Πριν τον Beveridge: Η Πρόνοια πριν το Κράτος Πρόνοιας (Περίληψη)

Ιούλ 12, 2013 | Από την ιστορία της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εισαγωγή

Ενώ μια αυξανόμενη συναίνεση φαίνεται να έχει προκύψει μεταξύ των Βρετανών πολιτικών ότι το κράτος πρόνοιας της Βρετανίας έχει ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης, οι ιστορικοί στρέφονται στην εξερεύνηση του παρελθόντος του κράτους πρόνοιας στην Βρετανία. Προγενέστερες μελέτες που δημοσιεύτηκαν στη δεκαετία του 1960 και του 1970, όπως ο Lewis σημειώνει σε αυτόν τον τόμο, έτειναν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στο ρόλο του κράτους και να τονίζουν την ενδεχόμενη νίκη του κολεκτιβισμού/συλλογικότητας πάνω στον ατομικισμό. Τίτλοι βιβλίων όπως «Η γέννηση του κράτους πρόνοιας» ή η «Εξέλιξη του βρετανικού κράτους πρόνοιας» τείνουν να τονίσουν μια νομοτελειακή πρόοδο της πρόνοιας στην Βρετανία που προέκυψε από το σκοτάδι της 19ου αιώνα και το νόμο για τους φτωχούς στο φως του Σχεδίου Beveridge του 1942 και του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας.

Η πολιτική μετατόπιση των ιστορικών της δεκαετίας του 1980 και του 1990 οδήγησε σε μαρασμό τις τελεολογικές ερμηνείες και επικεντρώθηκε στην έννοια της μικτής οικονομίας της πρόνοιας, στην οποία συνδυάζονται παροχές για την αντιμετώπιση κινδύνων (σ.σ. όταν λέει κινδύνους εννοεί αρρώστια, γήρας, ανεργία, αναπηρία κλπ) από τυπικούς και άτυπους φορείς και ιδρύματα, από την οικογένεια, από τους εθελοντικούς φορείς και τις ΜΚΟ, που ενέχουν τις προηγούμενες παραδόσεις της φιλανθρωπικής καλοσύνης και της αμοιβαίας βοήθειας, από την αγορά καθώς και από την κρατική πρόνοια. Η μεικτή αυτή αντίληψη αναγνωρίζει ότι υπάρχει ποικιλία φορέων που εμπλέκονται στην κοινωνική πρόνοια, και το κράτος αποτελεί μόνο ένα από αυτούς τους φορείς. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι επί του εικοστού αιώνα, ο αυξανόμενος ρόλος του κράτους σε αυτό τον τομέα επέδρασε και επαναπροσδιόρισε το ρόλο όλων των άλλων φορέων που σχετίζονταν με την πρόνοια. Από αυτή την άποψη η αμφιθυμία απέναντι στον εθελοντικό τομέα στα έτη μεταξύ 1945 και του 1960 είναι διδακτική’ όπως όταν δόθηκαν κίνητρα από την κυβέρνηση προς τον ιδιωτικό τομέα συντάξεων το 1980. Η σχέση όλων αυτών των τομέων είναι ρευστή και αλλάζει ανάλογα με το ιστορικό περιβάλλον. (σελ. 2)

Για το μεγαλύτερο μέρος του αιώνα (του 20ου), η θέση και ο ρόλος του κράτους ήταν κεντρική και γιατί επιδοτούσε προνοιακές δραστηριότητες των άλλων τομέων αλλά και γιατί ρυθμίζε τις διάφορες δραστηριότητες πρόνοιας μέσω ενός ολοένα και πιο πολύπλοκου και ελεγχόμενου συστήματος διακυβέρνησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία πάντως ότι τον 19ο αιώνα η υπεροχή του κράτους θα προκαλούσε έκπληξη στους κοινωνικούς αναλυτές.

Ως εκ τούτου, καθήκον του ιστορικού είναι, επίσης, να λάβει υπόψη τον αυξανόμενο ρόλο της κυβέρνησης σε ένα όλο και πιο «ενιαίο, κεντρικό, γραφειοκρατικό και “δημόσιο” σύστημα κοινωνικής πρόνοιας στην Ευρώπη, αλλά και τον σύγχρονο κόσμο». Υπάρχει πάντως γενική συμφωνία, ότι η νομοθεσία των ετών 1944-1948, ο Εκπαιδευτικός Νόμος του 1944, ο νόμος για το Εθνικό Σύστημα υγείας το 1946, κλπ, αποτέλεσαν την τομή κατά τη μετάβαση σε ένα θεσμικά κατοχυρωμένο κράτος πρόνοιας. Ήταν μια εποχή που «η ιδέα ενός υπολειμματικού κράτους πρόνοιας που απλώς θα ανταποκρίνεται σε οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα αντικαταστάθηκε από μια ολοκληρωμένη ιδεολογία για την πρόνοια, στην οποία οι δημόσιες κοινωνικές δαπάνες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να αλλάξουν και να βελτιώσουν την κοινωνία. Ωστόσο λέει ότι η μελέτη του κράτους πρόνοιας δείχνει ότι πέρα από την τομή υπάρχουν συνέχειες του σημερινού συστήματος πρόνοιας με την προ 1940 κατάσταση.

Σχεδόν όλες οι σύγχρονες ιδέες και προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης και εκπαίδευσης, συζητιόνταν στη δεκαετία του 1920 και 1930. Οι νέες δομές που δημιουργήθηκαν πολλές φορές απλούστευσαν συστήματα που προηγήθηκαν. Σε πολλές περιπτώσεις επέκτειναν σε εθνική κλίμακα πειράματα τα οποία είχαν εισαχθεί από ορισμένες τοπικές αρχές. (σελ. 3)

Τα δοκίμια σε αυτή τη συλλογή τονίζουν αυτές τις τομές και τις συνέχειες, καλύπτουν τα έτη μεταξύ 1870 και 1940, έτη κατά τα οποία μια σημαντική διαρθρωτική μεταρρύθμιση συνέβη στο προνοιακό σύστημα της χώρας.

Τρία από τα δοκίμια (Green, Lewis και Whiteside) ασχολούνται με τους οργανισμούς και τα ιδρύματα πρόνοιας και τον εθελοντικό τομέα. Στην αρχή της περιόδου που καλύπτεται σε αυτή τη συλλογή, ο νόμος για τους φτωχούς, για τη δημόσια υγεία και την εκπαίδευση όλων, πιστοποιεί την αυξανόμενη παρέμβαση του κράτους στην κοινωνική πρόνοια. Αυτός ο 19ος αιώνα απεικονίζεται από τους ιστορικούς ως «μια αυτο-επέκταση της διοικητικής διαδικασίας, η οποία απέκτησε τη δική της δυναμική παρά τις ιδεολογικές αντιδράσεις από πολιτικούς».

Ωστόσο ακόμα και στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα η Βρετανία είχε μια μικρή κεντρική γραφειοκρατία, και ένα μεγάλο μέρος της πρόνοιας ήταν στα χέρια των τοπικών διαχειριστών, του νόμου για τους φτωχούς και των εκλεγμένων σχολικών συμβουλίων. Η τοπική πρόνοια συνεχίστηκε και, μάλιστα, επεκτάθηκε σε ορισμένους τομείς καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1870 και 1940, αλλά το έπραξε σε ένα πλαίσιο όπου το κράτος καταλάμβανε συνέχεια χώρο. Η γραφειοκρατία επεκτάθηκε, νέες κεντρικές κυβερνητικές υπηρεσίες δημιουργήθηκαν, ο όγκος της κοινωνικής νομοθεσίας αυξήθηκε και τα έσοδα της κεντρικής κυβέρνησης μεγάλωσαν. (σελ. 4)

Επίσης η αντίληψη ότι η συνεργατική κοινωνία εκφράζεται μέσω των εθελοντικών οργανώσεων έδωσε τη θέση της στις προσδοκίες για παροχές από το κράτος. Στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, οι ενώσεις (κάτι σαν αλληλοβοηθητικά σωματεία) ήταν «οι μεγαλύτερες οργανώσεις της εργατικής τάξης στην Βρετανία. Ως ανταπόδοση για την πληρωμή της εβδομαδιαίας συνεισφορά παρείχαν στα μέλη τους επίδομα ασθενείας και υπηρεσίες ενός γιατρού, καθώς και πληρωμές για την κάλυψη των εξόδων κηδείας. Μέχρι το τέλος του αιώνα, κάποιες τέτοιες ενώσεις προσέφεραν σύνταξη γήρατος. Επιπλέον, οι ενώσεις παρείχαν το αίσθημα αλληλεγγύης στα μέλη τους μέσω τακτικών νυχτερινών συναντήσεων. Τα οφέλη αυτά όμως ήταν διαθέσιμα μόνο σε εκείνους είχαν αρκετά υψηλούς μισθούς και τακτική απασχόληση ώστε να είναι σε θέση να αντέξουν οικονομικά την εβδομαδιαία συνεισφορά. Η ασφάλιση κατά των κινδύνων για την σταθερότητα του οικογενειακού προϋπολογισμού ήταν έτσι ένα ήδη εδραιωμένο σύστημα μεταξύ της εργατικής τάξης μέσω των θεσμικών οργάνων των αμοιβαίων ενισχύσεων. Αυτό μπορεί να επηρέασε τον Lloyd George στην εισαγωγή του συστήματος της Εθνικής Ασφαλιστικής το 1911, ωστόσο το ασφαλιστικό σύστημα στηρίχθηκε σε εισφορές εργατών-εργοδοτών. (σελ. 5)

Ο David Green έχει γράψει εκτενώς περί αυτών των ενώσεων ως σημαντικός μηχανισμός με τον οποίο τα άτομα θα μπορούσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, δεδομένου ότι παρείχαν «όλες τις υπηρεσίες που επέτρεπαν στους ανθρώπους να μην είναι εξαρτημένοι» και ως εκ τούτου εμπόδιζαν την προσφυγή στη νομοθεσία για τους φτωχούς και στην φιλανθρωπία. Όλα αυτά υπονομεύτηκαν από τις αλλαγές που εισήχθηκαν με τη νομοθεσία 1911 για την Εθνική Ασφάλεια. (σελ. 6)

Τα άλλα δοκίμια αφορούν την ιδεολογία που «επένδυσε» τις κοινωνικές ασφαλίσεις ή τη στάση των από κάτω σε σχέση με αυτές από το 1880-1914.


Άρθρο του Jane Lewis, «The Voluntary Sector in the Mixed Economy of Welfare», «Before Beveridge: Welfare Before the Welfare State», David Gladstone (Editor), London, January 1999

Η Θεωρία του εθελοντικού τομέα

Γιατί οι εθελοντικές οργανώσεις έχουν δημιουργηθεί, και τι σχέση έχουν με το κράτος; Υπάρχει μια αυξανόμενη, κυρίως Αμερικανική βιβλιογραφία, η οποία προσπαθεί να εξηγήσει την ύπαρξη τους και το ρόλο τους στην κοινωνική πρόνοια. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας του κράτους ή της αγοράς. Αυτά η αντίληψη βλέπει τη σχέση εθελοντικού τομέα και κράτους ως ξεχωριστή, ή το πολύ πολύ συμπληρωματική/συγκρουσιακή. Σε αυτή την αντίληψη δεν γίνεται αντιληπτό ότι ο εθελοντικός τομέας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κράτους του 19ου αιώνα στη Βρετανία. Από μια άλλη άποψη η αδυναμία του εθελοντικού τομέα να παράσχει διάφορα πράγματα είναι αυτή που κάνει τη συνεργασία με το κράτος αναπόφευκτη. Ο εθελοντικός τομέας είναι τόσο ποικίλος και διαφέρει τόσο πολύ στην ιστορική εξέλιξη μεταξύ των χωρών, που είναι εξαιρετικά απίθανο οποιαδήποτε ενιαία θεωρία, χρησιμοποιώντας ένα σχετικά μικρό εύρος μεταβλητών, να εφαρμοσθεί επιτυχώς σε όλες τις περιπτώσεις. (σελ. 12)

Η θεωρεία που βλέπει ότι τα όρια της σχέσης κράτους και εθελοντικού τομέα δεν είναι αυστηρά καθορισμένα ταιριάζει στη βρετανική περίπτωση του τέλους του δέκατου ένατου αιώνα, όταν ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ κρατικών παροχών, με το νόμο των φτωχών, και της αγορά είχαν μειωθεί σημαντικά, και όταν οι νέες μορφές συνεργασίας μεταξύ του κράτους και του εθελοντικού τομέα, ιδίως στην σχέση με την κρατική χρηματοδότηση των εθελοντικών οργανώσεων, έγιναν πιο συχνές.

Τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, οι ηγέτες της φιλανθρωπίας υποστήριξαν τη στενή συνεργασία με τη νομοθεσία για τους φτωχούς, ενώ την ίδια στιγμή επέμεναν σε μια ξεχωριστή σφαίρα για φιλανθρωπικούς σκοπούς.


Η σχέση του εθελοντικού και θεσμικού

Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, η μεγάλη πλειοψηφία των Βρετανών ενηλίκων ανήκε κατά μέσο όρο σε πέντε ή έξι εθελοντικές οργανώσεις: συνδικάτα και ενώσεις, και τα δύο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση για τα μέλη τους οικονομικής προστασία κατά των κινδύνων ασθενείας και ανεργίας, λογοτεχνικές και επιστημονικές ομάδες κλπ Οι φιλανθρωπικό παροχές ήταν εξαιρετικά ποικίλες και αναπόφευκτα ανομοιογενείς. Έρευνα έδειξε πόσο στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα υπήρχαν ακμάζουσες τόσο οι εθελοντικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, όσο και η φιλανθρωπία της μεσαίας τάξης. Μετά το νόμο του 1911 για την Εθνική ασφάλιση η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ του κράτους. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πώς η «ιδέα» της φιλανθρωπίας έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου και πώς αυτό έχει επηρεάσει τις αντιλήψεις της σχέσης μεταξύ του εθελοντικού τομέα και του κράτους. (σελ. 13)

Στο γύρισμα του αιώνα, η συζήτηση σχετικά με το ρόλο της φιλανθρωπία ήταν συνδεδεμένη με τη συζήτηση σχετικά με την έννοια του πολίτη. Οι φιλανθρωπικές προσπάθειες εκπροσωπούνταν από πολίτες που ήταν ενωμένοι σε έναν ηθικό σκοπό, και εθελοντικά εκπλήρωναν το καθήκον τους προς τους λιγότερο τυχερούς της κοινωνίας. Η ιδέα ήταν ότι οι φιλάνθρωποι εκτελούσαν το καθήκον τους ως πολίτες βοηθώντας τους φτωχούς να γίνουν πλήρως συμμετοχικά μέλη της κοινωνίας. Η φιλανθρωπία εκπροσωπούσε το όραμα μιας ηθικής κοινωνίας στην οποία οι πολίτες παρακινούνται από τον αλτρουισμό στην άσκηση των καθηκόντων τους. Η σημασία που αποδίδεται στη συμμετοχή σε εθελοντική δράση, ως απαραίτητο μέρος της δημοκρατικής κοινωνίας, συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 φέρνονταν σε αντίθεση το Βρετανικό κράτος και το ναζισμό στο θέμα αυτό. Τέτοιες ιδέες βέβαια δεν αντανακλούσαν ακριβώς τι συνέβαινε στην πράξη. Είναι πιο ακριβές να δούμε το ζήτημα των εθελοντικών οργανώσεων στα τέλη της δεκαετίας του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, ως μέρος του τρόπου με τον το οποίο οι πολιτικοί ηγέτες αντιλήφθηκαν το κράτος. Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα η Βρετανία είχε αποτελεσματικά κρατικά ιδρύματα, αλλά μικρή κεντρική γραφειοκρατία (σε πλήρη αντίθεση με τα τέλη του εικοστού αιώνα) και μια ισχυρή επιθυμία να περιορίσει τις δραστηριότητες του κράτους. (σελ. 14)

Οι εθελοντικές οργανώσεις μπορούν να γίνουν καλύτερα αντιληπτές ως μέρος μιας σειράς «ρυθμιστικών ιδρυμάτων» που αναπτύχθηκαν μεταξύ του κεντρικού κράτους και του πολίτη, και τα οποία σχεδιάστηκαν ως μέρος της δομής του κράτους. Στο γύρισμα του αιώνα, η κρατική κοινωνική πρόνοια χρηματοδοτούνταν και διοικούνταν σε τοπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, ο νόμος για τους φτωχούς εφαρμόζονταν από τοπικά εκλεγμένα συμβούλια των κηδεμόνων, και η εκπαίδευση από τοπικά εκλεγμένα σχολικά συμβούλια. Ήταν μόνο από την αρχή του εικοστού αιώνα που τα θέματα κοινωνικής πολιτικής σταδιακά έγιναν η ουσία της «υψηλής πολιτικής». Το γεγονός ότι η κοινωνική πρόνοια ήταν τοπική έκανε πιο εύκολη μια εικόνα πλουραλισμού. Στο γύρισμα του αιώνα, οι ηγέτες των μεγάλων εθελοντικών οργανώσεων και η κυβέρνηση είχαν μια κοινή αντίληψη για το ρόλο της φιλανθρωπίας και του κράτους σε σχέση με το πρόβλημα της φτώχειας και της επαιτείας. Και υποστήριζαν τη συνεργασία μεταξύ του θεσμικού και του εθελοντικού τομέα σε παρόμοια καθήκοντα, διατηρώντας ξεχωριστές σφαίρες δράσης. Πράγματι, η κυβέρνηση μιλούσε συνεχώς για τη συνεργασία με τον εθελοντικό τομέα. Δεδομένου ότι η κυβερνητική παρέμβαση αυξηθεί με την παροχή συντάξεων γήρατος το 1908 και κοινωνικής ασφάλισης το 1911, και ο ρόλος του κράτους μεγάλωσε σε σχέση τον εθελοντικό τομέα, έτσι η φύση της σχέσης αυτή άλλαξε.

Οι εθελοντικές οργανώσεις άρχισαν να παίρνουν χρήματα από το κράτος και να βλέπουν τους εαυτούς τους ως συμπληρωματικούς ή πρόσθετους πάροχους της ευημερίας. Το 1934 η Elizabeth Macadam κάλεσε σε στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατικών και εθελοντικών οργανώσεων, θεωρώντας ότι δεν είναι μια εταιρική σχέση μεταξύ ίσων, αλλά οι εθελοντικές οργανώσεις επηρεάζουν και συμπληρώνουν της δημόσιες υπηρεσίες. Σε αυτό το πλαίσιο οι εθελοντικές οργανώσεις δεν θα είναι πλέον η πρώτη γραμμή άμυνας στις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως είχε συμβεί κατά την αλλαγή του αιώνα.

Ο William Beveridge, συγγραφέας του προσχεδίου για την μεταπολεμική πρόνοια, ήταν ο ίδιος παθιασμένος με την εθελοντική δράση ως ένα σημαντικό αντίβαρο στις επιχειρήσεις και, όπως και πολλοί άλλοι, ως θεμελιώδη συστατικό της σύγχρονης δημοκρατίας. (σελ. 16)

Μετάβαση στο περιεχόμενο