Πριν τον Beveridge: Η Πρόνοια πριν το Κράτος Πρόνοιας (Περίληψη, 2ο μέρος)

Ιούλ 19, 2013 | Από την ιστορία της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Jose Harris, «Political Thought and the Welfare State

1870-1940: An Intellectual Framework for British Social Policy», «Before Beveridge: Welfare Before the Welfare State»,  David Gladstone (Editor), London, January 1999

Πολυάριθμες έρευνες κοινωνικής πολιτικής για τη δεκαετίας του 1880, 1890 και 1900 αποκάλυψαν  ένα τεράστιο, ετοιμόρροπο, εθελοντικό, αυτο-διοικούμενο, τοπικό, φιλανθρωπικό σύστημα που προσπαθούσε με μια μυριάδα διαφορετικών τρόπων να βοηθήσει, ανυψώσει, μεταρρυθμίσει ή να εξαναγκάσει τους φτωχούς και τα άλλα πρόσωπα που είχαν ανάγκη. Το ετήσιο εισόδημα και οι δαπάνες των εγγεγραμμένων και μη καταχωρημένων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, των συνδικάτων και άλλων σωματείων αλληλοβοήθειας υπερέβησαν κατά πολύ τον ετήσιο προϋπολογισμό της νομοθεσίας για τους φτωχούς (POOR LAW), η οποία με τη σειρά της ξεπέρασε κατά πολύ τις δαπάνες για την κρατική κοινωνική πρόνοια πριν από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. (σελ. 43)

Η μάζα των εθελοντικών και τοπικών ιδρυμάτων, παρά την ατελή ικανοποίηση των αναγκών των ατόμων που προσέφευγαν σε αυτή, ήταν σαφώς αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής δομής και της πολιτική κουλτούρα της χώρας. Εξέφρασε και ενίσχυσε την κατανομή της εξουσίας και των πόρων, τις ταξικές και εξουσιαστικές σχέσεις, τους κανόνες συμπεριφοράς και την ταυτότητα της κοινότητας. Ήταν επίσης στενά συνυφασμένη με το σύστημα των φυσικών και προσωπικών ελευθεριών με το οποίο πολλοί Βρετανοί πίστευαν ότι η ζωή τους διαφοροποιούνταν από τους πληθυσμούς του υπόλοιπου κόσμου. Ο δομικός μετασχηματισμός της κοινωνικής πρόνοιας που συνέβη στη Βρετανία μεταξύ του 1870 και τη δεκαετία του 1940 ήταν συνέπεια της σημασίας που αυτή απέκτησε, όχι μόνο στην ιστορία της κοινωνικής πολιτικής, αλλά στην ευρύτερη πολιτική, κοινωνική, πολιτισμική ιστορία.

Μετά το 1940 υπήρξαν πολλές πρακτικές, υλικές και λειτουργικές πιέσεις στην κατεύθυνση της γραφειοκρατική συγκέντρωση των υπηρεσιών στο κράτος. Η αυξανόμενη κλίμακα της οικονομικής οργάνωσης, η ανεπαρκής φορολογική βάση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η διάβρωση των πατερναλιστικών κοινοτικών δομών, οι επιπτώσεις της δημογραφικής αλλαγής και ο εθνικός χαρακτήρας που απέκτησαν ορισμένα προβλήματα (ιδιαίτερα η ανεργία), όλα αυτά αποτέλεσαν παράγοντες για να μετατοπιστεί το βρετανικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας στην κατεύθυνση της κεντρικής (κρατικής) χρηματοδότησης, διοίκησης, ελέγχου. Σε κάποιο βαθμό, ακόμη και η ελεύθερη αγορά διευκόλυνε αυτή τη διαδικασία. Αλλά οι υλικές πιέσεις ωστόσο δεν είναι εντελώς επαρκής εξήγηση, δεδομένου ότι τέτοιες πιέσεις υπήρχαν και σε όλες τις προηγμένες βιομηχανικές χώρες -πολλές από τις οποίες είχαν διατηρήσει, μια πλουραλιστική και αυτοδιοικούμενη διαχείριση της κοινωνικής πρόνοιας. Φαίνεται λογικό, ως εκ τούτου, να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τον ρόλο των ιδεών και της ιδεολογίας για να καταλάβουμε το μεταβαλλόμενο πρότυπο της βρετανικής κοινωνικής πολιτικής μεταξύ 1870 και Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου. Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζεται εδώ ότι οι κοινωνικές και πολιτικές θεωρίες ήταν ο μοναδικός ή κύριος παράγοντας για να γίνουν διαρθρωτικές αλλαγές. Απλά ο ισχυρισμός μας είναι ότι οι ιδέες ήταν μια από τις πολλές μεταβλητές, ότι ήταν ένα σημαντικό μέρος της ευρύτερης πολιτισμικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης, και ότι τουλάχιστον βοηθούν στη δημιουργική αναπαράσταση της πολιτικής, των αξιών, των προθέσεων και των στόχων. (σελ. 44)

Η πιο φιλόδοξη προσπάθεια για να εξηγήσει τη μετατροπή της πρόνοιας με ιδεολογικούς όρους παραμένει η περίφημη ανάλυση του Α.ν. Dicey με την υποτιθέμενη μετάβαση της Βρετανικής κοινής γνώμης από τον ατομικισμό στον κολεκτιβισμό κατά την περίοδο μετά 1870. Ωστόσο, οι ιστορικοί έχουν σχεδόν ομόφωνα συμφωνήσει ότι το μοντέλο Dicey είναι παραπλανητικό και μη ικανοποιητικό. Πιο πρόσφατα ιστορικοί έχουν επικεντρωθεί πολύ περισσότερο από ό, τι ο Dicey σε λεπτομερή εξήγηση των ιδεών που σχετίζονται με την κοινωνική ευημερία, και κατόπιν τις τοποθετούν μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο.

Κατά τα τελευταία 40 χρόνια μια πολύ εύφορη βιβλιογραφία έχει διερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές πολιτικές και τις θεωρητικές αντιλήψεις, όπως ο ωφελιμισμός, ο ιδεαλισμός, ο προοδευτισμός, ο κοινωνικός Δαρβινισμός, ο μαρξισμός, ο κεϋνσιανισμός και οι θεωρίες διαχείρισης των επιχειρήσεων. Για παράδειγμα οι κοινωνικοί επιστήμονες της μέσης βικτοριανής εποχής, στην οποία λειτουργεί η υποτιθέμενη ακμή του laissez-faire, έχουν αναδειχθεί υπέρμαχοι στη συντριπτικοί τους πλειοψηφία ορισμένων ειδών βελτιωτικής παρέμβασης του κράτους (έστω και σε κάπως περιορισμένους και ταξικούς συγκεκριμένους όρους). Η ευγονική θεωρία, που κάποτε είχε θεωρηθεί ως το χαρακτηριστικό προπύργιο της σκληρής γραμμής της ριζοσπαστικής δεξιάς, έχει πειστικά ερμηνευθεί ως μια πολύ ευρύτερα διαδεδομένη φιλοσοφία εξίσου με το σοσιαλισμό και τον προοδευτικό φιλελευθερισμό.

Το 1909 η Επιτροπή για τον Poor Law απεικονίστηκε ως ένα πεδίο μάχης μεταξύ των κοινωνικών και ατομικιστικών ιδεωδών, στην ουσία όμως η ορθολογική οργάνωση, ο εκσυγχρονισμό και ο επαγγελματισμός που ενσάρκωνε η μια πλευρά  διέφερε ελάχιστα από τις αντιλήψεις των αντιπάλων τους, που ήταν  οπαδοί του «εθελοντισμού» και της «διαχείρισης των υποθέσεων της οικογένειας με τη  φιλανθρωπική οργάνωση της κοινωνίας». (σελ. 45)

Την ίδια στιγμή, και η στατιστική στην οποία βασίστηκε η κοινωνική πολιτική έχει υποστηριχθεί ότι δεν ήταν τόσο αθώα και διέπονταν από κρυφούς σκοπούς και ιδεολογικές προκαταλήψεις. Όλο και περισσότερο το ίδιο το αντικείμενο της κοινωνικής πολιτικής και πρόνοιας έχει επαναπροσδιοριστεί θεωρούμενο ως αμφιλεγόμενο. Η «Υγεία», «ανεργία», «φτώχεια» και ούτω καθεξής δεν εμφανίζονται πλέον ως σταθερά, αντικειμενικά και αυτονόητα κοινωνικά φαινόμενα, αλλά ως σχετικές και κοινωνικά κατασκευασμένες έννοιες εντός των ορίων μετατόπιση της ιστορίας των ιδεών. Τέτοιες μελέτες έχουν βασιστεί στην ιστορική επίγνωση  ότι οι ιδέες σχετικά με την «κοινωνική πρόνοια» μπορούν να μετατοπιστούν απροσδόκητα σε όλο το πολιτικό φάσματος.

Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να συμπληρώσω ένα από αυτά τα κενά ζητήματα της κοινωνικής πολιτικής μεταξύ του 1890 και του 1940, με ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα της αλλαγής των αντιλήψεων της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού. Το άρθρο δεν διεκδικεί κάποια πληρότητα, και θα ασχοληθεί κατά κύριο λόγο με τις απόψεις των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, των επαγγελματιών και των διοικητικών μεσαίων τάξεων. Ελπίζω, ωστόσο, να ρίξει φως στην αλλαγή νοοτροπίας.

Οι κοινωνικοί επιστήμονες και κοινωνικοί Μεταρρυθμιστές της μεσω-βικτοριανής Βρετανίας διεξήγαγαν εκτεταμένες έρευνες σε θέματα όπως υγεία, η στέγαση, η εγκληματικότητα, η πορνεία και η κατάσταση των φτωχών (το ίδιο συνέβαινε στην Ελλάδα με γιατρούς, επιθεωρητές εργασίας). Έχει υποστηριχθεί δε ότι οι στόχοι τους ήταν μεροληπτικοί και θετικιστική η μεθοδολογία τους. (σελ. 46) Το κοινωνικό τους όραμα κυριαρχείται από την πεποίθηση ότι η πρόοδος της μεσαίας τάξης θα μπορούσε να είναι καθολική. Το σκεπτικό τους και η οργανωτική τους συνοχή, όμως, φάνηκε να καταρρέει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880 όταν ήρθα αντιμέτωποι με την οικονομική ύφεση, την αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα, τη ριζοσπαστική και σοσιαλιστική κριτική. Συχνά θεωρείται ότι ο κρίσιμος ρόλος τους στη βρετανική κοινωνία εξαγοράστηκε από την πολιτική, τη διοίκηση και τους   «ειδικούς» φορείς, Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η αυξανόμενη επαγγελματοποίηση των κοινωνικών ερευνών, ωστόσο αυτή η υπόθεση είναι τουλάχιστον εν μέρει λανθασμένη. Είναι αλήθεια ότι η κοινωνική πολιτική έγινε πολύ πιο θεσμοθετημένη σε κρατικές υπηρεσίες, η κοινωνική επιστήμη άρχισε να μελετάτε σε πανεπιστήμια, και ότι οι δεξιότητες αυτές, οι στατιστικές, η διαχείριση των υποθέσεων, της ψυχολογίας και της δημόσιας υγείας ορίζονταν και οργανώνονταν πλέον περισσότερο  από επαγγελματίες ομάδες. Αλλά αυτή η αλλαγή δεν συνέβη εν μία νυκτί. Αντίθετα, άρχισε σχεδόν ανεπαίσθητα, συντελέστηκε σταδιακά κατά την επόμενη πεντηκονταετία. Συνοδευόταν δε όχι από την εξαφάνιση, αλλά και από την επανεμφάνιση και την αναδιατύπωση μιας δημοφιλούς και εθελοντικής κοινωνικής-επιστημονικής κουλτούρας που από άποψη προσωπικού και κοινωνικού σκοπού ήταν εντυπωσιακά παρόμοια με αυτή που των μεσοβικτωριανών χρόνων. Αυτό το νέο κίνημα βρήκε έκφραση μέσα από ποικίλα κανάλια: μέσω των πολυάριθμων τοπικών κοινωνιών φιλανθρωπικών οργανώσεων, μέσω των σοσιαλιστικών οργανώσεων, μέσω του πανεπιστημίου και της εμφάνισης από το 1900 μιας σειράς νέων ενώσεων πολιτών που ήταν αφιερωμένες στην πρόοδο της κοινωνικής έρευνας και τον «εκσυγχρονισμό» της κοινωνικής πολιτικής. (σελ. 47)

Οι οργανώσεις αυτές έδωσαν μια τεράστια ώθηση στη μεγάλη εθνική συζήτηση που έγινε στη Βασιλική Επιτροπή σχετικά με τους Νόμους για τους Φτωχούς μετά το 1909. Μάλιστα τη διαδικασία αυτή ακολούθησαν εθνικά συνέδρια για την πρόληψη της εξαθλίωσης. Αυτό δείχνει ότι οι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές δεν ήταν αποκλεισμένοι από το διάλογο αυτό, περιχαρακωμένοι στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Αντίθετα, οι επαγγελματίες και οι κοινωνικοί επιστήμονες δραστηριοποιούνταν ευρέως στις οργανώσεις της νέας κοινωνικής μεταρρύθμισης και αποτέλεσαν τις ρίζες από τις οποίες ξεπήδησαν οι ακαδημαϊκές έδρες και τα αντίστοιχα τμήματα  κοινωνικών επιστημών στο Λονδίνο, τη Σκωτία και τα επαρχιακά πανεπιστήμια (όχι λιγότερα από δέκα τέτοια τμήματα είχαν συσταθεί από το 1904 έως και το 1919).  Πολλοί από τους ακτιβιστές στις νέες  κοινωνικές υπηρεσίες και μεταρρυθμιστικές ενώσεις πολιτών ήταν τα ίδια άτομα που παρακολούθησαν συναντήσεις και τα συνέδρια της Κοινωνιολογικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1904. Όπως θα δειχθεί με περισσότερες λεπτομέρειες στη συνέχεια, ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της «κοινωνικής μεταρρύθμισης» κατά τα επόμενα 30 χρόνια ήταν η συνέχιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ της κοινωνιολογικής θεωρίας, της κοινωνικής φιλοσοφίας, της εμπειρικής έρευνας, των υποθέσεων και της ανάλυσης των πρακτικών της κοινωνικής πολιτικής. Οι σχέσεις μεταξύ των μεταρρυθμιστών και των ερευνητών, καθώς και μεταξύ «φιλοσόφων» και «επιστημόνων» ήταν συχνά θυελλώδεις. (σελ. 48)

Για το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου, θα περιοριστώ σε μεγάλο βαθμό στην ανάλυση της δημοσιευμένης βιβλιογραφίας τους, και σε ό, τι αυτή μας λέει για το πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτικής σκέψης μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εξελίξεις στην κοινωνική πολιτική κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Το πρώτο πράγμα που «χτυπά» στον αναγνώστη της βιβλιογραφίας των κοινωνικών μεταρρυθμιστών  είναι ότι, σε έντονη αντίθεση με συγκρίσιμα γραπτά στα μέσα της βικτωριανής περιόδου, αυτό το νέο κύμα είχε «ιδεαλιστικό» χαρακτήρα. Επιπλέον, το ιδεαλιστικό πλαίσιο αναφοράς έγινε ακόμη πιο ισχυρό, καλύπτοντας την περίοδο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν για ένα διάστημα τουλάχιστον οι προηγούμενες παραδόσεις του θετικισμού και του εμπειρισμού σχεδόν είχαν ξεθωριάσει από το λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών, (σελ. 49) μιας και γίνονταν συνειδητές οι παγίδες και οι περιορισμοί των μοντέλων αυτών και όλο και περισσότερο υπήρχε η τάση να θεωρείται την κοινωνία όχι ως μια μηχανή ούτε ως ένας φυσικός οργανισμός, αλλά ως «πνευματική προσωπικότητα», με «ηθική βούληση». Η εξέλιξη, τόσο της φύσης όσο και της κοινωνίας, νοούνταν όχι ως απλή υλική διαδικασία, αλλά ως μια διαλεκτική πρόοδος προς ένα ηθικό και πνευματικό ιδανικό. Οι πηγές αυτής της αλλαγής στις θεμελιώδεις κατηγορίες κοινωνικής σκέψης δεν είναι πλήρως εμφανείς, αλλά διακρίνονται στην εξέγερση ενάντια στις μηχανιστικές θεωρίες του νόμου για τους φτωχούς, στην απορρόφηση ορισμένων πτυχών του ιδεαλισμού της ηπειρωτικής Ευρώπης, καθώς και στην αναζήτηση μιας «μοντερνιστικής» αναδιατύπωση του παραδοσιακού Χριστιανισμού. Η στροφή αυτή είναι αρκετά πολύπλοκη.  Χάριν στους ιδεαλιστές δημιουργήθηκαν πολλά τμήματα κοινωνικής πολιτικής. Ήταν αυτοί που σχεδίασαν  τα προγράμματα σπουδών, έγραψαν βιβλία και έδωσαν διαλέξεις από τις οποίες διδάχθηκαν η πρώτη γενιά των ακαδημαϊκά εκπαιδευμένων κοινωνικών λειτουργών και κοινωνικών επιστημόνων. Ένα σημείο που θα πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι, αν και ιδεαλισμός έχει συχνά ταυτιστεί με την αντίδραση και το συντηρητισμό, δεν δημιούργησε  μια ενιαία πολιτική ορθοδοξία εντός είτε των ακαδημαϊκών τμημάτων ή στις κοινωνικές επιστήμες ή στις κοινωνικές οργανώσεις της μεταρρύθμισης. Οι ιδεαλιστές συμμετείχαν ως μέλη του Κόμματος των Φιλελευθέρων, των Εργατικών, των Συντηρητικών, ήταν υποστηρικτές και αντίπαλοι της μειοψηφίας στην Επιτροπή για το νόμο για τους φτωχούς, λάτρεις και επικριτές της μοντέρνας επιστήμης και της ευγονικής.

Τι ήταν αυτό που υπέταξε την ανάλυση των συγκεκριμένων κοινωνικών προβλημάτων σε ένα όραμα για την ανοικοδόμηση του συνόλου της βρετανικής κοινωνίας; Η κοινωνική πολιτική αλλά και η ικανοποίηση των αποδεκτών δεν θεωρήθηκαν αυτοσκοπός. Αντίθετα, το κεντρικό ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής ήταν η επίτευξη της τέλειας δικαιοσύνης και η δημιουργία της ιδανικής πολιτείας. Ένας τέτοιος στόχος μπορεί να φαίνεται σε πολλούς στα τέλη του εικοστού αιώνα, στην καλύτερη περίπτωση κενός και στη χειρότερη επικίνδυνα αυταρχικός. Αλλά αυτό το τελευταίο συμπέρασμα δεν ταιριάζει με το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των βρετανών ιδεαλιστών ήταν αδιάκοπα ενθουσιώδεις με τον «ενεργό πολίτη» και τη δημοκρατία με κυρίαρχο τον λαό. (σελ. 51)

Υπάρχει μια εντύπωση ότι οι ιδεαλιστές επηρεάστηκαν από τον Χέγκελ, ωστόσο αυτό δεν είναι σωστό. Περισσότερο επηρεάστηκαν από τα διδάγματα του Ρουσώ και κυρίως από τον Πλάτωνα. Αργότερα επικριτές του ιδεαλισμού, όπως Crossman και Karl Popper επεσήμαναν την κυριαρχία της ελιτίστικης, ρατσιστικής και ευγονικής σκέψης σε πολλά από τα έργα του Πλάτωνα, και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αναβίωση του Πλατωνισμού ήταν μια ισχυρή θερμοκοιτίδα του εικοστού αιώνα, που επώασε τον αυταρχισμό. (σελ. 52)

Ποιές από τις πτυχές του Πλάτωνα τον έκαναν την πιο συχνή βιβλιογραφική αναφορά στους κοινωνικούς επιστήμονες και μεταρρυθμιστές της περιόδου; Ένας σημαντικός πόλος έλξης ήταν η έμφαση του Πλάτωνα για την κοινωνία ως οργανική πνευματική κοινότητα, μια αντίληψη που κούμπωνε τόσο με τη παραδοσιακή συντηρητική σκέψη αλλά και με το νέο φιλελεύθερο και προοδευτικό πλαίσιο. Ένας δεύτερος παράγοντας ήταν το όραμα του Πλάτωνα για τον ηθικού χαρακτήρα πολίτη. Ένα όραμα στο οποίο οι πολίτες έβρισκαν την ευτυχία και την εκπλήρωση όχι σε παροδικές ικανοποιήσεις, αλλά στην ανάπτυξη του «μυαλού» και του «χαρακτήρα» και υπηρετώντας το σύνολό. Μια τρίτη πτυχή, ιδιαίτερα ελκυστική στους ριζοσπάστες φιλελεύθερους και τους ηθικιστές σοσιαλιστές, ήταν η εστίασή του Πλάτωνα στη δικαιοσύνη και όχι στη  δύναμη ως βάση του κράτους. Και μια τέταρτη πτυχή ήταν ο μυστικισμός του Πλάτωνα και ο αντι-υλισμός του- η πεποίθησή του ότι το σύνολο της αλήθειας ήταν υπερ-κοινωνικό και υπερβατικό, και ότι η ζωή σε κάθε δεδομένη κοινωνία ήταν απλώς μια παροδική και σε μεγάλο βαθμό απατηλή φάση στο «χιλιόχρονο το ταξίδι της ψυχής». Τέτοιες αντιλήψεις μπορεί να φαίνονται  μακριά από τα κοσμικά θέματα της κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, θα παρουσιαστούν με εκπληκτική τακτικότητα στην πρακτική και θεωρητική βιβλιογραφία αλλά και στις διαλέξεις σε πανεπιστήμια και φιλανθρωπικές οργανώσεις  για την κοινωνική μεταρρύθμιση στις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Πλάτωνας θεωρήθηκε  ως ηθικός οραματιστής – οδηγός της κυβέρνησης για την κοινωνική πολιτική του εικοστού αιώνα. (σελ. 53)

Στη συνέχεια στις σελίδες 54-55 τεκμηριώνεται η επιρροή του Πλάτωνα στους κοινωνικούς μεταρρυθμιστές της εποχής με παράθεση αποσπασμάτων άρθρων σε περιοδικά της εποχής, τα οποία είναι βαθιά προσηλωμένα στην πλατωνική θεωρία.

Ιδεαλισμός και τα όρια της δράσης

Πώς επηρεάσει η δημιουργία ενός κυρίως ιδεαλιστικού πλαισίου της κοινωνικής θεωρίας  τις αντιλήψεις του κράτους, της κοινωνίας και των πολιτών σε σχέση με την κοινωνική πολιτική;

Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί ιδεαλιστές, συμμετείχαν στις φιλανθρωπικές οργανώσεις. Θεωρούσαν δε ότι η κοινωνική πρόνοια ήταν σημαντική, όχι τόσο αναφορικά με αυτά που πρόσφερε αλλά κυρίως ως έννοια. Το όφελος της προς την κοινωνία θεωρούνταν ότι ήταν επιτρεπτό, αν λάμβανε χώρα σε ένα δεοντολογικό ηθικό πλαίσιο (δηλαδή, σε μια αμοιβαία προσωπική σχέση μεταξύ δωρητή και του δέκτη) και αν στο τέλος ήταν ορθολογικό (δηλαδή, ο παραλήπτης γινόταν ανεξάρτητος πολίτης). Στόχος τους ως κοινωνικοί μεταρρυθμιστές δεν ήταν να κρατήσουν τους φτωχούς στη θέση τους, αλλά να τους αναγκάσουν να λειτουργήσουν ως ενεργοί και συνετοί πολίτες. (σελ. 56) Αυτό το θέμα της ενεργητική συμμετοχικότητας του πολίτη  ως απώτερος στόχος της κοινωνικής πρόνοιας ήταν πανταχού παρόν στα τμήματα των κοινωνικών επιστημών και των κοινωνικών-επιστημονικών ενώσεων  και περιοδικών που αναφέρονται παραπάνω σε αυτό το άρθρο. Ωστόσο αρκετοί ιδεαλιστές διαφώνησαν με αυτό το σχήμα. Για παράδειγμα υποστηρίζονταν ότι οι αποκλίνοντες ή οι άποροι ή η εξαρτημένοι από βοήθεια θα μπορούσαν πολύ πιο εύκολα να αυτό-βελτιωθούν μέσα από το πλαίσιο των κρατικών κοινωνικών υπηρεσιών από ό, τι αν αφεθούν στην τύχη τους. Ο James Seth, ιδεαλιστής φιλόσοφος της ηθικής και ιδρυτής του τμήματος της κοινωνικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, προχώρησε τόσο πολύ ώστε να προτείνει οι κρατικές υπηρεσίες να γίνουν όχι μόνο ελεύθερα διαθέσιμες, αλλά υποχρεωτικές: υποστηρίζονταν ότι οι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές [πρέπει όχι μόνο να ενθαρρύνουν, αντί να αποθαρρύνουν, την κρατική πρόνοια, αλλά να υποστηρίζουν την εφαρμογή της ακόμη και στους πιο απρόθυμους. Οι μετά το 1909 συζητήσεις για την πρόληψη της ανέχειας κατέστησαν σαφές, ότι υπήρχαν πολλοί κοινωνικοί ιδεαλιστές που προσέγγισαν το όλο θέμα της φτώχειας από άλλη οπτική γωνία: η απομάκρυνση του κράτους από τις αιτίες της κακής υγείας, των χαμηλών μισθών, του υποσιτισμού και της ανεργίας, θα μπορούσε από μόνη της να σαρώσει τους υλικό και ψυχολογικούς φραγμούς τους μιας ηθικής αυτοεκπλήρωσης και συμμετοχής στη δημόσια ζωή.

Πολλά μέλη του εργατικού κόμματος  επηρεάστηκαν από αυτή την άποψη. Η συζήτηση συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό στην περίοδο μετά τον Πρώτο Παγκοσμίου Πολέμου. Κοινωνικοί φορείς χάραξης πολιτικής και κοινωνικοί επιστήμονες συνέχισαν να διαφωνούν σε μεγάλο βαθμό για τα ακριβή όρια της κρατικής δράσης. (σελ. 57)

Στο πλαίσιο του Εθνικού Συμβουλίου Κοινωνικών Υπηρεσιών υπήρχε μεγάλη ανησυχία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 για τη σταδιακή εξάπλωση της ανακούφισης της ανεργίας -όχι για λόγους δογματικής εχθρότητας προς στην κρατική παρέμβαση, αλλά επειδή η ανακούφιση δινόταν με ένα «μηχανικό» τρόπο, χωρίς εξατομίκευση της ατομικής, «ηθικής» ευθύνης.

Επίσης, υπήρξε απροκάλυπτη χαρά σε κύκλους που ασχολούνταν με την  κοινωνική εργασία σχετικά με την περικοπή κάποιου επιδόματος, την επέκταση των ελέγχων και την αύξηση των περικοπών των δαπανών του 1931, αφού όλα αυτά θεωρήθηκαν ως αναβίωση του ορθολογισμού  και της κεντρική σημασίας της εθελοντικής δράσης στη διαχείριση αυτών των υποθέσεων.

Ωστόσο άλλοι, απάντησαν με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο- έβλεπαν την εθελοντική εργασία ως ένα χρήσιμο «καμουφλάζ», με την οποία μπορούσε να διεισδύσει  σε ένα πολύ πιο ευρύ κοινό η κοινοτιστική αντίληψη του ρόλου των κοινωνικών υπηρεσιών. Αυτό που είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι σχεδόν κανένας σημαντικός κοινωνικός θεωρητικός και συγγραφέας της κοινωνικής πολιτικής αυτής της περιόδου δεν διαφώνησε με την  άποψη ότι η απόλυτη σφαίρα της «πρόνοιας», με την ευρύτερη έννοιά της, ήταν, ή θα έπρεπε να είναι, θεσμικό όργανο του κράτους. Το 1920 ήταν μια περίοδος μεγάλης ζωτικότητας και καινοτομίας στον τομέα των εθελοντικών υπηρεσιών σε συνεργασία δημόσιου και εθελοντικού τομέα. Ακόμη και το εθνικό ασφαλιστικό σύστημα, που αρχικά καταδικάστηκε από εξέχοντες Ιδεαλιστές για την παράκαμψη της ηθικής βούλησης του ατόμου, ερμηνεύθηκε ως δίκτυο που θα μπορούσε  να ενισχύσει την πιθανή συμμετοχή των πολιτών στα όργανα του κράτους (εννοεί ότι η κοινωνική ασφάλιση διοικούνταν και με τη συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων, οπότε αυτά τα όργανα διοίκηση αποτελούσαν θεσμούς που επιτυγχάνονταν η κοινωνική συναίνεση  και η ταξική ειρήνη, αφού ενσωμάτωναν και κάποια εργατικά αιτήματα).

Το δέκατο ένατο αιώνα η άποψη ότι η ιδιωτική ζωή και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής ζωής αποτελούν μια σφαίρα της φυσικής ελευθερίας και το κράτος δεν θα πρέπει να ασχολείται με αυτά έλαμψε διά της απουσία της. Και πράγματι, μπορεί οι ειδικοί της κοινωνικής ψυχολογίας και της ψυχοθεραπείας να εξέφρασαν ευρέως  την αντίθετη άποψη, ωστόσο εκείνη την εποχή «οι μη κανονικοί» ήταν εκείνοι που ήταν «ανίκανοι να δουν τον εαυτό τους ως μέρος ενός κοινωνικού συνόλου, οι οποίοι δεν έβλεπαν ότι η αυτοπραγμάτωση μπορεί να αποκτηθεί μόνο αν είσαι μέλος του συνόλου», όπως έγραψε ο ψυχολόγος Alice Raven στην κοινωνιολογική αναθεώρηση το 1929. (σελ. 58)

Η πτώση του ιδεαλισμού

Οδεύοντας προς τον Μεσοπόλεμο η επιρροή του ιδεαλισμού μειώνονταν σταδιακά. Η κοινωνιολογική θεωρία είχε πάρει σχεδόν εξ ολοκλήρου διαζύγιο από την προώθηση της κοινωνικής πρόνοιας. Η μελέτη της ηθικής στα Βρετανικά πανεπιστήμια είχε εκπέσει σε επουσιώδη ζητήματα. Μια υφέρπουσα απογοήτευση με τις μορφές του ιδεαλιστικού λόγου ως ένα θεωρητικό πλαίσιο για την κοινωνική πολιτική μπορεί να ανιχνευθεί από τις αρχές του 1930. Η εξέγερση ενάντια στον ιδεαλισμό, ο οποίος κυριάρχησε στους φιλοσοφικούς κύκλους τα προηγούμενα 20 χρόνια, ξέσπασε σαν χείμαρρος στα μέσα της δεκαετίας του 1930 με την έναρξη του γλωσσικού θετικισμού και έτσι η συζήτηση των προηγούμενων 40 χρόνιων εξαφανίστηκε σχεδόν στη διάρκεια μιας νύχτας από την ακαδημαϊκή σφαίρα. Επιπλέον, η συντριβή του ιδεαλισμού πήρε μαζί της ένα μεγάλο μέρος των πνευματικών κεφαλαίων που είχαν κατασκευαστεί μέσα στις βρετανικές κοινωνικές υπηρεσίες ή ήταν υπό κατασκευή μέσα στο βρετανικό κράτος πρόνοιας, που τότε δομούνταν. Αυτό δεν ήταν, φυσικά, πλήρως εμφανές για πολλά χρόνια, και μεγάλο μέρος της δημόσιας ηθικής συζήτηση σχετικά με την κοινωνική πρόνοια στη δεκαετία του 1940 και 1950 συνέχισε να επαναλάβει ιδεαλιστικά θέματα. Ακόμη και το σύνολο των κοινωνικών πολιτικών που υποστήριζε ο William Beveridge έφερε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ιδεαλισμού (σελ. 59).

Ποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από αυτήν την επισκόπηση του πνευματικού υπόβαθρου της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής;

Η επικράτηση του Ιδεαλισμού, με έμφαση στην ταυτότητα της συνεργασίας, στον ατομικό  αλτρουισμό, στις ηθικές επιταγές και στην ενεργή ιδιότητα του πολίτη-
επέδρασε στην κοσμική λειτουργία της κοινωνικής πολιτικής στη Βρετανία κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, Ο ιδεαλισμός διαπέρασε το εκπαιδευτικό σύστημα
σε κάθε βαθμίδα. (σελ. 60)

Η επιρροή της φιλοσοφίας του ιδεαλισμού ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για το γεγονός ότι, σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερική, η ακαδημαϊκή μελέτη της κοινωνικής εργασίας και οι «κοινωνικές επιστήμες» αναπτύχθηκαν ως ανθρωπιστικές επιστήμες στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών τμημάτων και όχι ως τεχνικοί κλάδοι σε ανεξάρτητα επαγγελματικά  σχολεία. Αν και οι ιδεαλιστές ήταν  μια χούφτα άνθρωποι στους ακαδημαϊκούς κύκλους ωστόσο οι αντιλήψεις τους ήταν δημοφιλείς και διαδεδομένες μεταξύ των κοινωνικά ενεργών ατόμων της μεσαίας τάξης – όσο διαδεδομένος ήταν ο ευαγγελισμός και ο ωφελιμισμός το δέκατο ένατο αιώνα – και επίσης ξεπέρασαν τα όρια τη; επαγγελματικής κοινωνικής διοίκησης και της οργανωμένης κοινωνικής επιστήμης..

Εξάλλου ο Ιδεαλισμός ένωνε ανθρώπους  που διέφεραν σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική τακτική, αυτό δημιούργησε ένα λεξιλόγιο της κοινωνικής μεταρρύθμισης που ξεπερνά τα πολιτικά κόμματα και βοηθά να γίνει κατανοητός ο ενθουσιασμός, ή τουλάχιστον η ανοχή, στην  αύξηση της συμμετοχής του κράτους στις  κοινωνικές υπηρεσίες σε μια πολιτική κουλτούρα που ήταν παραδοσιακά εχθρική προς κάθε επέκταση της κρατικής εξουσίας. Σκοπός μου σε αυτό το άρθρο δεν είναι να αποκαταστήσω τον ιδεαλισμό, αλλά να αποκαλύψω το ρόλο του στη νομιμοποίηση της κοινωνικής πολιτικής και στην ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας (φυσικά και άλλες θεωρητικές αντιλήψεις γονιμοποίησαν αυτή τη διαδικασία). (σελ. 61)

Τα αίτια της ηγεμονίας  του ιδεαλισμού. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο βρετανικός ιδεαλισμός εμφανίστηκε  σε ό, τι εκείνη την εποχή θεωρούταν η πιο αστικοποιημένη, βιομηχανική και ταξικά διαστρωματωμένη  κοινωνία στον κόσμο. Επίσης ήταν μια κοινωνία που η αστική δημοκρατία με σύγχρονους όρους επεκτείνονταν και με αυτή τη μετάβαση καταπιάστηκαν οι ιδεαλιστές. (σελ. 62) Η επίκληση του Πλάτωνα, ήταν κάτι περισσότερο από απλά ρητορική, χρησιμοποιήθηκε για να παρέχει ένα μοντέλο που θα βοηθούσε να επανενταχθεί η κατακερματισμένη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου σε συνεκτική κοινότητα συνεργασίας και αλληλεγγύης.  Το κεντρικό ερώτημα που έρχονταν να απαντήσει ήταν πώς μπορούν οι άνδρες οι οποίοι ζουν σε μεγάλες ομάδες και να  παραμένουν ελεύθεροι; Η κοινωνική πολιτική και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών ήταν, σύμφωνα με τους ιδεαλιστές κοινωνικούς  φιλοσόφους , άρρηκτα συνδεδεμένη με την απάντηση στο ερώτημα αυτό. ως εκ τούτου, η έμφαση στην ιδιότητα του πολίτη  και στην «κοινωνική υπηρεσία», γίνονταν αντιληπτή  όχι μόνο ως τρόπος διανομής υλικών πόρων, αλλά ως μέσο για την ηθική εξύψωση του ανθρώπου.  Εξ ου και η έμφαση στον «χαρακτήρα» της κοινωνικής πολιτικής  είχε ως στόχο να λειτουργήσει ως κίνητρο για την ανεξαρτησία και την πολιτική χειραφέτηση. Τα ευάλωτα σημεία μιας τέτοιας θεωρίας είναι εκ των υστέρων συντριπτικά προφανή: η συγκάλυψη των διαρθρωτικών ανισοτήτων, η έλλειψη επαρκούς αναφοράς στις τάξεις, οι αισιόδοξες  παραδοχές σχετικά ιδιότητα του πολίτη και τις ευθύνες του, η παραμέληση της έννοιας των συγκρούσεων. (σελ. 63)

Μετάβαση στο περιεχόμενο