Πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης διαπιστώνει ότι μη μεταδοτικά νοσήματα όπως ο καρκίνος και τα καρδιαγγειακά καλπάζουν στην Ελλάδα, αποτελώντας βασικές αιτίες θανάτου.
Στην ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών με τις μεγαλύτερες προκλήσεις αλλά και την αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισής και διαχείρισης μη μεταδοτικών νοσημάτων κατατάσσει την Ελλάδα νέα έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Η μελέτη εξετάζει το φορτίο βασικών χρόνιων ασθενειών όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο καρκίνος, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, αλλά και την αποτελεσματικότητα της πρόληψης και της διαχείρισής τους.
Η Ελλάδα τοποθετείται στο λεγόμενο «Cluster G», μαζί με την Τσεχία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι χώρες αυτής της ομάδας χαρακτηρίζονται από «ανεπαρκή έλεγχο παραγόντων κινδύνου» και υψηλό φορτίο καρδιαγγειακών νοσημάτων, καρκίνου και διαβήτη τύπου 2. Παράλληλα, εμφανίζουν υψηλότερα από τον μέσο όρο ποσοστά πρόωρων θανάτων από μη μεταδοτικά νοσήματα.
Χαμένα χρόνια ζωής
Ένας βασικός δείκτης της μελέτης είναι τα DALYs (Disability-Adjusted Life Years), δηλαδή τα «έτη ζωής προσαρμοσμένα ως προς την αναπηρία». Ο δείκτης αποτυπώνει το συνολικό βάρος μιας ασθένειας συνδυάζοντας:
τα χρόνια ζωής που χάνονται λόγω πρόωρου θανάτου και
τα χρόνια που ζει κάποιος με ασθένεια ή αναπηρία.
Όσο υψηλότερα είναι τα DALYs, τόσο μεγαλύτερη θεωρείται η συνολική επιβάρυνση μιας νόσου για τον πληθυσμό και το σύστημα υγείας.
Στην Ελλάδα, το φορτίο των καρδιαγγειακών νοσημάτων φτάνει τα 7.207 DALYs ανά 100.000 κατοίκους, πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ27+2 που είναι 6.823 DALYs. Για τον καρκίνο, η χώρα καταγράφει 6.748 DALYs ανά 100.000 κατοίκους, επίσης υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 5.789 DALYs. Στα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα η Ελλάδα εμφανίζει 1.291 DALYs ανά 100.000 πληθυσμού, έναντι 1.126 στον μέσο όρο της ΕΕ27+2. Αντίστοιχα, για τον διαβήτη τύπου 2 το φορτίο υπολογίζεται σε 961 DALYs ανά 100.000 κατοίκους έναντι 983 στον μέσο όρο
Η μελέτη συνδέει την εικόνα αυτή με τους βασικούς παράγοντες κινδύνου που καταγράφονται στη χώρα. Για την Ελλάδα αναφέρονται:
29% ποσοστό καπνιστών,
34% ποσοστό παχυσαρκίας,
περίπου 7 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά ενήλικα ετησίως.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Ελλάδα βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις μεταξύ των χωρών του OECD ως προς το κάπνισμα και την παχυσαρκία, ενώ στην κατανάλωση αλκοόλ κινείται πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι το 77% του φορτίου των καρδιαγγειακών νοσημάτων στην Ελλάδα αποδίδεται σε τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η κακή διατροφή και η χαμηλή φυσική δραστηριότητα. Για τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 55%, υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ27+2 και για τον καρκίνο 45%.
Υψηλή θνησιμότητα
Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερους δείκτες θνησιμότητας σε σχέση με αρκετές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Ο δείκτης θνησιμότητας προς επίπτωση στα καρδιαγγειακά νοσήματα διαμορφώνεται στο 473 ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 409 στον μέσο όρο της ΕΕ27+2, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη επιβάρυνση και δυσκολίες στην αποτελεσματική διαχείριση των ασθενών. Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζει επιβαρυμένους δείκτες θνησιμότητας και διαχείρισης χρόνιων νοσημάτων σε σύγκριση με αρκετές χώρες της Δυτικής Ευρώπης.
Για τον καρκίνο, ο δείκτης θνησιμότητας της Ελλάδας υπολογίζεται στο 343 άτομα ανά 100.000, αισθητά υψηλότερος από το μέσο όρο που διαμορφώνεται στα 271.
Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, η Ελλάδα εμφανίζει δείκτη θνησιμότητας 17 άτομα, επίπεδο χαμηλότερο από πολλές χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, αλλά και από το μέσο όρο που είναι 22 άτομα. Βέβαια εδώ θα πρέπει αν εξηγήσουμε ότι δεν είναι διακριτό το πως ακριβώς καταγράφονται αυτοί οι θάνατοι καθώς η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στις διαγνώσεις με διαβήτη ο οποίος όμως συνδέεται με θανατηφόρες ασθένειες και δεν θεωρείται ο ίδιος αιτία θάνατο άμεσα.
Αντίστοιχα, στα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα ο δείκτης θνησιμότητας φτάνει τα 55 άτομα επίσης πάνω από τις επιδόσεις πολλών δυτικοευρωπαϊκών χωρών και πάνω από το Μέσο Όρο της ΕΕ27+2 που είναι 45.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι δείκτες αυτοί αποτυπώνουν όχι μόνο τη συχνότητα των νοσημάτων αλλά και την αποτελεσματικότητα της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και της πρόσβασης των ασθενών σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Σημειώνει δε πως οι χώρες του «Cluster G», όπου ανήκει η Ελλάδα, εμφανίζουν πιθανότητα πρόωρου θανάτου από μη μεταδοτικά νοσήματα που φτάνει το 14%, έναντι 11% στον μέσο όρο της ΕΕ27+2. Ο ΟΟΣΑ καταλήγει ότι απαιτούνται ισχυρότερες πολιτικές πρόληψης, καλύτερος έλεγχος παραγόντων κινδύνου και ενίσχυση της διαχείρισης των χρόνιων ασθενειών, ώστε να περιοριστεί το αυξανόμενο βάρος των μη μεταδοτικών νοσημάτων στην Ελλάδα.
Πηγή: www.tovima.gr
