τις δεξιότητες (Cheak-Zamora et al., 2020).
Ένα αναπάντεχο εύρημα της έρευνας, είναι ότι το σχολείο φοίτησης διαφοροποιεί την ανάπτυξη και των τριών δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού στα παιδιά με ΔΑΦ και ΝΑ, όπως διαπιστώθηκε και από τους Carter και συνεργάτες (2013). Συγκεκριμένα, εντοπίστηκε σημαντική διαφορά στις πρακτικές αυτοπροσδιορισμού των γονέων ανάλογα με τον αν το παιδί τους φοιτά σε ειδικό σχολείο ή σε γενικό σχολείο. Ακριβέστερα, οι γονείς με παιδιά που φοιτούν σε περισσότερο συμπεριληπτικές δομές εκπαίδευσης (γενικό σχολείο), φαίνεται να παρέχουν περισσότερες ευκαιρίες για την ανάπτυξη των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού, με συχνότερη τη δεξιότητα της ενίσχυσης επιλογών/επίλυσης προβλημάτων, σε σύγκριση με τους γονείς παιδιών που φοιτούν σε ειδικό σχολείο. Μία ερμηνεία για αυτό το εύρημα θα μπορούσε να είναι ότι μάλλον σε περιβάλλοντα περισσότερο συμπεριληπτικά παρέχονται περισσότερες ευκαιρίες για ανάπτυξη αυτοπροσδιοριζόμενων συμπεριφορών, σε αντίθεση με λιγότερο συμπεριληπτικές δομές (Carter et al., 2013). Οι μη συμπεριληπτικές δομές φοίτησης πιθανόν να εμπεριέχουν ένα πιο αυστηρά δομημένο πρόγραμμα, μέσα σε πιο υπερπροστατευτικά πλαίσια, τα οποία δεν αφήνουν πολλά περιθώρια, για παράδειγμα, για ενίσχυση επιλογών και επίλυση προβλημάτων. Σε αντίθεση με τις συμπεριληπτικές δομές που παρέχουν ευκαιρίες για ανάπτυξη αυτοπροσδιορισμού, μέσα από ένα πιο συμμετοχικό και όχι τόσο υπερπροστατευτικό περιβάλλον (Wehmeyer & Meitzer, 1995, όπως αναφέρεται στο Hughes et al., 2013). Ιδίως για τα παιδιά με ΔΑΦ, η επαφή με συνομήλικους και η φοίτηση στο γενικό σχολείο, έχει θετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού. Εντούτοις, παραμένει περιορισμένη η έρευνα για τη διερεύνηση του μηχανισμού αλληλεπίδρασης μεταξύ της οικογένειας και του σχολείου, ως προς την ανάπτυξη δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού (Morán et al., 2021). Με το παρόν εύρημα αναδεικνύεται και η σημαντικότητα της συνεργασίας μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών, με σκοπό την καλλιέργεια των δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού των παιδιών, όπως υποστηρίχθηκε και από την Palmer και συνεργάτες (2019).
Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση των αποτελεσμάτων της έρευνας, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των γονέων που προβλέπουν την ανάπτυξη των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, κάποιοι από αυτούς τους δημογραφικούς παράγοντες, είναι το επίπεδο εκπαίδευσης των γονέων, το ετήσιο εισόδημα και το επίπεδο αναπηρίας του παιδιού. Καταλήξαμε στον προβλεπτικό ρόλο που διαδραματίζει, κυρίως το επίπεδο αναπηρίας και συγκεκριμένα τα επίπεδα λειτουργικότητας της ΔΑΦ, όπως κατέληξαν και προηγούμενες έρευνες (Arellano & Peralta, 2013∙ Brotherson et al., 2008∙ Carter et al., 2013∙ Chu, 2018a∙ Summers et al., 2014). Το ετήσιο εισόδημα και η εκπαίδευση των γονέων, αναφέρθηκαν ως μη προγνωστικοί παράγοντες και από τον Carter και συνεργάτες (2013), την Cheak-Zamora και συνεργάτες (2020) και Pang και Yick En (2024). Από την άλλη πλευρά, το παρόν εύρημα έρχεται σε αντίθεση με έρευνες που επαλήθευσαν την εκπαίδευση και το εισόδημα ως προβλεπτικούς παράγοντες (Chu, 2018b∙ Haines et al., 2017∙ Meral et al., 2023∙ Zhang, 2005). Ερμηνεύοντας συνδυαστικά αυτά τα αποτελέσματα, θα μπορούσε να ειπωθεί πως κατά πάσα πιθανότητα, τα επίπεδα λειτουργικότητας της ΔΑΦ να είναι ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας και να αποδυναμώνει την επίδραση των άλλων δημογραφικών, ως προς την εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού, κυρίως, λόγω της σύνδεσης του επιπέδου αναπηρίας με την ικανότητα για εμφάνιση αυτοπροσδιοριζόμενων συμπεριφορών (Cheak-Zamora et al., 2020). Το πόρισμα αυτό, εν συνόλω, διατυπώνεται με επιφύλαξη, λόγω του περιορισμένου αριθμού συμμετεχόντων/- ουσών της έρευνας (Ν=64) και των γονέων με παιδιά με ΔΑΦ (n=46), που ίσως συνεπάγεται τη μειωμένη στατιστική ισχύ των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, η μικρή διακύμανση στις απαντήσεις των γονέων στο επίπεδο εκπαίδευσης και στο ετήσιο εισόδημα, η οποία αποτυπώθηκε με την υψηλότερη συγκέντρωση σε συγκεκριμένες ομάδες (σχεδόν οι μισοί γονείς έχουν πτυχίο ΑΕΙ/ΤΕΙ και συγκαταλέγονται στην κλίμακα εισοδήματος των 10.000 – 20.000 ευρώ), πολύ πιθανό να επηρέασε τη στατιστική ισχύ τους και την αποκάλυψη συσχετίσεων. Σε αντίθεση με την ισορροπημένη συγκέντρωση των απαντήσεων στα επίπεδα λειτουργικότητας της ΔΑΦ, η οποία ευνοεί τον εντοπισμό στατιστικά σημαντικών συσχετίσεων. Επομένως, η μη ανίχνευση στατιστικά σημαντικών συσχετίσεων μεταξύ της εκπαίδευσης των γονέων και του εισοδήματος, δεν απορρίπτει τα συμπεράσματα της παγκόσμιας βιβλιογραφίας για την προγνωστική τους ισχύ, ως προς την προώθηση των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς, αλλά τονίζει την ανάγκη εύρεσης αντιπροσωπευτικότερων δειγμάτων στην έρευνα. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας εντοπίστηκαν, κυρίως στα παιδιά με ΔΑΦ και όχι με ΝΑ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα μπορούσαν να ισχύουν και στην δική τους περίπτωση, καθώς ο μικρός αριθμός συμμετεχόντων/- ουσών σε αυτήν την ομάδα (n=14), πιθανότατα επηρέασε τη στατιστική ισχύ των αποτελεσμάτων στην ομάδα με ΝΑ.
Τα παραπάνω αποτελέσματα οδηγούν στη διατύπωση των συμπερασμάτων της έρευνας, τα οποία απαντούν στα ερευνητικά ερωτήματα της παρούσας έρευνας.
